Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Η ιστορία της καπνοβιομηχανίας Παπαστράτος

  Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν πλέον είχαν κυριαρχήσει τα ξένα σήματα στην ελληνική αγορά, το τέλος της δυναστείας της οικογένειας Παπαστράτου ήταν πια πολύ κοντά. Μόνο ο Αναστάσιος Παπαστράτος είχε μείνει για να κρατήσει το όνομα ψηλά, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει στις δελεαστικές προτάσεις της Philip Morris. Με το θάνατό του όμως, στις 9 Ιουλίου του 1998, θα άνοιγε η κεκρόπορτα ώστε η ιστορική επιχείρηση να περάσει σε ξένα χέρια.
   Η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Παπαστράτου είναι ταυτισμένη με τον καπνό και το τσιγάρο. Πρωτεργάτης της προσπάθειας αυτής ήταν ο Ευάγγελος Παπαστράτος, το νεαρότερο από τα τέσσερα αγόρια –και ένα κορίτσι- ενός παντοπώλη από το Αγρίνιο. Ο νεαρός δεν θα κατάφερνε ποτέ να σπουδάσει και θα έμπαινε στη βιοπάλη από νωρίς. Εξάλλου, τα οικονομικά της οικογένειας, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα τους και την ‘’καταλήστευση’’ της περιουσίας του από τους συγχωριανούς του, ήταν εξαιρετικά περιορισμένα.
   Αν και η μητέρα του τον προόριζε για παπά, ο Ευάγγελος είχε άλλα σχέδια. Σε μια περιοχή φημισμένη για τον καπνό της, η πρώτη του επαφή με τα καπνόφυλλα και τα τσιγάρα δεν θα αργούσε όχι μόνο να έρθει, αλλά να ορίσει και σε μεγάλο βαθμό τη μοίρα όλης της οικογένειας Παπαστράτου.
   Η επαγγελματική του σταδιοδρομία ξεκινάει το 1896, σε ηλικία 12 ετών, όταν θα απασχοληθεί ως μαθητευόμενος σε εμπορικό κατάστημα της περιοχής. Η αυγή του νέου αιώνα τον βρίσκει να εργάζεται σε μια καπνεμπορική εταιρεία, από την οποία αποχωρεί το 1906 και με 3.000 δανεικές δραχμές μπαίνει συνεταίρος σε μια νεοσύστατη εταιρεία με παρεμφερές αντικείμενο. Ξεκινάει μάλιστα και το κάπνισμα, προκειμένου να πείσει τους πελάτες του για την ποιότητα των καπνών που εμπορευόταν.
   Το 1913 πείθει τον αδερφό του Σωτήρη να παρατήσει την στρατιωτική καριέρα και να ιδρύσουν από κοινού μια εταιρεία εμπορίας καπνού, προάγγελο ουσιαστικά της μεγάλης καπνοβιομηχανίας. Τα δύο αδέρφια ταξιδεύουν στο εξωτερικό όπου δημιουργούν στέρεες βάσεις συνεργασίας με μεγάλους καπνεμπορικούς οίκους, προβάλλοντας την ποιότητα των καπνών του Αγρινίου. Χάρη σε μια μεγάλη παρτίδα καπνού που αγοράστηκε φθηνά και πουλήθηκε σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές, τα κέρδη αυξάνονται κατακόρυφα, προσελκύοντας στην επιχείρηση τα υπόλοιπα δύο αδέρφια, Επαμεινώνδα και Ιωάννη.
   Τίποτα δεν φαίνεται ικανό να ανακόψει την ορμή των τεσσάρων αδερφών, ούτε καν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή η Μικρασιατική Καταστροφή, όταν κάηκαν 300.000 κιλά καπνά καλής ποιότητας που βρίσκονταν στο υποκατάστημα στη Σμύρνη. Μεγάλες καπναποθήκες δημιουργούνται σε διάφορα σημεία της χώρας, ενώ γραφεία ιδρύονται και στο εξωτερικό, όπου διοχετεύεται το 10%, περίπου 3.400 τόνοι, των συνολικών εξαγωγών καπνού.
   Όταν κάποια στιγμή οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν, τα αδέρφια έκριναν πως είχε φθάσει η ώρα για να δημιουργήσουν μια βιομηχανία σιγαρέτων στην Ελλάδα. Πράγματι, το 1930 συστήνεται η ‘’Παπαστράτος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Σιγαρέτων’’, ενώ ένα χρόνο μετά γίνονται τα εγκαίνια του υπερσύγχρονου εργοστασίου -το οποίο χαρακτηρίζεται από τις εφημερίδες της εποχής ως εφάμιλλο ή και καλύτερο των ευρωπαϊκών- από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
   Σύντομα η επιχείρηση γιγαντώνεται, φθάνοντας να απασχολεί έως 100.000 άτομα. Είναι πλέον η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία και η πρώτη που υιοθετεί την χορήγηση προίκας στις κόρες των εργαζομένων της, καθώς και τη χορήγηση μπόνους στα στελέχη της.
   Τα τέσσερα αδέρφια, όμως, εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς το εξωτερικό, όπου κάνουν φιλότιμες προσπάθειες για να διαδώσουν τα καπνά τους. Πρώτιστα, στη Γερμανία, όπου αναγείρουν εργοστάσιο το 1933. Για κακή τους τύχη, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, το κλίμα έγινε ιδιαίτερα εχθρικό, με αποτέλεσμα το εργοστάσιο να κλείσει μετά από τέσσερα χρόνια, με ζημιά τόσο σημαντική που εκμηδένισε τα κέρδη μιας δεκαετίας. Την ίδια τύχη είχε και η επένδυση στην Αίγυπτο, όπου εξαγοράστηκε μια παλιά ελληνική καπνοβιομηχανία. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Ε. Παπαστράτος, «ύστερα από αγώνα 18 περίπου ετών, δαπανηρότατο, αναγκαστήκαμε και εμείς να σταματήσουμε τη λειτουργία του εργοστασίου μας του Καΐρου».
   Η συνέχεια, όμως, ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Το 1940, η οικογένεια γίνεται φτωχότερη, αφού αφήνει την τελευταία του πνοή στο εργοστάσιο, σε ηλικία 57 ετών, ο Σωτήρης Παπαστράτος. Ένα χρόνο μετά, οι Γερμανοί δεσμεύουν 1.500.000 κιλά καπνού που προορίζονταν για εξαγωγή. Ακολουθεί ο εμφύλιος διχασμός, οπότε το εργοστάσιο βομβαρδίζεται πρώτα από αγγλικά πλοία και μετά, όταν το κατέλαβαν οι Άγγλοι, από τον ΕΛΑΣ.
   Τη δεκαετία του ’50, ξεκινάει η ανάκαμψη της ‘’Παπαστράτος ΑΒΕΣ’’, η οποία κυριαρχεί στον ελληνικό χώρο με μια σειρά σημάτων που κυκλοφορεί, ενώ παράλληλα εξάγει μεγάλες ποσότητες καπνών. Πλέον ο Ευάγγελος Παπαστράτος έχει μείνει μόνος μετά το θάν

ατο του Επαμεινώνδα το 1953 και του Ιωάννη το 1958. Τουλάχιστον μέχρι το 1973, όταν απεβίωσε σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας στο τιμόνι τον Αναστάσιο Παπαστράτο.

   Ένα χρόνο μετά, η ιστορική εταιρεία έρχεται σε συμφωνία με την Philip Morris για την παραγωγή και διακίνηση του Marlboro στην Ελλάδα. Τα επόμενα χρόνια, ο αμερικάνικος κολοσσός προσπαθεί να εξαγοράσει ένα σημαντικό πακέτο μετοχών, όμως προσκρούει στη σθεναρή άρνηση της οικογένειας. Με το θάνατο όμως του Αναστάσιου Παπαστράτου κλείνει οριστικά ο κύκλος της οικογένειας στην εταιρεία. Πλέον ο έλεγχός της περνάει σε συγγενείς δευτέρου και τρίτου βαθμού με διαφορετικά ενδιαφέροντα και πλήρη άγνοια σχετικά με τα καπνά και τα τσιγάρα. Ήταν απλώς θέμα χρόνου να υποκύψει στον ασφυκτικό εναγκαλισμό και εν τέλει να εξαγοραστεί, το 2003, από τον πρώην στρατηγικό συνεταίρο της.

Πηγή: Επιχειρείν αλά ΕλληΝΙΚΑ (Εκδ. Σταμούλης)

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Η άνοδος και η πτώση του θρυλικού Concorde

   ‘’Πέφτει’’, μόλις που πρόλαβαν να ψελλίσουν όσοι έτυχε να βρεθούν στις 25 Ιουλίου 2000 κοντά στο αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκολ. Το κατ’ ευφημισμό ‘’σιδερένιο θαύμα’’, το τρομερό και επιβλητικό υπερηχητικό αεροσκάφος, φλέγονταν αβοήθητο στον παρισινό ουρανό πριν συντριβεί στο έδαφος παίρνοντας στο θάνατο 109 επιβαίνοντες και άλλους τέσσερις άτυχους ανθρώπους που βρέθηκαν στο διάβα του. Οι τίτλοι τέλους για το Concorde είχαν μόλις αρχίσει να πέφτουν.
   Το Concorde υπήρξε ένα θαύμα της αεροναυπηγικής. Διέσχιζε τον Ατλαντικό σε τρεις περίπου ώρες, με ταχύτητα δυόμισι φορές μεγαλύτερη του ήχου, μια επίδοση που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν ούτε τα σημερινά μαχητικά αεροσκάφη, τα οποία διατηρούν τέτοιες ταχύτητες μόνο για περιορισμένα χρονικά διαστήματα.
   Η ιδέα για τη δημιουργία ενός υπερηχητικού επιβατικού σκάφους εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στη Γαλλία και τη Βρετανία. Εντέλει οι δύο χώρες, που αποφάσισαν να προχωρήσουν από κοινού στην κατασκευή του, παρουσίασαν το πρωτότυπο του Concorde το 1969, ενώ οι πρώτες εμπορικές πτήσεις ξεκίνησαν, από την British Airways και την Air France, το 1976.
   Με το μοναδικό σχήμα των πτερύγων σε σχήμα δέλτα και το χαρακτηριστικό ρύγχος που κατεβαίνει κατά την προσγείωση και την απογείωση, το Concorde θα αποσπούσε τον καθολικό θαυμασμό του κοινού και του Τύπου και σύντομα θα καθιερωνόταν ως ο κυρίαρχος των αιθέρων.
  Όμως, δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα. Ο υπερηχητικός κρότος αποδείχτηκε ένα πρόβλημα χωρίς λύση. Το ηχητικό κρουστικό κύμα που δημιουργείτο από το σπάσιμο της ταχύτητας του ήχου, γινόταν ακουστό και ενοχλητικό, σαν ισχυρή έκρηξη, σε όσους βρίσκονταν στο έδαφος, ακόμα και όταν το αεροσκάφος πετούσε σε μέγιστο ύψος.
   Την ίδια στιγμή, το εσωτερικό του Concorde δεν φημιζόταν για τις ανέσεις του, αφού τόσο τα καθίσματα όσο και ο διάδρομος ήταν στενάχωρα, μάλλον όχι αντάξια των 11.000 δολαρίων που ήταν η τιμή του εισιτηρίου. Παρ’ όλα αυτά, θα παρέμενε το αγαπημένο μέσο μεταφοράς των επιχειρηματιών και των διασημοτήτων, οι οποίοι θα μπορούσαν αυθημερόν να πάνε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και να γυρίσουν.
   Συνολικά, στους αιθέρες πετούσαν μόλις μια ντουζίνα Concorde, τα οποία έκαναν υπερατλαντικές πτήσεις. Όλα αυτά, όμως, μέχρι την αποφράδα εκείνη ημέρα, όταν μια μεταλλική λάμα που βρέθηκε στον διάδρομο απογείωσης τρύπησε το ελαστικό, το οποίο, με τη σειρά του, τρύπησε τη δεξαμενή καυσίμων και εξαιτίας της διαρροής προκλήθηκε φωτιά. Ήταν ένα ‘’κενό αέρος’’ το οποίο η εταιρεία δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει, με αποτέλεσμα λίγα χρόνια αργότερα, το φημισμένο υπερηχητικό αεροσκάφος να καθηλωθεί οριστικά στο έδαφος.

ΤΙ ΠΗΓΕ ΣΤΡΑΒΑ
   Οι πτήσεις του Concorde στους αιθέρες σημαδεύτηκαν από μια σειρά αναταράξεις και κλυδωνισμούς, οι οποίοι αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επώδυνοι. Ήδη από τα πρώτα του χρόνια, στη δεκαετία του ’70, είχε να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό πρόβλημα: την πρώτη ενεργειακή κρίση. Ως αποτέλεσμα, προκειμένου να καλυφθούν οι τεράστιες δαπάνες σε θέματα σχεδιασμού, ανάπτυξης και συντήρησης, όπως και η υψηλή κατανάλωση καυσίμων, το Concorde έμελλε να καταστεί προνόμιο μόνο της ανώτερης κοινωνικής τάξης.
   Όμως, η αποξένωση της ευρείας μάζας δεν ήταν το μοναδικό άλυτο πρόβλημα. Σ’ αυτό προστέθηκε και ο υπερβολικός θόρυβος, εξαιτίας του οποίου οι υπερηχητικές πτήσεις σύντομα θα απαγορεύονταν πάνω από κατοικημένες περιοχές, κάτι που αποτέλεσε ισχυρό ράπισμα για την κερδοφορία του εν λόγω εγχειρήματος.

   Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ήρθε όλη η αρνητική δημοσιότητα που προκλήθηκε από την αεροπορική τραγωδία, η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και ο περιορισμός, εν μέσω ύφεσης και τρόμου, των αεροπορικών ταξιδιών, για να βάλουν τέλος σε ένα μύθο, ένα τεχνολογικό θαύμα. Όπως εξάλλου σχολίασε εύστοχα το CNN, «είναι η πρώτη φορά που η αεροπορική ιστορία κάνει ένα βήμα προς τα πίσω».

Πηγή: Super Flops. Οι μεγαλύτερες εμπορικές αποτυχίες (Εκδ. Σταμούλης)