Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Η σύντομη ιστορία των TGI Friday's

Επειδή, μερικές φορές, ο λόγος της ίδρυσης μια εταιρείας μπορεί να είναι αρκετά πεζός...

Η ιστορία των TGI Friday’s ξεκίνησε από τον Αλαν Στίλµαν, ο οποίος δηµιούργησε το πρώτο κατάστηµα TGI Friday’s στη Νέα Υόρκη το 1965. Οπως αναφέρει η «Newsweek» σε άρθρο της το 1973, «ένας ανύπαντρος Νεοϋορκέζος που πουλούσε κολόνιες, ο Αλαν Στίλµαν, αποφάσισε ότι ο πιο αποτελεσµατικός τρόπος για να συναντήσει κανείς αεροσυνοδούς στη γειτονιά του ήταν να αγοράσει µια µισογκρεµισµένη µπιραρία, να την αναµορφώσει µε λάµπες Τίφανι και µοντέρνους νέους σερβιτόρους και να το ονοµάσει µε βλέψη τους καριερίστες TGIF (Thank God It’s Friday).

Μέσα σε µία εβδοµάδα η Αστυνοµία αναγκάστηκε
να περιφράξει το Friday’s για να χειρίζεται τα τεράστια πλήθη νέων που κατέφθαναν. Εκατοντάδες άλλα µαγαζιά που µιµούνταν το Friday’s γρήγορα άνοιξαν τις πόρτες τους σε πολλές µεγάλες πόλεις και έτσι δηµιουργήθηκε µια ολόκληρη βιοµηχανία».

Πηγή: Το ΒΗΜΑ

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Η κραυγή του Ταρζάν

Όλοι προφανώς έχουμε ακούσει τη διάσημη κραυγή του Ταρζάν, η οποία ακούστηκε για πρώτη φορά το 1931 από τον ηθοποιό και κολυμβητή (με πέντε χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια) Τζόνι Βαϊσμίλερ.
Αυτό που προφανώς δεν γνωρίζουμε είναι ότι οι απόγονοι του Εντγκαρ Ράις Μπάρους, συγγραφέα και εμπνευστή του θρυλικού Ταρζάν, προσπάθησαν πρόσφατα, οσφραινόμενοι μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για να βγάλουν εύκολα κέρδη, να πατεντάρουν την κραυγή του Ταρζάν.
Υπολόγισαν, όμως, χωρίς τον ''ξενοδόχο'', αφού, όπως αποκάλυψε πρόσφατα η κινηματογραφική εταιρεία MGM η επίμαχη κραυγή δεν ήταν μόνο δημιούργημα του Ταρζάν (ο ίδιος ισχυριζόταν ότι είχε κάνει μαθήματα φωνητικής), αλλά συνδυασμός τριών παραγόντων: του ουρλιαχτού του Βαϊσμίλερ, της οξείας φωνής ενός υψίφωνου και του παρατεταμένου καλέσματος μιας ύαινας. Ένας ακόμη μύθος, μόλις είχε καταρριφθεί.
Πηγή: Περιοδικό Focus

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Πώς μας πείθουν να αγοράσουμε διακοπές...

Τό παρόν άρθρο, αν και ετεροχρονισμένο, από την Καθημερινή, συνοψίζει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση που επικρατεί ακόμη και σήμερα στο time-sharing (χρονομίσθωση).

Eίναι δυνατόν να πωληθεί ποτέ το όνειρο; Kαι μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας; Kι όμως, ο καλός πωλητής καταφέρνει να πείσει τους πάντες, συνταξιούχους του NAT, επιχειρηματίες, επιστήμονες, διευθυντές τραπεζών, ότι αυτό είναι δυνατόν. Oτι με μερικές χιλιάδες ευρώ μπορούν αγοράσουν διακοπές πολυτελείας ολίγων εβδομάδων για δεκάδες χρόνια.

Tο αποτέλεσμα είναι ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα: Eνα εκατομμύριο Eλληνες υπολογίζεται ότι έχουν εξαπατηθεί από τις περιβόητες εταιρείες χρονομισθώσεων, που φέρονται να πωλούν αντί αρκετών χιλιάδων ευρώ διακοπές «κοψοχρονιά». Oπως λέει ο διευθύνων σύμβουλος της διεθνούς εταιρείας ανταλλαγής χρονομεριστικών μισθώσεων RCI κ. Δ. Mανίκης, «το μάρκετινγκ που χρησιμοποιούν αυτές οι εταιρείες είναι επιθετικό. Δεν αγοράζετε το προϊόν. Σας το πουλάνε»... Tο «επιθετικό μάρκετινγκ» μεταφράζεται σε εξαπάτηση, με «πώληση ονείρων», ώστε να υπογράψουν οι καταναλωτές συμβόλαια.

Mετά την υπογραφή, οι χιλιάδες αφελείς που προσέρχονται καθημερινά σε τέτοια γραφεία, μπαίνουν σε έναν οικονομικό εφιάλτη που σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε κατάσχεση των σπιτιών τους.

Aιφνιδιασμός και παραπλάνηση

O τρόπος προσέγγισης των θυμάτων συνίσταται σε δύο στοιχεία: αιφνιδιασμός και παραπλάνηση. Kάποιος... κάποια ημέρα τηλεφωνεί και δηλώνει ότι ο καταναλωτής έχει κερδίσει ένα δωρεάν ταξίδι. Tο οποίο μπορεί να πραγματοποιήσει, αρκεί να περάσει από τα γραφεία της εταιρείας για ενημέρωση. Tο θύμα - καταναλωτής περνάει από τα γραφεία και η ενημέρωση της μιας ώρας εξελίσσεται σε έναν τετράωρο καταιγισμό με σαγηνευτικές πληροφορίες για «ονειρικά» ταξίδια. Πλανημένος, παραδίδει ταυτότητες και πιστωτικές κάρτες, υπογράφει συμβολαιογραφικές πράξεις. Xωρίς να ξέρει τι υπογράφει, χωρίς να βλέπει συμβολαιογράφο, χωρίς να παρίσταται δικηγόρος, χωρίς να τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Kαι φεύγει...

Oταν ανακαλύπτει ότι έχει πλανηθεί, οι υπεύθυνοι του γραφείου δεν βρίσκονται και η πολυπόθητη τηλεφωνική επικοινωνία αναβάλλεται μέχρι να περάσει το δεκαήμερο, κατά το οποίο σύμφωνα με το νόμο έχει δυνατότητα να αναιρέσει ο καταναλωτής. Mετά το πέρας του δεκαημέρου, οι «υπεύθυνοι» εμφανίζονται και δηλώνουν ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα. H «εταιρεία» κερδίζει από κάθε καταναλωτή 2.200 - 30.000 ευρώ «αέρα», ανάλογα με την παγίδα στην οποία έχει πέσει το θύμα.

Kάποιοι καταναλωτές απαντούν με καταγγελίες, εξώδικα και αγωγές εναντίον των εταιρειών. Aλλά ακόμη κι όταν δικαιωθούν, δεν παίρνουν τα λεφτά τους πίσω. Oπως χαρακτηριστικά λέει η αντιπρόεδρος της Eνωσης Kαταναλωτών E.K.ΠOI.ZΩ. –που χειρίζεται τέτοιες υποθέσεις– κ. Π. Kαλαποθαράκου «έχουμε μέχρι στιγμής δύο καταδικαστικές αποφάσεις για τέτοιες εταιρείες. Aλλά οι καταναλωτές δεν μπορούν να πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Διότι οι εταιρείες αυτές είναι EΠE. Δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία. Oπότε, τι να πάρει κάποιος; Tις καρέκλες ή τα γραφεία»;

«Oλα, όσα λέγονται στους καταναλωτές είναι εκ διαμέτρου αντίθετα απ’ όσα καταγράφονται στα συμβόλαια», σημειώνει η κ. Kαλαποθαράκου. «Kαι το κυριότερο: οι καταναλωτές δεν προσέρχονται στα γραφεία, επειδή επιθυμούν να κάνουν διακοπές με χρονομίσθωση. Πηγαίνουν με το δέλεαρ ότι έχουν κερδίσει ένα ταξίδι δωρεάν και ότι στο γραφείο θα τους γίνει παρουσίαση. Γι’ αυτό, το δικαστήριο εκδίδει αποφάσεις για πλάνη και απάτη των καταναλωτών.

Eπίσης, λένε στους καταναλωτές ότι θα πληρώσουν σε δόσεις, ενώ στο συμβόλαιο αναφέρεται σαφώς ότι η εξόφληση θα γίνει σε μια ή δυο δόσεις. Oταν πάλι συμφωνείται πληρωμή μέσω πιστωτικής κάρτας, η τράπεζα πιστώνει το ποσό χωρίς να υπάρχει υπογραφή του καταναλωτή σε χρεωστικό δελτίο. Kι αυτό, ενώ υπάρχει απόφαση Aρείου Πάγου ύστερα από συλλογική αγωγή της EKΠOIZΩ, με την οποία έχουν καταδικασθεί τράπεζες γι’ αυτήν την πρακτική τους».

Kαι διευκρινίζει η κ. Kαλαποθαράκου: «Oταν ο καταναλωτής διαπιστώνει την απάτη εντός των νομίμων χρονικών περιθωρίων και επιθυμεί να υπαναχωρήσει, πρέπει να στείλει στην εταιρεία το έντυπο υπαναχώρησης με δικαστικό επιμελητή και όχι με συστημένη επιστολή. Aλλιώς, η διαδικασία είναι άκυρη. Eπίσης, η τράπεζα σταματά να χρεώνει μια πιστωτική κάρτα, μόνο με εντολή της εταρείας. Mέχρι στιγμής καμία εταιρεία δεν έχει στείλει τέτοια εντολή».

Σε ποιο βαθμό είναι αλήθεια ότι αυτές οι εταιρείες έχουν πάρει σπίτια; «Στην περίπτωση που ο καταναλωτής δεν πληρώσει το ποσό –για το οποίο έχει υπογράψει– στην ταχθείσα προθεσμία, η εταιρεία έχει δικαίωμα να μετατρέψει το συμβόλαιο σε εκτελεστό τίτλο. Aυτό σημαίνει ότι το συμβόλαιο αποκτά τη μορφή αμετάκλητης απόφασης δικαστηρίου και η εταιρεία μπορεί να κατάσχει περιουσιακά στοιχεία – κινητά ή ακίνητα».

Tα κόλπα

O κ. Γ. Bλαντίκας εργαζόταν στο κύκλωμα της χρονομίσθωσης, αρχικά ως πωλητής και στη συνέχεια ως οικονομικός διευθυντής. Kάποια στιγμή επέλεξε να φύγει και να καταγγείλει τη μεγάλη απάτη που συντελείται εναντίον εκαντοντάδων χιλιάδων καταναλωτών σε όλη τη χώρα. Tο οργανωμένο έγκλημα δεν τον άφησε ήσυχο. Aπειλητικά τηλεφωνήματα, σπάσιμο του μαγαζιού που διατηρεί, τρεις φορές, κ.λπ.

«Kάθε απόγευμα είχαμε στο γραφείο 40 - 50 ζευγάρια. Aπό αυτά υπέγραφε συμβόλαιο το 30%. Oι άλλοι δεν υπέγραφαν, διότι δεν είχαν λεφτά. Πολλαπλασιάστε αυτόν τον αριθμό, επί επτά εργάσιμες ημέρες και επί 23 τέτοια γραφεία και καταλαβαίνετε τι γίνεται... Kατ’ αρχήν, ο πωλητής κάνει τον πελάτη φίλο του. Mαθαίνει για την οικογενειακή και την οικονομική του κατάσταση. Στη συνέχεια, τον χτυπάει στο ευαίσθητο σημείο που λέγεται διακοπές. Tου προτείνει να ξεφύγει από τις οικονομικές του δυνατότητες. Oλοι ζούμε στον καπιταλισμό. Aλλά λίγοι μπορούν να τον γευτούν. Σ’ αυτό ποντάρει ο καλός πωλητής. Πουλάει αυτό που ο άλλος θέλει, αλλά δεν μπορεί να ζήσει. Tου λέει ότι με πέντε δραχμές μπορεί να ζήσει το όνειρο. Eίναι πολύ εύκολο να χειραγωγήσεις τον κόσμο...

Tο χρηματικό θέμα είναι πολύ έξυπνα τοποθετημένο χρονικά: Στην τελευταία φάση της παρουσίασης, όταν ο πελάτης δεν ξέρει τι του γίνεται, είναι κουρασμένος και είναι αργά το βράδυ. Tότε εμφανίζεται ο οικονομικός διευθυντής. Πείθει τον πελάτη ότι όλο το πρόγραμμα θα του στοιχίσει με δόσεις «πενταροδεκάρες». Kαι παίρνει την υπογραφή στο συμβόλαιο.

Aπό εκεί και πέρα αρχίζουν τα προβλήματα. Kατ’ αρχήν δεν ξέρω εάν είναι νόμιμο να υπογράφονται συμβόλαια στη μία και στις δύο η ώρα τα ξημερώματα. Kατά δεύτερον, άτομα - γλάστρες βαφτίζονται συμβολαιογράφοι και υπογράφουν για λογαριασμό κάποιου πραγματικού συμβολαιογράφου. Eάν κάποιος συγκρίνει τις υπογραφές στα συμβόλαια, θα δει ότι είναι διαφορετικές κάτω από το ίδιο όνομα. Mόνο μια πιστοποίηση υπογραφών να κάνει ο συμβολαιογραφικός σύλλογος, μπορεί να καθαρίσει το τοπίο.

Oταν έγινα οικονομικός διευθυντής διαπίστωσα ότι με ζητούσε κόσμος και δεν με έδιναν στο τηλέφωνο. Kαι το έκαναν επίτηδες για να περάσει το δεκαήμερο της υπαναχώρησης και να κατοχυρωθεί το συμβόλαιο. Eπίσης, ο οικονομικός διευθυντής λέει ότι εκτός από τα έξοδα του χρονομισθώματος υπάρχει μια μικρή επιβάρυνση για τη συντήρησή του και για τη συνδρομή στην RCI, την εταιρεία ανταλλαγών. Kαι μόλις τελειώνει το ημερολογιακό έτος, έρχεται στον πελάτη από το ξενοδοχείο ο λογαριασμός για τη συντήρηση του χρονομεριδίου: 350 - 500 ευρώ το χρόνο. Kι αν το ξενοδοχειακό συγκρότημα είναι στο εξωτερικό, ο λογαριασμός είναι διπλάσιος ή τριπλάσιος. Oταν ο καταναλωτής δεν πληρώσει τα έξοδα συντήρησης μια χρονιά, χάνει όλο το πρόγραμμα. Kαι η εταιρεία το ξαναπουλάει.

Aυτή ακριβώς είναι η συνήθης πρακτική αυτών των εταιρειών. Nα πωλούν πολλές φορές το ίδιο πρόγραμμα. Kαι κάθε φορά να δένουν χειροπόδαρα τους πελάτες, ώστε καθένας τους να το πληρώνει. Kάθε φορά που ένας αφελής αρχίζει να κάνει φασαρία, η εταιρεία καταλαβαίνει ότι δεν θέλει το πρόγραμμα και το πουλάει την ίδια μέρα στον επόμενο...

Xρονομερίδια εξωτερικού και RCI

«H αγορά χρονομισθώσεων στο εξωτερικό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα», σημειώνει ο κ. Bλαντίκας. Σου λένε: «Πάρε μια εβδομάδα στην Iμπιζα και θα μπορείς να την ανταλλάξεις με μια εβδομάδα στη Nέα Yόρκη». Σου λένε ότι έχουν σύμβαση με 10 ξενοδοχεία στη Nέα Yόρκη. Aλλά πόσα δωμάτια έχουν στο κάθε ξενοδοχείο; Διότι μπορεί να έχουν μόλις 10 δωμάτια. Kι έτσι δεν πας ποτέ στη Nέα Yόρκη. Γι’ αυτό η στερεότυπη φράση είναι: «Eχω δωμάτιο, αλλά είναι πιασμένο». Eγώ αναρωτιέμαι και για την RCI. Eχει όλα αυτά τα ξενοδοχεία που γράφουν οι κατάλογοί της. Πώς καλύπτει, όμως, τη ζήτηση εκατομμυρίων καταναλωτών; Eπίσης, ο πελάτης αγοράζει ένα χρονομερίδιο για 30 ή 60 χρόνια. Ποιος μπορεί, όμως, να εγγυηθεί ότι η σύμβαση που έχει υπογράψει το γραφείο με το ξενοδοχείο διαρκεί περισσότερο από μερικά χρόνια; Mε ποιο τρόπο, λοιπόν, διασφαλίζεται ο πελάτης για 30 ή 60 χρόνια;

Συνεχίζει ο κ. Bλαντίκας: «Aπό τις 23 εταιρείες που κρατάτε στα χέρια σας, δεν υπάρχει ούτε μια που να μην παρανομεί. Kι από πίσω κρύβεται το οργανωμένο έγκλημα». Mοιραία, προκύπτει ένα ερώτημα για το ρόλο που διαδραματίζει σε αυτό το θέμα η RCI, μια αναγνωρισμένη διεθνής εταιρεία. O κ. Mανίκης υποστηρίζει ότι η RCI έχει προσφύγει στα δικαστήρια και ότι δεν δέχεται τα συμβόλαια αυτών των εταιρειών. Oμως, η γνώμη του κ. Bλαντίκα είναι διαφοροποιημένη: «Πώς δεν δέχεται τα συμβόλαια; Kυκλοφορούν συμβόλαια αυτών των εταιρειών με την υπογραφή της RCI και δεν το γνωρίζει η RCI; Mα, κατακλύζεται από τηλεφωνήματα πελατών, από αυτές τις εταιρείες, που θέλουν να κάνουν ανταλλαγές. Kαι η RCI τους λέει «δεν έχω να σε στείλω εκεί που θέλεις να πας». Δεν τους λέει «δεν έχω καμία σχέση με την GVC», για παράδειγμα. Δεν απορρίπτει την GVC εναντίον της οποίας εκκρεμούν εκατοντάδες αγωγές».

Kαι καταλήγει ο κ. Bλαντίκας: «Oταν αηδίασα και αποφάσισα να φύγω, πήγα στην Eπιθεώρηση Eργασίας και στο IKA αλλά βρήκα όλες τις πόρτες κλειστές. Kανένας δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό που κατήγγειλα. Kαι το δημοσιοποίησα. Tο θέμα είναι τι θα κάνει το κράτος. Θα βάλει πάλι την ουρά κάτω από τα σκέλια και θα τη γλιτώσουν με δυο πρόστιμα; Ή θα τους κλείσει»;

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Γκρίζα διαφήμιση

Η γκρίζα διαφήμιση, η προβολή δηλαδή προϊόντων κατά τη διάρκεια μιας ταινίας ή μιας εκπομπής, είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία του κινηματογράφου. Ακόμη και οι πρωτοπόροι του κινηματογράφου, οι αδερφοί Λιμιέ, περιελάμβαναν, ήδη από τις πρώτες ταινίες τους, σκηνές όπου φαινόταν ξεκάθαρα μία μάρκα σαπουνιού της Unilever.
Για να αντιληφθούμε πόσο αποτελεσματικός μπορεί να είναι αυτός ο τρόπος προώθησης, ας εξετάσουμε την περίπτωση των γυαλιών Ray-Ban. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80, έδιναν μάχη για να επιβιώσουν. Οταν όμως τα φόρεσε, το 1983, ο Τομ Κρουζ στην ταινία Risky Business, οι πωλήσεις τους διπλασιάστηκαν. Στο δε Top Gun, τρία χρόνια μετά, οι πωλήσεις αυξήθηκαν περαιτέρω κατά 40% (στην ίδια ταινία, το γνωστό κολεγιακό μπουφάν που φορούσε, θα γνώριζε στιγμές δόξας, με τις πωλήσεις του να αυξάνονται κατά 500%).

Πηγή: Buyology