Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Η αποκαθήλωση της Barbie

Εμφανίστηκε το 1959 και προκάλεσε φρενίτιδα στις τάξεις των κοριτσιών. Ωστόσο, φαίνεται ότι τον τελευταίο καιρό έχει ξεμείνει από δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η Barbie, η διασημότερη κούκλα που βγήκε ποτέ στο εμπόριο, χάνει για πρώτη φορά τον χριστουγεννιάτικο εμπορικό «θρόνο» της, «την μητέρα όλων των μαχών», από τους πρωταγωνιστές του «Frozen».

Η ναυαρχίδα της Mattel, που είδε φέτος τα έσοδά της να συρρικνώνονται κατά 36%, παρέδωσε τα σκήπτρα στη βασίλισσα Έλσα και την πριγκίπισσα Άννα, πρωταγωνίστριες στο εξαιρετικά πετυχημένο «Frozen» που η Walt Disney Co. έβγαλε πέρυσι στους κινηματογράφους.

Όσον αφορά τις πωλήσεις της Barbie, η οποία απέφερε κάθε χρόνο έσοδα του ενός δις. δολαρίων, αυτές σημείωσαν πτώση 21% σε διεθνές επίπεδο. Ίσως πια τα κοριτσάκια να έχουν κουραστεί από την κούκλα με τις θεϊκές αναλογίες και να στρέφονται σε πιο γήινα παιχνίδια όπως η κούκλα Lammily, που στοιχίζει μόλις 25 δολάρια, για την παραγωγή της στηρίχθηκε στο crowdfunding και δίνει τη δυνατότητα στις μικρές καναταλώτριες να κάνουν παρεμβάσεις στην εμφάνισή της με ρεαλιστικές ατέλειες, όπως π.χ. ακμή!

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, τον Νοέμβριο -λίγο πριν αρχίσει η εορταστική περίοδος- η αμερικάνικη εταιρεία αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη για ένα βιβλίο που έβγαλε με πρωταγωνίστρια τη θρυλική της κούκλα, το οποίο χαρακτηρίστηκε σεξιστικό. Ο τίτλος του ήταν «Μπορώ να γίνω μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών». Το ηθικό δίδαγμα ότι μία γυναίκα χρειάζεται τελικά τη βοήθεια ενός άνδρα για να τα καταφέρει. Κι όπως ήταν φυσικό προκάλεσε κατακραυγή και καυστικές κριτικές στο Amazon, ως «αηδιαστικά σεξιστικό».


Τέλος, και τα αντανακλαστικά της Mattel φαίνονται να είναι πολύ καθυστερημένα, καθότι δείχνει να μην έχει διάθεση να καινοτομήσει, να διεγείρει με κάτι νέο την παιδική φαντασία. Η Barbie χρειάζεται άμεσα επανατοποθέτηση, αν θέλει πραγματικά να εξακολουθεί να συντροφεύει τα κοριτσάκια ανά τον πλανήτη. Αν δεν το πράξει, τότε σύντομα, σε ένα κλάδο που εξελίσσεται διαρκώς, θα περάσει στη φάση της παρακμής, της πτώσης.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Γίναμε διεθνώς "ρόμπα" για 28.000 ευρώ

Το μεγαλείο της ελληνικής γραφειοκρατίας έκανε και πάλι το θαύμα του προκειμένου η χώρα μας και δη η περιοχή της Λάρισας να δεχθεί ένα σημαντικό πλήγμα για το τουριστικό προϊόν της. Για μόλις 24.000 ευρώ, η παγκόσμια ομοσπονδία ορειβασίας και αναρρίχησης ακύρωσε τους αγώνες που είχαν προγραμματιστεί στον Όλυμπο, επειδή η ελληνική πλευρά δεν κατέβαλε εγκαίρως όλο το ποσό – ισχυρίστηκε ότι συγκέντρωσε μόλις 18.000 ευρώ.
Τρία ολόκληρα χρόνια
επίπονων και επίμονων προσπαθειών, προκειμένου η παγκόσμια ομοσπονδία να πειστεί και να βάλει στον χάρτη του αθλήματος για πρώτη φορά τον Όλυμπο και την Ελλάδα, πήγαν χαμένα. Ήταν η  πρώτη φορά που οι συγκεκριμένοι αγώνες θα πραγματοποιούνταν σε κάποιο βουνό εκτός των Άλπεων.

Οι αγώνες είχαν προγραμματιστεί να γίνουν στις 21 και 22 Φεβρουάριου του 2015, με συμμετοχή των κορυφαίων αθλητών και αθλητριών του κόσμου, αλλά και την τηλεοπτική κάλυψη του μεγαλύτερου αθλητικού δικτύου στον πλανήτη, του Eurosport. Η χώρα μας έχασε δυστυχώς μία σπάνια ευκαιρία για να αναδείξει δωρεάν το πολυσύνθετο τουριστικό της προϊόν.


Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο Πειραιάς προβάλλεται ως τουριστικός προορισμός

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον την καμπάνια με τίτλο «Destination Piraeus», που εγκαινίασε ο δήμος Πειραιά, με στόχο την τουριστική ανάδειξη της πόλης.
Παρουσιάζοντάς την ο δήμαρχος Γιάννης Μώραλης δήλωσε πως «δύο εκατομμύρια τουρίστες που ταξιδεύουν με τα πλοία, βλέπουν τον Πειραιά από μακριά και κανείς δεν τον επισκέπτεται». «Αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να σταματήσει». Στην καμπάνια αξιοποιούνται έντυπα, αλλά και ψηφιακά μέσα (web site, social media, εφαρμογές για smartphone και tablet).
Ομολογώ ότι η ομώνυμη ιστοσελίδα είναι αν μη τι άλλο προσεγμένη, αναδεικνύοντας τα πλεονεκτήματα του Πειραιά. Εσχάτως όλο και περισσότεροι προορισμοί επιστρατεύουν το branding προκειμένου να προβληθούν και να κερδίσουν αναγνωρισιμότητα. Η αρχή έγινε με την Πελοπόννησο και την Κρήτη, για να ακολουθήσουν και άλλοι προορισμοί.
Ωστόσο, για το Πειραιά διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Πρόκειται για μία πόλη που είναι ελάχιστα φιλική προς τους κατοίκους της, πόσω μάλλον προς τους τουρίστες. Πολλοί δρόμοι κοντά στο λιμάνι, εκεί όπου εξέρχονται οι τουρίστες, δεν έχουν ούτε καν σήμανση στα ελληνικά – για αγγλικά ούτε λόγος. Προβληματικό συγκοινωνιακό δίκτυο, ερειπωμένα κτίρια, παντελής έλλειψη πρασίνου, άναρχη δόμηση, έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα, ιδιαίτερα όταν βρέχει, συνθέτουν μερικά ακόμη κομμάτια του παζλ. Συν τοις άλλοις, η μισή πόλη έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο για τα έργα του μετρό.
Τελικά γιατί «κανένας δεν επισκέπτεται τον Πειραιά;», όπως δήλωσε και ο δήμαρχος. Φταίει το προϊόν ή φταίει η προβολή;
Θεωρώ ότι ισχύει το πρώτο. Γιατί δεν έγινε κάποια έρευνα αγοράς, ρωτώντας τους τουρίστες που έχουν επισκεφθεί την πόλη; Τι τους άρεσε, τι δεν τους άρεσε, τι θα ήθελαν να δουν; Αντ’ αυτού, επιλέχθηκε η εύκολη και πιο οικονομική λύση, μία πολύ όμορφη ιστοσελίδα, με εντυπωσιακές φωτογραφίες. Όμως αυτός είναι ο Πειραιάς;

Μπορεί μία καλή διαφήμιση να σώσει ένα μέτριο προϊόν; Η απάντηση, φοβάμαι, πως είναι αρνητική. Το ζητούμενο δεν είναι να έρθουν απλώς οι τουρίστες, αλλά να μείνουν και ικανοποιημένοι, να το πουν –να το γράψουν- σε άλλους. Φοβάμαι ότι αν δεν διορθωθούν τα κακώς κείμενα, αν δεν γίνουν έργα υποδομής, η όλη προσπάθεια θα αποτύχει.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Επεσε η αυλαία για την ΑΓΝΟ

Τέλος εποχής και επίσημα για την γαλακτοβιομηχανία ΑΓΝΟ, καθώς οδηγήθηκε σε πτώχευση, με 375 εργαζομένους να χάνουν τη δουλειά τους.
Μολονότι το 2003 πέρασε, απαλλαγμένη χρεών και έχοντας ένα αναγνωρίσιμο σήμα και την υποστήριξη της ευρύτερης κοινότητας, στην Κολιός ΑΕ, η άλλοτε “υγιής” εταιρεία έφθασε 10 χρόνια μετά να κατεβάσει ρολά.
Από τον Αύγουστο του 2012, οπότε και υπάχθηκε στο άρθρο 99, η ΑΓΝΟ άρχισε να μην ανταποκρίνεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι των πιστωτών της. Το Μάρτιο του 2013 έπαψε κάθε παραγωγική δραστηριότητα.

Στις αρχές του μήνα η εταιρεία κοινοποίησε στους εργαζόμενους τις απολύσεις τους, στους οποίους ήδη οφείλονται ποσά εκατομμυρίων ευρώ. Το δε σωματείο της βορειοελλαδίτικης γαλακτοβιομηχανίας κάνει λόγο για κακοδιαχείριση κατηγορώντας ως υπαίτιο τον επιχειρηματία Νίκο Κολιό, ο οποίος συνελήφθη για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ ύψους 3 εκατ. ευρώ.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της Gucci

Σήµερα η µάρκα Gucci αποτελεί συνώνυµο του στυλ στις γυναικείες τσάντες, στα υποδήµατα και στη µόδα. Αποτελεί όµως και απόδειξη της επιτυχηµένης πορείας ενός ανθρώπου, του Γκούτσιο Γκούτσι, που ξεκίνησε την καριέρα του πλένοντας πιάτα σ’ ένα ξενοδοχείο για να φθάσει να «συναλλάσσεται» µε την αριστοκρατία και να διοικεί έναν από τους πιο γνωστούς οίκους µόδας.
Ο ιδρυτής του διάσηµου πλέον οίκου µόδας, ο Γκούτσιο Γκούτσι, γεννήθηκε το 1881 στη Φλορεντία της Ιταλίας. Ο πατέρας του, που είχε επιχείρηση κατασκευής καπέλων, έσπρωξε τον νεαρό σε αναζήτηση καλύτερης τύχης όταν η επιχείρησή του πτώχευσε. Τότε ο Γκούτσι πήγε στο Λονδίνο, όπου κατέληξε να δουλεύει στη λάντζα του πολυτελούς ξενοδοχείου Savoy, το οποίο εκείνη την εποχή προσέλκυε την αριστοκρατία από Ευρώπη και Αµερική, χάρη κυρίως στη φήµη του καταπληκτικού σεφ Σέζαρ Ριτζ.
Ο νεαρός λαντζέρης θα µάθαινε πολλά δίπλα στον διάσηµο σεφ, που γνώριζε πολύ καλά πώς να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τις επιθυµίες της ευκατάστατης πελατείας του. Σύντοµα «προάχθηκε» σε σερβιτόρο, ένα πόστο που θα του επέτρεπε να παρατηρεί από πρώτο χέρι τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες του διεθνούς τζετ σετ. Αυτό όµως που του είχε κάνει εντύπωση ήταν οι πολυτελείς, δερµάτινες αποσκευές των πελατών του ξενοδοχείου, φτιαγµένες στο χέρι από εξειδικευµένους τεχνίτες από όλη την Ευρώπη. Αντιλήφθηκε, λοιπόν, ότι η ανώτερη κοινωνική τάξη αναζητά τη µοναδικότητα και ξοδεύει ακατάπαυστα για να αποκτήσει αγαθά πολυτελείας.
Μετά από τρία χρόνια σκληρής δουλειάς και έχοντας καταφέρει να µαζέψει µερικά χρήµατα, ο Γκούτσι επιστρέφει στη γενέτειρά του, σε µια προσπάθεια να ξεκινήσει µια νέα ζωή. Εκεί παντρεύτηκε µια νεαρή ράπτρια, µε την οποία απέκτησε τέσσερις γιους και µία κόρη. Όµως, η πολυπληθής οικογένεια, στην οποία προστέθηκε και ένα υιοθετηµένο αγοράκι, θα αντιµετώπιζε έντονο πρόβληµα επιβίωσης τα επόµενα χρόνια και κυρίως κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου, όταν ο πατριάρχης της, που µέχρι τότε εργαζόταν σ’ ένα µαγαζί µε αντίκες, στρατεύτηκε για να πολεµήσει µε τον ιταλικό στρατό.
Μετά τον πόλεµο, ο Γκούτσι, ενθυµούµενος την εµπειρία του στο Λονδίνο, απασχολήθηκε σε µια εταιρεία που ειδικευόταν στην παραγωγή δερµάτινων προϊόντων υψηλής ποιότητας. Εκεί, ο ιδιοκτήτης θα τον µυούσε στον κόσµο του δέρµατος και σύντοµα θα του ανέθετε να διοικήσει ένα νέο υποκατάστηµα στη Ρώµη. Όµως, το 1921, ο 40χρονος πρώην λαντζέρης ήταν πια έτοιµος να ακολουθήσει το δικό του επιχειρηµατικό όνειρο. Με την παραίνεση της συζύγου του και µε 30.000 λίρες στη τσέπη, άνοιξε ένα µικρό κατάστηµα δερµάτινων ειδών στη Φλορεντία, απευθυνόµενο κυρίως στους πλούσιους Βρετανούς τουρίστες που κατέκλυζαν την πόλη στη δεκαετία του 1920.
Το ταλέντο του Γκούτσι στην κατασκευή ποιοτικών δερµάτινων αγαθών, κυρίως πολυτελών τσαντών και αποσκευών, σύντοµα θα αναγνωριζόταν από την πελατεία του, αποκτώντας φήµη που σύντοµα θα ξεπερνούσε τα σύνορα της χώρας. Γνωρίζοντας ο Ιταλός έµπορος ότι οι πελάτες του εκτιµούν ιδιαίτερα οτιδήποτε ήταν εξαιρετικά ακριβό, ανέβασε κατακόρυφα τις τιµές των προϊόντων του. Το κατάστηµά του συνέχισε να ευηµερεί, µέχρι τουλάχιστον τη στιγµή που ο Μπενίτο Μουσολίνι θα απαγόρευε την εισαγωγή δέρµατος από την Βρετανία. Τότε, χωρίς να χάσει χρόνο, αποφάσισε να ξεκινήσει να εκτρέφει δικά του ζώα, εξασφαλίζοντας έτσι την πολυπόθητη πρώτη ύλη για τα προϊόντα του.
Αν και ο Β’ Παγκόσµιος Πόλεµος αποτέλεσε ισχυρό ράπισµα για την κερδοφορία της επιχείρησης, που ήδη αριθµούσε δύο καταστήµατα, ο Γκούτσι επέστρεψε στην επιχειρηµατική δράση προσελκύοντας πια Αµερικάνους στρατιώτες, που αγόραζαν διάφορα δερµάτινα είδη για τις µητέρες και τις συζύγους τους. Μετά τον πόλεµο και µε τη βοήθεια του
µεγαλύτερου γιου του Άλντο, άρχισε να δηµιουργεί το µύθο σχετικά µε τα προϊόντα της εταιρείας, που πλέον έφεραν το διακριτικό σήµα
GG (τα αρχικά του ιδρυτή).
Την ίδια εποχή κυκλοφορεί η φήµη ότι οι Γκούτσι υπήρξαν οι αποκλειστικοί προµηθευτές σελλών και σαµαριών των πιο αριστοκρατικών οικογενειών της Φλορεντίας. Αυτός ο µύθος ανέβασε πολύ τους Γκούτσι στην εκτίµηση των πελατών τους, ενώ προσέλκυσε διασηµότητες από όλο τον κόσµο, όπως η Βασίλισσα της Αγγλίας, η Ελεανόρ Ρούσβελτ, η Ελίζαµπεθ Τέιλορ και η Γκρέις Κέλι.

Γνωρίζατε ότι...
Μία φορά η Γκρέις Κέλι έσπευσε στο κατάστηµα σε κατάσταση πανικού για να αγοράσει ένα δώρο για κάποιον φίλο της που παντρευόταν. Αναζητούσε εναγωνίως ένα µαντήλι µε λουλούδια, το οποίο ο Γκούτσι µπορεί να µη διέθετε, όµως της υποσχέθηκε ότι θα της φτιάξει ένα πάραυτα. Το συµβάν αυτό πήρε τέτοιες διαστάσεις που σύντοµα όλοι ήθελαν να αγοράσουν ένα µαντήλι µε λουλούδια.
 
Με το θάνατο του Γκούτσιο Γκούτσι το 1953, θα ξεκινήσει µια καινούργια εποχή για την εταιρεία, η οποία, υπό τη διοίκηση του Άλντο Γκούτσι, θα µεταµορφωνόταν σε διεθνή οίκο µόδας. Όµως, αυτή η νέα εποχή δηµιούργησε τριγµούς στο οικοδόµηµα, όχι τόσο στην επιχειρηµατική αρένα, όσο στις σχέσεις των απογόνων του ιδρυτή, οι οποίοι ενεπλάκησαν σε απίστευτες ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, που «σηµαδεύτηκαν» ακόµη και µε φόνο. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός µέλους της οικογένειας που κατήγγειλε στην αστυνοµία ότι σε µια συνεδρίαση του οικογενειακού διοικητικού συµβουλίου του Οίκου έπεσε θύµα άγριου ξυλοδαρµού από τους υπολοίπους. Δυστυχώς, φαίνεται πως η επιτυχία µερικές φορές έχει και το τίµηµά της.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3 (Πρωτοπαπαδάκης Ιωάννης, εκδ. Σταμούλης)






Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Τα McDonald's συρρικνώνουν το μενού

Τον τελευταίο καιρό τα McDonalds δεν διάγουν την καλύτερη εποχή τους. Χαρακτηριστικά, ο Νοέμβριος που μας πέρασε ήταν ο χειρότερος των τελευταίων 14 ετών από πλευράς πωλήσεων, καθώς συρρικνώθηκαν κατά 4,6% στις ΗΠΑ και κατά 2,2% σε διεθνές επίπεδο.

Οι εποχές όπου ο αμερικάνικος κολοσσός άνοιγε καταστήματα το ένα μετά το άλλο και απολάμβανε αυξημένες πωλήσεις, φαίνεται ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Στο τελευταίο 14μηνο η εταιρία καταγράφει μηδενική ανάπτυξη, με τη ρίζα του κακού να εντοπίζεται στο πληθωρικό μενού. Τα McDonalds προσφέρουν συνολικά 121 πιάτα, 74% περισσότερα από αυτά που προσέφεραν πριν 10 χρόνια – τα οποία αποδείχθηκε ότι όχι μόνον μπέρδεψαν τους πελάτες, αλλά μοιραία αύξαναν και τον χρόνο παραγγελίας

Συν τοις άλλοις, η εταιρεία δείχνει να μην συμβαδίζει με τις τάσεις της αγοράς, καθότι οι καταναλωτές έχουν αρχίσει να αναζητούν πιο φρέσκα και υγιεινά υλικά, ακόμη και στα fast-food.

Ως εκ τούτου, από τον Ιανουάριο αποφασίστηκε στα εστιατόρια στις ΗΠΑ να πέσει «ψαλίδι» στους καταλόγους, έτσι ώστε τα McDonalds να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος. Ετοιμάζεται μάλιστα να αναζητήσει νέους, πιο υγιεινούς, τρόπους συντήρησης και μαγειρέματος των υλικών της, εγκαινιάζοντας ήδη καμπάνια ενημέρωσης του καταναλωτικού κοινού στις ΗΠΑ. 
Τέλος, θα προσφέρει την επιλογή «Φτιάξτε τη Γεύση σας», μέσα από μια γκάμα με ψωμάκια, τυριά και toppings, κάτι που θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε 2.000 από τα 14.000 καταστήματα που λειτουργεί στις ΗΠΑ.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της Benetton

Πριν 40 περίπου χρόνια, µία φτωχή οικογένεια από το Τρεβίζο της Ιταλίας άρχισε να ράβει χαρούµενα και πολύχρωµα ρούχα, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να πείσει τους συµπατριώτες της να τα φορέσουν. Σύντοµα, βέβαια, τα ρούχα της θα ξεπερνούσαν τα γεωγραφικά σύνορα της Ιταλίας, µε αποτέλεσµα να γίνουν εξαιρετικά δηµοφιλή σε όλο τον κόσµο. Σ’ αυτή τη µεταµόρφωση, πάντως, θα συνεισέφερε τα µέγιστα η υιοθέτηση προκλητικών και ανατρεπτικών διαφηµίσεων από την εταιρεία, που θα άφηναν εποχή.
Οι Λουτσιάνο και Τζουλιάνα Μπένετον, οι δύο ιδρυτές της Benetton Group, γνώρισαν από πολύ µικροί τη σκληρή πλευρά της ζωής, όταν το 1945 έχασαν σε µικρή ακόµη ηλικία τον πατέρα τους, ο οποίος διατηρούσε εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων και ποδηλάτων. Ήταν όµως αυτή η πρόωρη απώλεια που θα έκανε τα δύο αδέρφια πιο δυνατά και ουσιαστικά θα τα παρακινούσε να καταβάλλουν ακόµη µεγαλύτερη προσπάθεια, προκειµένου να επιτύχουν επαγγελµατικά.
Στη µεταπολεµική Ιταλία, λοιπόν, ο Λουτσιάνο, το µεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, εγκαταλείπει το σχολείο και βγαίνει στο δρόµο πουλώντας εφηµερίδες, προκειµένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην για την οικογένειά του. Σ’ αυτή την προσπάθεια θα έβρισκε άξιο συµπαραστάτη την αδερφή του Τζουλιάνα, ένα ιδιαίτερο ταλέντο της οποίας θα άλλαζε τη ζωή όλης της οικογένειας των Μπένετον.
Ήδη από τα πρώτα της χρόνια η Τζουλιάνα ανακάλυψε το ταλέντο της στο πλέξιµο, όταν εργαζόταν σε µια µικρή εταιρεία που έραβε ρούχα. Έχοντας δανειστεί µία µηχανή πλεξίµατος, τα βράδια έραβε τα δικά της µάλλινα πουλόβερ, τα οποία διέθεταν εύθυµα χρώµατα. Το 1955, ο 20χρονος Λουτσιάνο, που συνειδητοποιεί το ιδιαίτερο ταλέντο της 17χρονης αδερφής του, παραιτείται από πωλητής ρούχων, πουλάει το ποδήλατό του και ένα ακορντεόν, ίσως τα µοναδικά αντικείµενα αξίας της οικογένειας, και αγοράζει µία µεταχειρισµένη µηχανή πλεξίµατος.
Σε αντίθεση µε τα µουντά ακρυλικά πουλόβερ, που ήταν αρκετά δηµοφιλή τότε, η Τζουλιάνα ράβει µια πολύχρωµη συλλογή από µάλλινα πουλόβερ, την οποία ο αδερφός της, ως υπεύθυνος επί των πωλήσεων, καταφέρνει να προωθήσει στα τοπικά καταστήµατα. Τα σχέδια της Τζουλιάνας γνωρίζουν µεγάλη επιτυχία και ουσιαστικά θα αποτελέσουν το πρώτο βήµα για τη δηµιουργία µιας παγκόσµιας αυτοκρατορίας.
Το 1965, µαζί µε τα δύο ακόµη αδέρφια της οικογένειας, τον Κάρλο και τον Τζιλµπέρτο, οι Μπένετον ιδρύουν την Magliere Benetton, εταιρεία πλεκτών ενδυµάτων για τον άνδρα και τη γυναίκα µε σήµα κατατεθέν το σχήµα µιας βελόνας. Ο Λουτσιάνο, ο ιθύνων νους της εταιρείας, σύντοµα οραµατίζεται ένα δίκτυο ιδιόκτητων καταστηµάτων, όπου θα πωλούνται αποκλειστικά τα ρούχα της εταιρείας. Το 1968, το πρώτο κατάστηµα Benetton είναι γεγονός, ενώ ένα χρόνο µετά ανοίγει τις πύλες του στο Παρίσι το πρώτο κατάστηµα εκτός Ιταλίας.
Ο Λουτσιάνο γνώριζε ότι αν το κατάστηµα στο Παρίσι ευηµερούσε, τότε θα αποτελούσε την αφετηρία για την εξάπλωση της Benetton και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, καθώς και στην αµερικάνικη και ιαπωνική αγορά. Όπως ακριβώς και έγινε. Σύντοµα η εταιρεία θα αποκτήσει παρουσία σε όλο τον ανεπτυγµένο κόσµο (σήµερα διαθέτει 7.000 καταστήµατα σε 120 χώρες), σε σηµείο να καταστεί ο µεγαλύτερος «καταναλωτής» αγνού παρθένου µαλλιού στον κόσµο.
Η Benetton, χάρη στα προηγµένα, αυτοµατοποιηµένα συστήµατα που θα εφάρµοζε (είναι χαρακτηριστικό ότι στο τεράστιο εργοστάσιό της κοντά στη Βενετία απασχολούνται µόλις 19 άτοµα – τα µηχανήµατά της δε ανανεώνονται κάθε πέντε χρόνια), θα κατάφερνε να ελαχιστοποιήσει τα αποθέµατά της, να πλέκει –ύστερα από παραγγελία– ένα πουλόβερ χωρίς ραφές εντός 30 λεπτών και να παράγει σε ετήσια βάση 115 εκατ. τεµάχια µε το όνοµά της στην ετικέτα.

Γνωρίζατε ότι...
Η Benetton θα ξεχώριζε και χάρη στις προκλητικές διαφηµιστικές εκστρατείες της, σε µια προσπάθεια να προωθήσει το µότο United Colors of Benetton. Πολλοί προφανώς θα θυµούνται τον ιερέα που φιλιέται µε την καλόγρια, το νεογέννητο µωρό µε τον οµφάλιο λώρο, το ζευγάρωµα δύο αλόγων, τον ασθενή που πεθαίνει από AIDS, τους µελλοθάνατους, τους χιµπατζήδες που απειλούνταν από εξαφάνιση, καθώς και πολλές άλλες διαφηµίσεις που έθιξαν καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήµατα.
Ο προκλητικός φωτογράφος Ολιβιέρο Τοσκάνι, εµπνευστής όλων αυτών των εκστρατειών, κατάφερε να συγκλονίσει τον κόσµο µε τις εικόνες του. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος: «Δεν βρίσκοµαι εδώ για να πουλάω πουλόβερ αλλά για να προωθήσω µια εικόνα».


Οι διαφηµίσεις της Benetton προκάλεσαν κατακραυγή σε πολλά µέρη του κόσµου, όµως την ίδια στιγµή κατάφεραν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό µε διάφορα κοινωνικά θέµατα, αλλά και να αποσπάσουν διάφορα βραβεία. Για την Ιστορία, πάντως, πρέπει να αναφέρουµε ότι για τις συγκεκριµένες διαφηµίσεις γράφτηκαν περισσότερα άρθρα στον Τύπο από κάθε άλλη προηγούµενη διαφηµιστική εκστρατεία…


Ο Λουτσιάνο Μπένετον, το µοναδικό από τα τέσσερα αδέρφια που εξακολουθεί να κατέχει θέση στην εταιρεία, κατάφερε τελικά να βάλει χρώµα στη ζωή των Ιταλών δηµιουργώντας πολύχρωµα και χαρούµενα ρούχα. Ο άνθρωπος, που κάποτε πουλούσε εφηµερίδες για να επιβιώσει, συγκαταλέγεται πλέον στους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη (στην 35η θέση, σύµφωνα µε τη λίστα του Forbes) και µε περιουσία που ανέρχεται στα 10 δισ. δολάρια.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3 (εκδ. Σταμούλης)

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Η ιστορία των καταστημάτων Zara.

Το 1975, τη χρονιά που πέθανε ο πρώην δικτάτορας της Ισπανίας Φρανσίσκο Φράνκο, άνοιξε ένα κατάστηµα που άφησε εποχή σε έναν κεντρικό δρόµο της Λα Κορούνια, απέναντι ακριβώς από τα καλύτερα µαγαζιά της περιοχής. Είχε µόλις «γεννηθεί» µία φίρµα ένδυσης, η Zara, η οποία θα έκανε προσιτό στους καταναλωτές το πολυτελές και το κοµψό ένδυµα.
Δηµιουργός των καταστηµάτων Zara είναι ο Ισπανός Αµάνθιο Ορτέγα, γιος υπαλλήλου των σιδηροδρόµων, ο οποίος γεννήθηκε το 1936 στην περιοχή της Γαλικίας. Σε ηλικία 14 ετών ο νεαρός παράτησε το σχολείο και βρέθηκε να εργάζεται σε έναν από τους πιο επιτυχηµένους ράφτες της Λα Κορούνια, όπου µετέφερε τα καλοραµµένα πουκάµισα στα σπίτια των πελατών.
Αν και µικρός ακόµα σε ηλικία, ο Ορτέγκα θα εντρυφούσε στην τέχνη της απευθείας διανοµής, χωρίς τη µεσολάβηση άλλων µεσαζόντων (οι οποίοι, βέβαια, θα ανέβαζαν και την τελική τιµή διάθεσης των προϊόντων), κάτι που ο ίδιος εφάρµοσε αρκετά αργότερα µε ιδιαίτερη επιτυχία. Η επόµενη δουλειά του, πάντα στο χώρο του ενδύµατος, ήταν ως βοηθός εµπόρου υφασµάτων, όπου θα µάθει τις διάφορες ποικιλίες υφασµάτων και θα ξεχωρίζει τις ποιότητες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ως διευθυντής ενός µικρού καταστήµατος, ο Ορτέγκα αποφασίζει να ακολουθήσει το επιχειρηµατικό του όνειρο, δηµιουργώντας αυτό που ο ίδιος πίστευε ότι έλειπε από την αγορά: ακριβό σχέδιο σε προσιτή όµως τιµή. Η πρώτη του επιχειρηµατική προσπάθεια ήταν όταν αντέγραψε µια πολύ κοµψή και πολύ ακριβή ρόµπα µε ύφασµα που είχε αγοράσει φθηνά από τη Βαρκελώνη. Δουλεύοντας στο τραπέζι της κουζίνας της κουνιάδας του, κατάφερε να ράψει τέσσερα ρούχα, τα οποία πούλησε στη µισή τιµή.
Το επόµενο βήµα του ήταν να φτιάξει τη δική του βιοτεχνία ρούχων, η οποία ουσιαστικά στεγαζόταν στο σαλόνι του σπιτιού του, µε σκοπό να παρέχει στα καταστήµατα λιανικής πώλησης πιτζάµες, νυχτικά και εσώρουχα, όλα σε εξαιρετικά ανταγωνιστικές τιµές. Οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, παρακινώντας τον 27χρονο Ορτέγκα να ανοίξει το πρώτο του εργοστάσιο.
Το 1975, ο δαιµόνιος επιχειρηµατίας πήρε τη µεγάλη απόφαση να ανοίξει το πρώτο του µαγαζί, ώστε να πουλάει στον τελικό καταναλωτή τα ρούχα που ο ίδιος σχεδίαζε και έραβε. Το πρώτο Zara ήταν γεγονός και αυτό ήταν µόνο η αρχή. Σύντοµα η Ισπανία, αλλά και η υπόλοιπη Ευρώπη (στην Αµερική, τα Zara θα γνώριζαν περιορισµένη επιτυχία), θα «κατακλυστεί» από τα καταστήµατα του Ορτέγκα, ο οποίος, το 1999, δισεκατοµµυριούχος πια, δήλωνε: «Καταφέραµε µε τα καταστήµατα Zara να επιφέρουµε τον εκδηµοκρατισµό στη µόδα. Προσφέραµε προσιτή µόδα στο σύγχρονο άντρα και γυναίκα».


Γνωρίζατε ότι...
Παρά την επιτυχία του, ο κύριος Zara φρόντισε όλα αυτά τα χρόνια να διατηρήσει χαµηλό προφίλ. Οι συνεργάτες του τον περιγράφουν ως άνθρωπο εξαιρετικά προσιτό, που απεχθάνεται όµως τις γραβάτες, τις φωτογραφίσεις και τις συνεντεύξεις. Με εξαίρεση µία δηµόσια παρουσία το 2000, όταν η εταιρεία του µπήκε στο ισπανικό χρηµατιστήριο, που µάλιστα έγινε πρωτοσέλιδο στον οικονοµικό Τύπο, ο Αµάνθιο Ορτέγκα παραµένει άγνωστος στο ευρύ κοινό. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει δώσει ποτέ του συνέντευξη, ενώ οι επίσηµες φωτογραφίες του είναι µόλις δύο…


Όπως είναι αναµενόµενο, και στην εταιρεία του παρατηρείται µία αποστροφή απέναντι στη δηµοσιότητα. Τα ρούχα της δεν προορίζονται ποτέ για φωτογράφιση από περιοδικά µόδας, οι διαφηµίσεις και τα δελτία τύπου της είναι σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ κάθε νέο της κατάστηµα είναι καλά «κρυµµένο» έως τη στιγµή που θα ανοίξει επίσηµα. Μάλιστα, όλη αυτή η µυστικότητα ώθησε τη γραµµατέα του να εκµεταλλευτεί τη φήµη του και να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή του µε τίτλο Amancio Ortega: From Zero to Zara.

Βέβαια, για να φθάσει εκεί που έφθασε, ο κύριος Zara δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Φρόντισε να τοποθετήσει τα καταστήµατά του στους πλέον εµπορικούς και ακριβούς δρόµους της κάθε πρωτεύουσας, ενώ, σε αντίθεση µε άλλες εταιρείες που ανέθεταν την παραγωγή σε τρίτους (συνήθως στην Ασία), διατήρησε τον παραγωγικό ιστό στην Ισπανία και την Πορτογαλία, κοντά δηλαδή στην έδρα του οµίλου, ώστε να ελαχιστοποιήσει τον χρόνο αποστολής των πρώτων υλών και να διατηρήσει τον πλήρη έλεγχο σε κάθε φάση της παραγωγικής διαδικασίας.
Αυτό όµως που του έδωσε ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα και το οποίο λειτούργησε καταλυτικά στην ανάπτυξη της εταιρείας του, ήταν η δυνατότητά του να ανταποκρίνεται πάραυτα στις µεταβαλλόµενες καταναλωτικές ανάγκες. Σε µια εποχή όπου απαιτούνταν τουλάχιστον έξι µήνες από την αρχική σχεδίαση µέχρι την αποστολή των ενδυµάτων στα λιανεµπορικά καταστήµατα, µε αποτέλεσµα να δηµιουργούνται δύο, τρεις το πολύ, συλλογές το χρόνο, ο Ορτέγκα υιοθέτησε ένα πρωτοποριακό αυτοµατοποιηµένο σύστηµα που του επέτρεπε να συντοµεύσει την όλη διαδικασία σε 10 µε 15 µέρες.
Ο Ισπανός επιχειρηµατίας κατάφερε να βγάζει στην αγορά καινούργια σχέδια κάθε δύο εβδοµάδες – περίπου 11.000 διαφορετικά ρούχα κάθε χρόνο. Η αδιάκοπη ανανέωση των σχεδίων ωθούσε τους καταναλωτές να επισκέπτονται πιο συχνά τα Zara (έχει υπολογιστεί ότι ο µέσος πελάτης των Zara τα επισκέπτεται 17 φορές µέσα σε ένα χρόνο) και, φυσικά, να πραγµατοποιούν πιο πολλές αγορές. Την ίδια στιγµή, πληροφορίες που φθάνουν από τα καταστήµατα σχετικά µε το τι κινείται και τι όχι ενηµερώνουν µια σχεδιαστική οµάδα 200 ατόµων για τις ανάγκες και επιθυµίες των πελατών. Έτσι, για παράδειγµα, εάν ένα συγκεκριµένο σχέδιο δεν κινείται εµπορικά, τότε µέσα σε µία εβδοµάδα έχει αποµακρυνθεί από τη βιτρίνα και έχει αντικατασταθεί από ένα νέο.

Σήµερα, ο Αµάνθιο Ορτέγκα, που πλέον βαδίζει στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, είναι ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Ισπανίας και από τους πλουσιότερους όλου του κόσµου. Η περιουσία του υπολογίζεται στα 18 δισ. ευρώ και περιλαµβάνει διάφορα ακίνητα σε διάφορα µέρη της Ευρώπης, καθώς και ένα ξενοδοχειακό συγκρότηµα στο Μαϊάµι. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να κυκλοφορεί απαρατήρητος στους δρόµους της Λα Κορούνια όπου τον αναγνωρίζουν µόνον ελάχιστοι.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3 (Εκδ. Σταμούλης)

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Η Coca-Cola βγάζει το δικό της γάλα

Μεγαλόπνοο σχέδιο από την Coca-Cola, που μπαίνει δυναμικά στην αγορά γάλακτος, παρασκευάζοντας ένα προϊόν που μπορεί μεν να έχει τσιμπημένη τιμή, εντούτοις φιλοδοξεί να κατακτήσει σημαντικό μερίδιο.
Το γάλα θα πωλείται με την επωνυμία «Fairlife» και θα πωλείται σε διπλάσια τιμή από τις υπόλοιπες ανταγωνιστικές συσκευασίες. Το νέο προϊόν, που θα προωθηθεί ως γάλα πολυτελείας, αναμένεται να βγει στα ράφια των καταστημάτων  τον Δεκέμβριο.
Τι το ιδιαίτερο θα έχει το γάλα της Coca-Cola; Δεν θα περιέχει λακτόζη, θα έχει 50% περισσότερη πρωτεΐνη και ασβέστιο από το κανονικό γάλα, ενώ θα έχει και 30% λιγότερη ζάχαρη. Η γεύση του θα είναι καλύτερη από το απλό γάλα, αν και, όπως αναφέρουν τα στελέχη της εταιρείας, θα έχει διπλάσια τιμή από το γάλα σε χάρτινη συσκευασία. Το νέο γάλα θα προέρχεται από ειδικές φάρμες, ενώ θα περνάει από ειδικό φιλτράρισμα.

Η αγορά του γάλακτος θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τον αμερικάνικο κολοσσό στο χώρο των αναψυκτικών και των χυμών, καθότι μέσω της διαφοροποίησης (diversification) διεισδύει σε μια αγορά άγνωστη γι’ αυτήν, με έντονο ανταγωνισμό. 

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Χρέωσαν 100 λίρες ένα ζευγάρι επειδή ανήρτησε αρνητικά σχόλια



 Ξενοδοχείο χρέωσε 100 λίρες ένα ζευγάρι επειδή άφησε αρνητικά σχόλια στο TripAdvisor.


Σε κάποιους επαγγελματίες οι κριτικές των πελατών δεν τους αρέσουν, καθότι τις θεωρούν κακόβουλες και αβάσιμες. Ένα ξενοδοχείο στη Βρετανία πήγε ένα βήμα παραπέρα, προκειμένου να μην γίνεται αποδέκτης αρνητικών σχολίων. Οποιος γράφει αρνητικά σχόλια, θα πληρώνει…
Ένα ζευγάρι Βρετανών κατήγγειλε ότι οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου Broadway χρέωσαν την πιστωτική τους κάρτα επειδή έγραψε μια αρνητική κριτική στον ιστότοπο αξιολόγησης των ταξιδιωτικών υπηρεσιών TripAdvisor. Ο Τόνι Τζένκινσον και η σύζυγός του Τζαν διαπίστωσαν ότι στην πιστωτική τους κάρτα χρεώθηκε το ποσό των 100 λιρών αφού περιέγραψαν το ξενοδοχείο τριών αστέρων στο παραθαλάσσιο θέρετρο της βόρειας Αγγλίας ως «μια σάπια, βρομερή καλύβα».
Το ζευγάρι προσπαθεί να πάρει πίσω τα χρήματά του μέσω μιας υπηρεσίας προστασίας των καταναλωτών, υποστηρίζοντας ότι η χρέωση είναι παράνομη.
Το Broadway πάντως προειδοποιεί-απειλεί τους επίδοξους πελάτες του ότι θα τους χρεώσει αν γράψουν «οποιαδήποτε κακή κριτική σε οποιονδήποτε ιστότοπο»… Αυτοί οι Βρετανοί είναι πολύ μπροστά…
Οι Τζένκινσον φυσικά δεν είναι οι μόνοι που απογοητεύτηκαν από τη διαμονή τους στο ξενοδοχείο – ίσως αν είχαν κοιτάξει τις κριτικές πριν κάνουν κράτηση να είχαν αλλάξει γνώμη. Το TripAdvisor κατατάσσει το Broadway στην 858ή θέση, μεταξύ των 894 ξενοδοχειακών μονάδων και πανσιόν όπου θα μπορούσε να διαμείνει κανείς στο Μπλάκπουλ. Δεν είναι τυχαίο ότι από τα 255 σχόλια τα 146 χαρακτηρίζουν το ξενοδοχείο ως «απαίσιο»…

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Εισάγουμε κατεψυγμένες μερίδες μουσακά από την Κίνα...

Πρόσφατα διάβασα ένα ιδιαίτερα διαφωτιστικό και συνάμα σοκαριστικό άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή. Εισάγουμε, λέει, κατεψυγμένη ζύμη από την Κίνα. Και όχι μόνο ζύμη, αλλά και αμέτρητες κατεψυγμένες μερίδες μουσακά.
Ναι, καλά το διαβάσατε. Οι ξενοδόχοι της Ρόδου (πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι οι μόνοι) έχουν μια διαφορετική αντίληψη για τον τουρισμό, την ανάπτυξη και το παρεχόμενο τουριστικό προϊόν.
Παραδομένοι στην πρακτική του all inclusive (φθηνά πακέτα διακοπών όπου όλα είναι προπληρωμένα), καταφεύγουν στην εύκολη λύση της εισαγωγής κατεψυγμένης ζύμης προκειμένου να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση σε ψωμάκια, περίπου τέσσερα εκατομμύρια τεμάχια την ημέρα. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η παραγωγή αυτή θα μπορούσε να γίνει στη Ρόδο από 500 φούρνους, δημιουργώντας άμεσα ή έμμεσα περίπου 4.000 νέες θέσεις εργασίας.
Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, στο άρθρο γινόταν αναφορά και για την εισαγωγή του εθνικού μας πιάτου, του μουσακά, από την Κίνα. Κοινώς, σερβίρουμε στους τουρίστες μουσακά made in China. Η ανάδειξη της ελληνικής κουζίνας σε όλο της το μεγαλείο! Μουσακάς από κινέζικες πρώτες ύλες και από κινέζικα χέρια (ας μην με παρεξηγήσει κανείς, δεν έχω τίποτα με τους Κινέζους). Το αν τηρούνται οι στοιχειώδεις προδιαγραφές ποιότητας και ασφάλειας είναι άλλο θέμα. Τουλάχιστον, αν ήταν ντόπιος ο παραγωγός, μία επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του ίσως να περιόριζε τον ενδεχόμενο κίνδυνο.
Και πολύ φοβάμαι ότι οι ξενοδόχοι της Ρόδου δεν είναι οι μοναδικοί. Πρόσφατα ένας φίλος που εκμυστηρεύτηκε ότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες οι προμήθειες για την σίτιση των αθλητών του ολυμπιακού χωριού προέρχονταν από την Τουρκία…
Δεν γνωρίζω αν το Υπ. Τουρισμού έχει επίγνωση της κατάστασης. Καλά τα νούμερα-ρεκόρ για τις αφίξεις ξένων τουριστών, καλές οι εξαγγελίες για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως ο γαστρονομικός τουρισμός (sic), καλά και τα εντυπωσιακά βίντεο για την προώθηση του τουρισμού.
Όμως, νομίζω ότι στραβά αρμενίζουμε. Τι τουρισμό θέλουμε πραγματικά; Διότι, δυστυχώς, η ποσότητα βαίνει εις βάρος της ποιότητας. Προσελκύοντας τουρίστες χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου, προσφέρουμε κατώτερο ποιοτικά προϊόν. Κάθε λογής σουβενίρ, τσολιαδάκια, ψωμάκια και μουσακά, όλα made in China. Ετσι, όμως, αδικούμε τον εαυτό μας.

Αν ο Ελληνας, έστω και με την παρέμβαση του κράτους (π.χ. με την επιβολή της παροχής αποκλειστικά χειροποίητων, εγχώριας παραγωγής προϊόντων), δεν θέλει να γίνει παραγωγός, ας γίνει σερβιτόρος. Αλλά αυτό το κάνει ήδη…

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Solo diners. Η νέα τάση στα εστιατόρια

Το να δειπνήσει κάποιος μόνος του υπήρξε ανέκαθεν θέμα ταμπού. Το άτομο που επέλεγε να επισκεφθεί σόλο ένα εστιατόριο συχνά στιγματιζόταν ως μοναχικός, ιδιότροπος, δύστροπος.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα δεδομένα, τα τελευταία χρόνια, αλλάζουν, καθώς οι μοναχικοί επισκέπτες αποτελούν πλέον ένα σημαντικό κομμάτι της αγοράς. Ως εκ τούτου, πολλά εστιατόρια ανά τον κόσμο «ανακαλύπτουν» αυτό το διευρυνόμενο αγοραστικό κοινό και προσαρμόζονται ώστε να το προσελκύσουν.
Ποιο είναι όμως το προφίλ αυτών των  επισκεπτών; Μπορεί να είναι πολυάσχολοι επαγγελματίες, διαζευγμένοι (ας μην ξεχνάμε ότι τα διαζύγια αυξάνονται), εργένηδες (τα άτομα πλέον παντρεύονται ή τεκνοποιούν σε μεγαλύτερες ηλικίες), καθώς και όσοι θέλουν να μείνουν για λίγο μόνοι τους.
Μόνο στην Αμερική, οι επονομαζόμενοι solo diners αντιστοιχούν στο 57% της πελατείας των εστιατορίων. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι πολλοί επιχειρηματίες στο χώρο της εστίασης έχουν αναλάβει την τροποποίηση του μενού, τον επανασχεδιασμό του χώρου και την εκπαίδευση του προσωπικού τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της νέας αυτής, οικονομικά ανεξάρτητης, καταναλωτικής ομάδας.
Για παράδειγμα, στο Beckta, εστιατόριο στον Καναδά, ο ιδιοκτήτης, που απευθύνεται και σε solo diners, έχει προβλέψει όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και αυτό του «στησίματος». Σε περίπτωση λοιπόν που κάποιος κάνει κράτηση για δύο άτομα, αλλά τελικά δειπνήσει μόνος επειδή τον έστησαν, προσφέρεται, ως παρηγοριά, δωρεάν το γεύμα.
Στο δε πολυτελές εστιατόριο Top of the Market στο Σαν Ντιέγκο ο ιδιοκτήτης έχει προχωρήσει σε χωροταξικές και όχι μόνο αλλαγές. Εγκατέστησε έναν πιο μεγάλο πάγκο όπου μπορεί κανείς να δειπνήσει με θέα την κουζίνα, κάνοντας πιο διαδραστική την εμπειρία. Στους πελάτες-θεατές προσφέρονται και ταχύρυθμα μαθήματα μαγειρικής και γευσιγνωσίας. Ενώ μπορούν ακόμη και να πιάνουν κουβέντα με τους σεφ γύρω από την τεχνική τους. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ζητούν το email του επισκέπτη για να του δώσουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ζητούν.

Πρόσφατα, στην Ολλανδία άνοιξε το πρώτο εστιατόριο που στοχεύει αποκλειστικά στους solo diners, ιδιαίτερα αυτούς που θέλουν να δειπνήσουν μόνοι τους από επιλογή, το οποίο διαθέτει τραπέζια για έναν. Το Eenmaal, όπως είναι το όνομά του, έχει κερδίσει τις καρδιές κατοίκων και τουριστών στο Άμστερνταμ. Κάθε βράδυ, τα τραπέζια είναι γεμάτα. Και οι δουλειές πάνε τόσο καλά, ώστε στα άμεσα σχέδιά της ιδιοκτήτριας είναι να ανοίξει κι άλλα solo εστιατόρια σε πόλεις, όπου καταγράφεται αύξηση του αριθμού των «solo diners». 

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Το χωριό του Αη Βασίλη στο Ροβανιέμι. Ενα ακόμη δημιούργημα του μάρκετινγκ.

Το χωριό του Αη Βασίλη στο Ροβανιέμι, πρωτεύουσα της Λαπωνίας, είναι περίπου 8 χιλιόμετρα από το κέντρο της κωμόπολης και ουσιαστικά είναι ένα εμπορικό κέντρο με ξύλινα σπιτάκια που στεγάζουν διάφορα καταστήματα. Η τουριστική αξιοποίηση του χωριού ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50, όταν η Ελέανορ Ρούσβελτ, στο πλαίσιο διανομής ανθρωπιστικής βοήθειας μετά τον πόλεμο, έβαλε τον εν λόγω απομακρυσμένο και ασήμαντο προορισμό στον τουριστικό χάρτη.
Τοποθετημένο πάνω στον Αρκτικό Κύκλο, έχει προωθηθεί επιμελώς από τους Φινλανδούς ως η πατρίδα του Αη Βασίλη. Διαθέτει έλκηθρα, ξωτικά, ταράνδους, δέντρα, χιόνι και 500.000  τουρίστες που έρχονται σε αυτή την παγωμένη περιοχή για να δουν το γραφείο του Αη Βασίλη και να έχουν μια φωτογραφία – επί πληρωμή φυσικά- με έναν ντόπιο μασκαρεμένο σε Άγιο Βασίλη, αλλά και να στείλουν καρτ ποστάλ στην πατρίδα με γραμματόσημο σφραγισμένο από τον ίδιο τον παππούλη – περίπου 400.000 γράμματα λαμβάνει ο Αη Βασίλης από όλο τον κόσμο. Στο βωμό του κέρδους, ο Άγιος Βασίλης κάνει ακόμη και υπερωρίες μοιράζοντας δώρα εις διπλούν: στις 25 Δεκεμβρίου αλλά και την 1η Ιανουαρίου, ώστε να κρατά περισσότερες ημέρες η τουριστική περίοδος.
Υπάρχει ακόμα και ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα «FC Santa Claus», η οποία είναι ντυμένη στα κόκκινα και τα λευκά – εικάζεται ότι η σημερινή εικόνα του αγίου είναι δημιούργημα της coca-cola, αν και υπάρχουν μαρτυρίες ότι διέθετε αυτά τα χαρακτηριστικά πριν την γνωστή διαφήμιση του 1931. Σήμερα, πέρα από τις συνηθισμένες δραστηριότητες μέσα στο εμπορικό πάρκο, μπορεί κάποιος να κάνει βόλτα με ταράνδους, να επισκεφτεί αγροκτήματα ή να απολαύσει σάουνα στον πάγο.

Φυσικά δεν έχει καμία σημασία ότι ο αυθεντικός Αγ. Νικόλαος, ο οποίος στους αιώνες που ακολούθησαν έγινε ο γνωστός σε όλους μας Αη Βασίλης, γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας το 270 μ.Χ., δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Ροβανιέμι.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ο θάνατος του minibar

Το minibar εφευρέθηκε από Γερμανούς επιστήμονες τη δεκαετία του ’50. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε δωμάτιο ξενοδοχείου μία δεκαετία αργότερα, στο Madison της Washington ή στο Hong Kong Hilton. Ωστόσο, φαίνεται ότι πλέον έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του και σύντομα θα περάσει στη λήθη.
Αρχικά ήταν μια καταπληκτική ιδέα. Μικρά ψυγεία, ένα σε κάθε δωμάτιο, με σνακ και ποτά σε εξαιρετικά υψηλές τιμές που θα δημιουργούσαν για το ξενοδοχείο μία επιπλέον πηγή εσόδων με σημαντικό περιθώριο κέρδους. Στην εποχή της ακμής τους το περιεχόμενό τους προσαρμοζόταν ανάλογα με τον τύπο του επισκέπτη. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των τακτικών επισκεπτών τα ξενοδοχεία γνώριζαν τις προτιμήσεις τους (π.χ. έφεση σε έναν τύπο μπύρας ή ουίσκι) και αναλόγως έκαναν τις ανάλογες προσθήκες.
Όμως στις μέρες μας όλο και περισσότερα ξενοδοχεία έχουν αντιληφθεί πως η διαχείριση τους (καταμέτρηση αντικειμένων, ανανέωση κ.λπ.), είναι περισσότερο μπελάς παρά κέρδος. Πράγματι σήμερα όλο και λιγότεροι επισκέπτες τα προτιμούν. Τα τελευταία πέντε χρόνια τα έσοδα από τα minibar έχουν πέσει κατά 28% και τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να σταματήσει την κατρακύλα. Δεν είναι μόνο οι υψηλές τιμές (π.χ. 10 δολάρια για ένα μικρό κουτάκι αναψυκτικού) που ωθούν τον επισκέπτη να βγει από το δωμάτιό του και να επισκεφθεί το κοντινό παντοπωλείο ή mini market, που συνήθως λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο, αλλά και η ανάγκη του να κοινωνικοποιηθεί, κοινώς «να δει και να τον δουν».
Ήδη μεγάλες αλυσίδες -όπως Hilton, Grand Hyatt, Starwood και Marriott- κρίνουν πως δεν αξίζει τον κόπο να τα διατηρούν και αφήνουν απλώς τα ψυγεία στο δωμάτιο για να τα χρησιμοποιήσουν οι πελάτες όπως επιθυμούν, ενώ πολλά ξενοδοχεία προβαίνουν στην εγκατάσταση αυτόματων πωλητών στους κοινόχρηστους χώρους.

Εξάλλου, έρευνα του TripAdvisor διαπίστωσε πως μόλις το 21% των πελατών θεωρεί απαραίτητο το minibar, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς προτιμούν να κατεβαίνουν στο λόμπι για ποτό ή σνακ αντί να παραγγέλνουν room service – για το λόγο αυτό, πολλά ξενοδοχεία έχουν αναβαθμίσει-ανακαινίσει τους χώρους αυτούς, προσθέτοντας άνετους καναπέδες, κεριά, μπαρ κ.λπ. Συν τοις άλλοις, τα minibar αφενός δημιουργούν προστριβές με τους πελάτες σε σχέση με το τι ακριβώς καταναλώθηκε, αφετέρου ενθαρρύνουν την τέλεση κακόβουλων ενεργειών, όπως την κατανάλωση του ουίσκι και την αναπλήρωση του περιεχόμενού του με ice-tea.