Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Aνθρακας ο θησαυρός με τον αόρατο επιχειρηματία και τις δίμετρες καλοντυμένες κυρίες;

Είναι απορίας άξιον, πώς είναι δυνατόν μερικές δίμετρες καλοντυμένες γυναίκες να εμφανίζονται αίφνης στη Βαρβάκειο και να αγοράζουν το κρέας για λογαριασμό των ανύποπτων καταναλωτών και, στην εποχή όπου όλοι μας είμαστε με ένα τηλέφωνο στο χέρι, να μην έχει τραβηχτεί ούτε μία φωτογραφία. Ξόδεψαν, λέει, 50.000 ευρώ, που σημαίνει ότι παρέμειναν αρκετή ώρα στο χώρο. Και όμως, στα ΜΜΕ δεν υπήρχε ούτε μία φωτογραφία που να τραβήχτηκε από κάποιο κινητό.
Η όλη αυτή ιστορία με τον αόρατο φιλάνθρωπο, για τον οποίον έχει κινητοποιηθεί και το ΣΔΟΕ μοιάζει πολύ καλή για να είναι αληθινή. Όταν ρωτήθηκαν κάποιοι έμποροι για το περιστατικό, γελούσαν με νόημα, ενώ μόλις δύο-τρεις «ευεργηθέντες» καταναλωτές βρέθηκαν να πουν ότι η αξία του κρέατος που προμηθεύτηκαν δεν ξεπερνούσε τα 10 ευρώ,
Τα ερωτήματα όμως δεν σταματούν εδώ. Γιατί επιλέχθηκε η Βαρβάκειος, όπως και τα Χριστούγεννα, και όχι κάποια άλλη αγορά. Και επίσης, γιατί κάποιος που είναι τόσο φιλάνθρωπος μοιράζει τα χρήματά του σε καταναλωτές που έχουν έστω τη στοιχειώδη οικονομική δυνατότητα να προμηθευτούν κρέας και όχι σε κάποιους αναξιοπαθούντες, που δεν έχουν χρήματα ούτε για τα βασικά;
Το αξιοπερίεργο είναι ότι τζίρος της αγοράς εκείνη την ημέρα ήταν μικρότερος από 50.000 ευρώ. Πάντως, την επομένη, η Βαρβάκειος ήταν γεμάτη από κόσμο.

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Καταγγελία για τα Mikel.

Μία καταγγελία από αριστερή οργάνωση ήρθε να ταράξει τα νερά της διάσημης, πια, αλυσίδας καφέ Mikel, η οποία τον τελευταίο καιρό προσέλκυσε τα φώτα της δημοσιότητας όσον αφορά την ταχύτατη διείσδυσή της σε όλη την χώρα, καθώς και λόγω του θανάτου, πριν λίγες ημέρες, του «παππού» που κοσμούσε το σήμα της ελληνικής –εκ Λαρίσης ορμώμενης- εταιρείας.
Τώρα ωστόσο τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς το Mikel επικρίθηκαν για την τακτική τους «να υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να υπογράφουν ιδιωτικό συμφωνητικό-ρήτρα πολλών χιλιάδων ευρώ, δεσμευόμενοι πίστη και υπακοή στην εταιρία».
«Η υπογραφή αυτών των συμφωνητικών είναι άκρως αντιδραστική, ισοδυναμεί με αλλαγή της σύμβασης εργασίας και ο εργοδότης μπορεί να απολύσει τον εργαζόμενο άμεσα και χωρίς αποζημίωση. Η εταιρία υποχρεώνει τους εργαζόμενους ακόμα και μετά από ένα χρόνο μετά τη λήξη της εργασίας τους να μην δουλέψουν σε οποιαδήποτε επισιτιστική επιχείρηση, αλλά και να μην ενεργήσουν οποιαδήποτε ανταγωνιστική προς την εταιρία πράξη, χωρίς να διευκρινίζεται τι είδους είναι αυτή πράξη. Απαγορεύεται ακόμα και σε συγγενικό πρόσωπο (α’ βαθμού) των εργαζόμενων να εργάζεται σε επισιτιστική επιχείρηση», σημειώνεται σε σχετική ανακοίνωση, που δημοσιεύει το alterthess.gr.

Προσωπικά δεν γνωρίζω αν όλα αυτά ευσταθούν. Ελπίζω κάποιος που έχει εργαστεί ή εργάζεται στα Mikel να μπορεί να μας δώσει πολύτιμη ανατροφοδότηση. Αν πάντως ισχύει κάτι τέτοιο, τότε μιλάμε για πισωγύρισμα στις εργασιακές σχέσεις, προερχόμενο μάλιστα από μία νεότευκτη και πολλά υποσχόμενη εταιρεία που ανδρώθηκε μέσα στην κρίση. Μιλάμε για την πλήρη ταπείνωση και εξευτελισμό της αξιοπρέπειας του υπαλλήλου, ο οποίος όχι μόνο εισπράττει μισθούς πείνας, αλλά και απειλείται πλέον με αποζημίωση αν –βρει να- εργαστεί, τις δύσκολες εποχές που διάγουμε, σε ανταγωνιστική επιχείρηση. 

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Η συναρπαστική ιστορία της Puma

Δευτερόλεπτα πριν από το εναρκτήριο λάκτισµα του Τελικού του Παγκοσµίου Πρωταθλήµατος το 1970, ο διάσηµος Πελέ ζητάει από τον διαιτητή να περιµένει για να δέσει τα κορδόνια του. Ο Βραζιλιάνος αστέρας γονάτισε δίνοντας την ευκαιρία σε εκατοµµύρια τηλεθεατές να προσέξουν τα Puma που φορούσε. Ήταν κι αυτό ένα µέρος της µυστικής συµφωνίας που είχε κάνει ο Πελέ, ο οποίος θα έπαιρνε 120.000 δολάρια για να φορέσει Puma, µε τον ιδρυτή της επιχείρησης Ρούντολφ Ντάσλερ. Το συγκεκριµένο διαφηµιστικό τρικ, έδωσε ανεπανάληπτη δηµοσιότητα στην Puma και ήταν µια «δυνατή γροθιά» στη µισητή της, τότε, αντίπαλο, Adidas.
Γόνος φτωχής οικογένειας από ένα µικρό χωριό της Γερµανίας, ο Ρούντολφ Ντάσλερ βρέθηκε ήδη στα 15 του να εργάζεται µαζί µε τον πατέρα του σε ένα εργοστάσιο υποδηµάτων, πριν αναλάβει, µετά τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο, διευθυντική θέση σε εργοστάσιο που έφτιαχνε πορσελάνες. Το 1924, όµως, ο 28χρονος επιστρέφει στη γενέτειρά του και συνεργάζεται µε τον αδερφό του Άντολφ, ιδρύοντας το Gebruder Dassler Schuhfabrik (Εργοστάσιο Υποδηµάτων Αδερφών Ντάσλερ). Τα δύο αδέρφια, µε τη βοήθεια άλλων µελών της οικογένειας, αρχίζουν να κατασκευάζουν στο πλυσταριό της οικίας παντόφλες και παπούτσια.
Σύντοµα, ο Ρούντολφ, υπεύθυνος για θέµατα διαχείρισης, και ο Άντολφ, υπεύθυνος για την παραγωγή, αντιλήφθηκαν ότι το µέλλον ανήκει στα αθλητικά παπούτσια κυρίως για τρέξιµο και ποδόσφαιρο. Η παραγωγή, λοιπόν, στράφηκε προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ σύντοµα, το 1925, έφτασε και η πρώτη παραγγελία από έναν αθλητικό όµιλο που ζητούσε 10.000 ζευγάρια. Η αρχή είχε µόλις γίνει και σύντοµα τα παπούτσια των αδερφών Ντάσλερ θα γίνονταν δηµοφιλή στους αθλητικούς κύκλους.
Οι Ντάσλερ έµαθαν από νωρίς την αξία της συµµετοχής µεγάλων αθλητών που θα φορούσαν τα παπούτσια τους στις µεγάλες αθλητικές οργανώσεις, όπως οι Ολυµπιακοί Αγώνες και τα Παγκόσµια Κύπελλα Ποδοσφαίρου. Η αρχή έγινε στους Ολυµπιακούς του Άµστερνταµ το 1928, όπου σχεδόν οι µισοί αθλητές φορούσαν τα παπούτσια των Ντάσλερ.
Όµως η αποθέωση θα ερχόταν στους Ολυµπιακούς του Βερολίνου το 1936. Ο Άντολφ Ντάσλερ, που µόλις είχε σχεδιάσει ένα αθλητικό παπούτσι µε καρφιά, κατάλληλο για δροµείς, πήγε στο Βερολίνο όπου παρουσίασε το δηµιούργηµά του στον Τζέσε Όουενς. Ο Αφροαµερικάνος σταρ της εποχής δέχθηκε να τα φορέσει, κατακτώντας, προς µεγάλη απογοήτευση και οργή του Χίτλερ, συνολικά τέσσερα χρυσά µετάλλια. Ο ίδιος ο Χίτλερ, προφανώς, να µην γνώριζε ότι ο έγχρωµος αθλητής που αµφισβήτησε την ανωτερότητα της άριας φυλής φορούσε παπούτσια που είχαν κατασκευάσει δύο αφοσιωµένα µέλη του Ναζιστικού Κόµµατος.
Η επιτυχία του Όουενς επιβεβαίωσε και ενίσχυσε την καλή φήµη που είχαν τα παπούτσια των Ντάσλερ. Σύντοµα, αµέτρητα γράµµατα από προπονητές εθνικών οµάδων από όλο τον κόσµο κατέφθαναν στο γραφείο των δύο αδερφών, ζητώντας να τους στείλουν τα παπούτσια που κατασκεύαζαν. Οι δουλειές των Ντάσλερ εκτοξεύτηκαν στα ύψη, ενώ η εταιρεία τους έφθασε να πουλάει 200.000 ζευγάρια το χρόνο µέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου.
Ο πόλεµος, όµως, αποτέλεσε ένα ισχυρό ράπισµα όχι µόνο στις πωλήσεις αθλητικών παπουτσιών, αλλά και στις σχέσεις των δύο αδερφών και των συζύγων τους. Ο Ρούντολφ και ο Άντολφ ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, όµως µια απλή παρεξήγηση ήταν αρκετή για να αλλάξει τελείως η µοίρα τους. Το 1943, κατά τη διάρκεια των συµµαχικών βοµβαρδισµών, ο Άντολφ και η σύζυγός του µπήκαν στο καταφύγιο, όπου ήδη βρίσκονταν ο Ρούντολφ µε την οικογένειά του. «The Dirty bastards are back again», είπε ο Άντολφ, αναφερόµενος στα συµµαχικά αεροπλάνα. Ο Ρούντολφ, όµως, θεώρησε ότι ο αδερφός του το είπε γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Το γυαλί στις σχέσεις των δύο συνιδρυτών είχε ραγίσει οριστικά.
Το 1948, οι δύο πρωτοπόροι του αθλητικού παπουτσιού χωρίζουν τους δρόµους τους, ο µεν Άντολφ Ντάσλερ ιδρύει την Adidas (από τα αρχικά του ονόµατός του), ο δε Ρούντολφ Ντάσλερ τη Ruda (πάλι, από τα αρχικά του ονόµατός του), την οποία σύντοµα µετονόµασε σε Puma µε σήµα το γνωστό αιλουροειδές, σύµβολο δύναµης και ταχύτητας. Τα δύο αδέρφια, πια, ήταν ανταγωνιστές και οι εταιρείες τους για αρκετές δεκαετίες (πριν από την έλευση της Nike) κονταροχτυπιόταν για την πρωτιά στην αγορά των αθλητικών ειδών και του σπορ ρουχισµού. Ακόµα και η πόλη όπου γεννήθηκαν θα χωριζόταν σε δύο στρατόπεδα – κάτοικοι, καταστηµατάρχες και οι δύο τοπικές ποδοσφαιρικές οµάδες έπρεπε να διαλέξουν µε ποιανού το µέρος ήταν.

Γνωρίζατε ότι...
Ένα ενδιαφέρον περιστατικό, ενδεικτικό της αντιπαλότητας της Adidas µε την Puma, έλαβε χώρα στους Ολυµπιακούς του 1960. Τότε ο Ρούντολφ Ντάσλερ άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας πληρώνοντας τον Άρµιν Χάρι, Γερµανό δροµέα ταχύτητας, να φορέσει Puma για να τρέξει τα 100 µέτρα. Ο Χάρι, που µέχρι τότε φορούσε Adidas, ζήτησε χρήµατα από τον Άντολφ, ο οποίος όµως αρνήθηκε.
Ο Χάρι πήρε το χρυσό φορώντας Puma, όµως –για να γλυκάνει το χάπι– στην τελετή απονοµής των µεταλλίων εµφανίστηκε µε τα Adidas του, σοκάροντας τα δύο αδέρφια. Μετά από αυτό, ο Άντολφ δεν θέλησε να ξαναδεί τον αθλητή στα µάτια του.


Ο Ρούντολφ Ντάσλερ πέθανε το 1974, χωρίς να ξαναµιλήσει ποτέ στον αδερφό του, παρόλο που και οι δύο έµεναν στην ίδια πόλη, σηµερινή έδρα και των δύο εταιρειών. Ακόµα και τα µνήµατά τους στο κοιµητήριο της πόλης απέχουν πολύ το ένα από το άλλο. Πάντως, µετά το θάνατο των δύο ιδρυτών, οι σχέσεις των οικογενειών των Ντάσλερ εµφάνισαν σηµάδια βελτίωσης. Ο Φρανκ Ντάσλερ, εγγονός του Ρούντολφ, έκανε την αρχή αφού εργάστηκε και στις δύο επιχειρήσεις, ενώ ίδρυσε και κοινό οικογενειακό µουσείο στη γενέτειρα πόλη τους.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3 (Εκδ. Σταμούλης)