Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Taxibeat. Μία επιχειρηματική ιστορία επιτυχίας, που κατακτά τον ανεπτυγμένο κόσμο

Ολα ξεκίνησαν μια καλοκαιρινή βραδιά του 2010. Ο 47χρονος Νίκος Δρανδάκης, σύμβουλος επιχειρήσεων σε θέματα τεχνολογίας και νέων μέσων, είχε εγκλωβιστεί σε απομακρυσμένη περιοχή της Κηφισιάς και δεν μπορούσε να βρει ταξί. «Σκέφτηκα, όπως κοιτούσα τον χάρτη της περιοχής στο iPhone μου, ότι θα ήταν ωραίο να μπορούσα να δω εκεί τις θέσεις των ταξί» θυμάται ο κ. Δρανδάκης. Ηταν το πρώτο σπέρμα της ιδέας του Taxibeat, της διαδικτυακής εφαρμογής κλήσης ταξί που έκτοτε έχει εισάγει νέα δεδομένα στην αγορά των ταξί στην Αθήνα, ενώ έχει επεκταθεί ήδη στην Ευρώπη (Παρίσι) και στη Λατινική Αμερική (Ρίο ντε Τζανέιρο, Σάο Πάολο, Πόλη του Μεξικού). Για να υλοποιήσει τα σχέδιά της για την κατάκτηση του υπόλοιπου κόσμου, η εταιρεία μόλις ανακοίνωσε μία εντυπωσιακή νέα συνεργασία: το ευρωπαϊκό fund Hummingbird Ventures, με έδρα το Λονδίνο, θα χρηματοδοτήσει την περαιτέρω ανάπτυξή της με 4 εκατ. δολάρια (περίπου 3 εκατ. ευρώ).
«Θέλουμε να επεκταθούμε σχετικά γρήγορα» σημειώνει ο κ. Δρανδάκης. «Αυτή τη στιγμή υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός για το ποιος θα ελέγξει το real estate του ταξί ανά τον κόσμο, σε έναν κλάδο που αλλάζει παντού και με τον ίδιο τρόπο. Αν περιμέναμε να μπούμε σε αυτές τις αγορές με ίδια κεφάλαια, αφού η εταιρεία γίνει κερδοφόρα, θα χάναμε κρίσιμο έδαφος». Οπως εξηγεί, το συγκριτικό πλεονέκτημα που προσέφερε το συγκεκριμένο fund σε σχέση με άλλους υποψήφιους χρηματοδότες ήταν «ανθρώπους με εμπειρία, που προσφέρουν τεχνογνωσία για την οικοδόμηση μιας διεθνούς τεχνολογικής εταιρείας».

Η συνεργασία με τη Hummingbird είναι ενδεικτική της ταχύτητας με την οποία η ελληνική startup, που ιδρύθηκε το Μάιο του 2011, έχει μετατραπεί από τοπικό εύρημα σε επιχείρηση με διεθνείς φιλοδοξίες. Η πορεία δεν ήταν χωρίς εμπόδια: Ο κ. Δρανδάκης δεν είχε προηγούμενη εμπειρία ως ιδρυτής επιχειρήσεων και η αναζήτηση των αρχικών πόρων, στην προ-Jeremie περίοδο του κλάδου των τεχνολογικών start-up, διήρκεσε αρκετούς μήνες.

Ούτε η διείσδυση στην αγορά ήταν απλή υπόθεση. «Γύρισα όλες τις πιάτσες της Αθήνας, γνώρισα τους ταξιτζήδες έναν-έναν» λέει σήμερα ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Taxibeat (το ίδιο κάνουν σήμερα εργαζόμενοι της εταιρείας στις πόλεις όπου έχει επεκταθεί). Στην προσπάθειά του τότε στην Αθήνα, η κρίση ήταν σύμμαχος: «Οι οδηγοί είχαν πολύ μεγάλη ανάγκη για πελάτες. Εμείς τους προσφέραμε μία υπηρεσία που αύξανε την πελατεία τους χωρίς να πληρώνουν σταθερή συνδρομή». (Το Taxibeat χρεώνει τους οδηγούς -συνδρομητές ένα ποσό για κάθε διαδρομή που κλείνουν μέσω της υπηρεσίας, που αρχικά ήταν 0,5 ευρώ και σήμερα είναι το 10% του τελικής τιμής).

Η πιο συναρπαστική πτυχή της ιστορίας του Taxibeat όμως αφορά τον τρόπο με τον οποίο μεταμόρφωσε την αγορά των ταξί στην Αθήνα. Ολοι θυμόμαστε την προηγούμενη κατάσταση: την ατμόσφαιρα καχυποψίας, τις πολλαπλές κούρσες, τις απορρίψεις πελατών («δεν πάω εκεί») κ.ο.κ. Οπως θύμισε στην «Κ» οδηγός ταξί, τις παλαιές, όχι και τόσο καλές ημέρες, υπήρχαν συνάδελφοί του που χρέωναν επιπλέον ακόμα και το κλιματιστικό! Ο πελάτης δεν μπορούσε να επιλέξει ή να αξιολογήσει τον πάροχο, συνεπώς ο πάροχος δεν είχε κανένα κίνητρο να βελτιώσει τις υπηρεσίες του.


Το Taxibeat, με τα προφίλ των οδηγών και τις αξιολογήσεις τους από τους πελάτες, έχει δημιουργήσει ακριβώς αυτό το κίνητρο. Οπως αποκαλύπτει ο κ. Δρανδάκης, από τον στόλο των 2.500 ταξί-συνδρομητών του Taxibeat, στον τελευταίο χρόνο τα 800 συμπεριέλαβαν παροχή σύνδεσης wi-fi, ανταποκρινόμενοι στις προτιμήσεις των πελατών. «Οι πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις σε κάθε αγορά γίνονται κυρίως μέσω της τεχνολογίας» σημειώνει ο επικεφαλής της Taxibeat. Σίγουρα η εφαρμογή της εταιρείας του άλλαξε πιο ουσιωδώς τον κλάδο από τη μνημονιακή «απελευθέρωσή» του – και χωρίς τις επικές, θλιβερές συγκρούσεις της Ραγκουσιάδας.

Πηγή: απόσπασμα από την εφημερίδα Καθημερινή

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Η έκπληξη της WestJet στους πελάτες της

H αεροπορική εταιρεία WestJet στον Καναδά ετοίμασε μια έκπληξη στους επιβάτες της. Στην αίθουσα αναμονής ένας… Άγιος Βασίλης στήθηκε πίσω από μια κάμερα και άρχισε να μιλά στον κόσμο ρωτώντας τον τι θέλει για τα Χριστούγεννα. Μία τηλεόραση; Παιχνίδια; Ένα ζευγάρι… κάλτσες;
Κατά τη διάρκεια της πτήσης ομάδα της WestJet αγόρασε τα δώρα που ζητήθηκαν και τα παρέδωσε στους ανυποψίαστους επιβάτες. Και ξαφνικά, αντί για βαλίτσες στους ιμάντες, τα δώρα άρχισαν να πλησιάζουν στους προορισμούς τους!
http://www.youtube.com/watch?v=zIEIvi2MuEk#t=308


Ένας εξαίρετος τρόπος για να δημιουργήσεις πιστούς πελάτες αλλά, κυρίως, να κάνεις το όνομά σου γνωστό παγκοσμίως εν μία νυκτί. Από τις περιπτώσεις που η ευρηματικότητα συναντά την φαντασία. Ας διδαχθούν και οι δικοί μας επιχειρηματίες…

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Η ιστορία των Wendy's

«Ποτέ δεν θα καταφέρεις να κρατήσεις µια δουλειά», είπε στον Ντέιβ Τόµας ο θετός του πατέρας, όταν αυτός απολύθηκε για δεύτερη φορά µέσα σε λίγους µήνες. Τότε ο µικρός, που δεν ήταν καν 15 ετών, του διαµήνυσε ότι κάποια στιγµή θα έφθανε να έχει τη δική του αλυσίδα εστιατορίων. Αυτό ήταν το όραµά του, το οποίο κάποια στιγµή, ύστερα από σκληρή προσπάθεια, θα έπαιρνε σάρκα και οστά.
Ο Ντέιβ Τόµας γεννήθηκε το 1932, όµως δεν γνώρισε ποτέ τους πραγµατικούς του γονείς. Υιοθετήθηκε ενώ ήταν µόλις έξι εβδοµάδων από µια οικογένεια του Μίσιγκαν της Αµερικής, γεγονός που του εκµυστηρεύτηκε κάποια στιγµή η θετή γιαγιά του. Αρκετά νωρίς, µόλις στα 12 του χρόνια και κρύβοντας το νεαρό της ηλικίας του, θα έµπαινε στον εργασιακό χώρο, απασχολούµενος αρχικά σε µανάβικο και αργότερα σε µπακάλικο. Απολύθηκε και από τις δύο δουλειές, από τη δεύτερη όταν το αφεντικό του έµαθε ότι δεν ήταν ούτε καν 16 ετών.
Η επόµενη ενασχόληση του ήταν σε εστιατόριο, όπου έφτιαχνε εκατοντάδες σάντουιτς από τις επτά το απόγευµα έως τις τρεις µε τέσσερις τα ξηµερώµατα. Ήθελε να αποδείξει στον θετό του πατέρα ότι άξιζε κάτι και ότι θα µπορούσε να τα καταφέρει µε τα εστιατόρια. Ο νεαρός, που πλέον ζούσε σε ένα τροχόσπιτο χωρίς καν να έχει το δικό του κρεβάτι, γνώριζε ότι θα έπρεπε να προσπαθήσει σκληρά για να πετύχει το στόχο του.
Όταν η θετή οικογένειά του µετακόµισε σε άλλη Πολιτεία, ο Τόµας δεν ακολούθησε και έµεινε µόνος του σε ένα δωµάτιο της εστίας. Σύντοµα εγκαταλείπει το Λύκειο και πιάνει δουλειά σε άλλο εστιατόριο, του οποίου ο ιδιοκτήτης και η οικογένειά του γοητεύτηκαν από τη θέληση του µικρού να κάνει οποιαδήποτε δουλειά. Ξεκινώντας από τη λάντζα και έχοντας πλέον «αποκτήσει» µια δεύτερη οικογένεια, σύντοµα πήρε προαγωγή ως βοηθός σερβιτόρου και αργότερα και έγινε ψήστης και ταµίας. Το γεγονός ότι πέρασε σχεδόν από όλα τα πόστα, αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιµο τα επόµενα χρόνια.
Όµως, ο Τόµας, που γνώριζε πολύ καλά ότι σε ένα οικογενειακό εργασιακό περιβάλλον δεν θα είχε προοπτικές εξέλιξης, ανυποµονούσε να βάλει τη δική του σφραγίδα στη δουλειά. Τότε, εµφανίστηκε στο διάβα του ως από µηχανής θεός ο Χάρλαντ Σάντερς, ο δηµιουργός των Kentucky Fried Chicken, που περιόδευε ανά τη χώρα για να πουλήσει τη µαγική του συνταγή για τηγανητό κοτόπουλο, λαµβάνοντας ως αµοιβή πέντε σεντς για κάθε κοτόπουλο που θα πουλιόταν.
Ο Τόµας θα µάθαινε πολλά δίπλα στον Σάντερς, όµως, το πιο σηµαντικό, θα αποδεχόταν την πρόσκλησή του να αναλάβει τέσσερα προβληµατικά εστιατόρια της αλυσίδας του, µε την προϋπόθεση να τα επαναφέρει στην κερδοφορία. Ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε ο νεαρός για χρόνια, η οποία θα του έδινε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει το επιχειρηµατικό του ταλέντο. Αφού, λοιπόν, περιόρισε τα προσφερόµενα εδέσµατα, ξεκίνησε τη διαφήµιση και τις προσφορές, καταφέρνοντας να επαναφέρει τα καταστήµατα σε θετική τροχιά.
Το 1968, ο 35χρονος πρώην ψήστης ήταν ήδη εκατοµµυριούχος, όµως αυτό που ήθελε ήταν να παράγει ένα χάµπουργκερ µε τις δικές του προδιαγραφές. Ένα χρόνο µετά, το Νοέµβριο του 1969, το πρώτο Wendy’s (το υποκοριστικό της 8χρονης κόρης του) άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό. Από την πρώτη µέρα, ο κόσµος σχηµάτισε ουρές για να δειπνήσει στο νέο, παραδοσιακό εστιατόριο, ενώ ο ιδρυτής του, φανερά ικανοποιηµένος, εισήγαγε διάφορες καινοτοµίες, όπως τα τετράγωνα ψωµάκια αλλά και τις πωλήσεις από το παράθυρο για όσους επιθυµούσαν να πάρουν το γεύµα τους και να φύγουν, χάρη στις οποίες θα αύξανε τον τζίρο κατά 50%.
Σύντοµα τα εστιατόρια µε σήµα το γελαστό προσωπάκι της κόρης τού Τόµας θα άνοιγαν µέσω franchise σε όλη την Αµερική. Το 1978, υπήρχαν 1000 Wendy’s, ενώ ο ρυθµός ανάπτυξης της αλυσίδας ξεπερνούσε τους δύο µεγάλους ανταγωνιστές της, τα McDonald’s και τα Burger King. Στη δεκαετία του 1980, όταν ξέσπασε  ο γνωστός ως «πόλεµος των χάµπουργκερ», ο Τόµας θα υιοθετήσει µια πανέξυπνη διαφηµιστική καµπάνια, µε τίτλο «Where is the Beef», κατηγορώντας τα McDonald’s ότι µειώνουν την ποσότητα του κρέατος. Ήταν τόσο µεγάλη η επιτυχία που το συγκεκριµένο σλόγκαν υιοθετήθηκε στις αµερικάνικες εκλογές του 1984, ενώ θεωρήθηκε ένα από τα πλέον επιτυχηµένα που βγήκαν ποτέ.
Όµως η αναπάντεχη επιτυχία είχε το τίµηµά της, αφού από κάποιο σηµείο και µετά δεν µπορούσε να καλυφθεί η τεράστια ζήτηση, µε αποτέλεσµα τη δυσαρέσκεια των πελατών και το κλείσιµο αρκετών καταστηµάτων. Ο εργασιοµανής Τόµας, που πλέον είχε αποσυρθεί για να χαρεί όσα έχασε ως παιδί, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να αναζητήσει µια λύση για το πρόβληµα. Αν και προτάθηκαν διάφορα γνωστά ονόµατα για να διαφηµίσουν τα εστιατόρια του, το µάνατζµεντ αποφάσισε ότι το πιο ιδανικό πρόσωπο ήταν ο ίδιος ο ιδρυτής.
Ο δηµιουργός της διάσηµης αλυσίδας είδε, λοιπόν, και τα φώτα της δηµοσιότητας, βγαίνοντας από το παρασκήνιο και πρωταγωνιστώντας σε µια σειρά από 800 διαφηµιστικά συνολικά, τα οποία «ανάστησαν» την εταιρεία του και, επιπλέον,
έκαναν το πρόσωπό του αναγνωρίσιµο από το 90% των Αµερικανών.

Γνωρίζατε ότι...
«Για τρία πράγµατα ντρεπόµουν πάντα να µιλήσω: ότι ήµουν παιδί εκτός γάµου, υιοθετηµένο και ότι παράτησα το σχολείο στα 15 µου», εκµυστηρεύτηκε ο Τόµας, συµπληρώνοντας, «για τα δύο πρώτα δεν έφταιγα εγώ, όµως το τρίτο ήταν το µεγαλύτερό µου λάθος». Λίγο αργότερα και ενώ ήδη βάδιζε στην έβδοµη δεκαετία της ζωής του, αποδέχτηκε την πρόκληση ενός µαθητή και επέστρεψε στο σχολείο για να πάρει το πτυχίο του.


Όµως ο «γίγαντας των φαστ φουντ» είχε πια φτάσει στα φυσικά του όρια. Ύστερα από ένα καρδιακό επεισόδιο, το 1996, κατάφερε και επέστρεψε στην επιχειρηµατική δράση, αν και γνώριζε ότι παρέµενε βαριά άρρωστος. Ο Ντέιβ Τόµας εγκατέλειψε τα εγκόσµια το 2002 χτυπηµένος από καρκίνο του ήπατος, αφήνοντας πίσω ένα ίδρυµα για τη διευκόλυνση της υιοθεσίας και 6.000 εστιατόρια, ένα κληροδότηµα στον κόσµο του µάρκετινγκ και της διαφήµισης αλλά και µια ιστορία επιτυχίας.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Άγνωστες Ιστορίες 3 (Εκδ. Σταμούλης)