Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Η αποκαθήλωση της Barbie

Εμφανίστηκε το 1959 και προκάλεσε φρενίτιδα στις τάξεις των κοριτσιών. Ωστόσο, φαίνεται ότι τον τελευταίο καιρό έχει ξεμείνει από δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η Barbie, η διασημότερη κούκλα που βγήκε ποτέ στο εμπόριο, χάνει για πρώτη φορά τον χριστουγεννιάτικο εμπορικό «θρόνο» της, «την μητέρα όλων των μαχών», από τους πρωταγωνιστές του «Frozen».

Η ναυαρχίδα της Mattel, που είδε φέτος τα έσοδά της να συρρικνώνονται κατά 36%, παρέδωσε τα σκήπτρα στη βασίλισσα Έλσα και την πριγκίπισσα Άννα, πρωταγωνίστριες στο εξαιρετικά πετυχημένο «Frozen» που η Walt Disney Co. έβγαλε πέρυσι στους κινηματογράφους.

Όσον αφορά τις πωλήσεις της Barbie, η οποία απέφερε κάθε χρόνο έσοδα του ενός δις. δολαρίων, αυτές σημείωσαν πτώση 21% σε διεθνές επίπεδο. Ίσως πια τα κοριτσάκια να έχουν κουραστεί από την κούκλα με τις θεϊκές αναλογίες και να στρέφονται σε πιο γήινα παιχνίδια όπως η κούκλα Lammily, που στοιχίζει μόλις 25 δολάρια, για την παραγωγή της στηρίχθηκε στο crowdfunding και δίνει τη δυνατότητα στις μικρές καναταλώτριες να κάνουν παρεμβάσεις στην εμφάνισή της με ρεαλιστικές ατέλειες, όπως π.χ. ακμή!

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, τον Νοέμβριο -λίγο πριν αρχίσει η εορταστική περίοδος- η αμερικάνικη εταιρεία αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη για ένα βιβλίο που έβγαλε με πρωταγωνίστρια τη θρυλική της κούκλα, το οποίο χαρακτηρίστηκε σεξιστικό. Ο τίτλος του ήταν «Μπορώ να γίνω μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών». Το ηθικό δίδαγμα ότι μία γυναίκα χρειάζεται τελικά τη βοήθεια ενός άνδρα για να τα καταφέρει. Κι όπως ήταν φυσικό προκάλεσε κατακραυγή και καυστικές κριτικές στο Amazon, ως «αηδιαστικά σεξιστικό».


Τέλος, και τα αντανακλαστικά της Mattel φαίνονται να είναι πολύ καθυστερημένα, καθότι δείχνει να μην έχει διάθεση να καινοτομήσει, να διεγείρει με κάτι νέο την παιδική φαντασία. Η Barbie χρειάζεται άμεσα επανατοποθέτηση, αν θέλει πραγματικά να εξακολουθεί να συντροφεύει τα κοριτσάκια ανά τον πλανήτη. Αν δεν το πράξει, τότε σύντομα, σε ένα κλάδο που εξελίσσεται διαρκώς, θα περάσει στη φάση της παρακμής, της πτώσης.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Γίναμε διεθνώς "ρόμπα" για 28.000 ευρώ

Το μεγαλείο της ελληνικής γραφειοκρατίας έκανε και πάλι το θαύμα του προκειμένου η χώρα μας και δη η περιοχή της Λάρισας να δεχθεί ένα σημαντικό πλήγμα για το τουριστικό προϊόν της. Για μόλις 24.000 ευρώ, η παγκόσμια ομοσπονδία ορειβασίας και αναρρίχησης ακύρωσε τους αγώνες που είχαν προγραμματιστεί στον Όλυμπο, επειδή η ελληνική πλευρά δεν κατέβαλε εγκαίρως όλο το ποσό – ισχυρίστηκε ότι συγκέντρωσε μόλις 18.000 ευρώ.
Τρία ολόκληρα χρόνια
επίπονων και επίμονων προσπαθειών, προκειμένου η παγκόσμια ομοσπονδία να πειστεί και να βάλει στον χάρτη του αθλήματος για πρώτη φορά τον Όλυμπο και την Ελλάδα, πήγαν χαμένα. Ήταν η  πρώτη φορά που οι συγκεκριμένοι αγώνες θα πραγματοποιούνταν σε κάποιο βουνό εκτός των Άλπεων.

Οι αγώνες είχαν προγραμματιστεί να γίνουν στις 21 και 22 Φεβρουάριου του 2015, με συμμετοχή των κορυφαίων αθλητών και αθλητριών του κόσμου, αλλά και την τηλεοπτική κάλυψη του μεγαλύτερου αθλητικού δικτύου στον πλανήτη, του Eurosport. Η χώρα μας έχασε δυστυχώς μία σπάνια ευκαιρία για να αναδείξει δωρεάν το πολυσύνθετο τουριστικό της προϊόν.


Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο Πειραιάς προβάλλεται ως τουριστικός προορισμός

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον την καμπάνια με τίτλο «Destination Piraeus», που εγκαινίασε ο δήμος Πειραιά, με στόχο την τουριστική ανάδειξη της πόλης.
Παρουσιάζοντάς την ο δήμαρχος Γιάννης Μώραλης δήλωσε πως «δύο εκατομμύρια τουρίστες που ταξιδεύουν με τα πλοία, βλέπουν τον Πειραιά από μακριά και κανείς δεν τον επισκέπτεται». «Αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να σταματήσει». Στην καμπάνια αξιοποιούνται έντυπα, αλλά και ψηφιακά μέσα (web site, social media, εφαρμογές για smartphone και tablet).
Ομολογώ ότι η ομώνυμη ιστοσελίδα είναι αν μη τι άλλο προσεγμένη, αναδεικνύοντας τα πλεονεκτήματα του Πειραιά. Εσχάτως όλο και περισσότεροι προορισμοί επιστρατεύουν το branding προκειμένου να προβληθούν και να κερδίσουν αναγνωρισιμότητα. Η αρχή έγινε με την Πελοπόννησο και την Κρήτη, για να ακολουθήσουν και άλλοι προορισμοί.
Ωστόσο, για το Πειραιά διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Πρόκειται για μία πόλη που είναι ελάχιστα φιλική προς τους κατοίκους της, πόσω μάλλον προς τους τουρίστες. Πολλοί δρόμοι κοντά στο λιμάνι, εκεί όπου εξέρχονται οι τουρίστες, δεν έχουν ούτε καν σήμανση στα ελληνικά – για αγγλικά ούτε λόγος. Προβληματικό συγκοινωνιακό δίκτυο, ερειπωμένα κτίρια, παντελής έλλειψη πρασίνου, άναρχη δόμηση, έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα, ιδιαίτερα όταν βρέχει, συνθέτουν μερικά ακόμη κομμάτια του παζλ. Συν τοις άλλοις, η μισή πόλη έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο για τα έργα του μετρό.
Τελικά γιατί «κανένας δεν επισκέπτεται τον Πειραιά;», όπως δήλωσε και ο δήμαρχος. Φταίει το προϊόν ή φταίει η προβολή;
Θεωρώ ότι ισχύει το πρώτο. Γιατί δεν έγινε κάποια έρευνα αγοράς, ρωτώντας τους τουρίστες που έχουν επισκεφθεί την πόλη; Τι τους άρεσε, τι δεν τους άρεσε, τι θα ήθελαν να δουν; Αντ’ αυτού, επιλέχθηκε η εύκολη και πιο οικονομική λύση, μία πολύ όμορφη ιστοσελίδα, με εντυπωσιακές φωτογραφίες. Όμως αυτός είναι ο Πειραιάς;

Μπορεί μία καλή διαφήμιση να σώσει ένα μέτριο προϊόν; Η απάντηση, φοβάμαι, πως είναι αρνητική. Το ζητούμενο δεν είναι να έρθουν απλώς οι τουρίστες, αλλά να μείνουν και ικανοποιημένοι, να το πουν –να το γράψουν- σε άλλους. Φοβάμαι ότι αν δεν διορθωθούν τα κακώς κείμενα, αν δεν γίνουν έργα υποδομής, η όλη προσπάθεια θα αποτύχει.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Επεσε η αυλαία για την ΑΓΝΟ

Τέλος εποχής και επίσημα για την γαλακτοβιομηχανία ΑΓΝΟ, καθώς οδηγήθηκε σε πτώχευση, με 375 εργαζομένους να χάνουν τη δουλειά τους.
Μολονότι το 2003 πέρασε, απαλλαγμένη χρεών και έχοντας ένα αναγνωρίσιμο σήμα και την υποστήριξη της ευρύτερης κοινότητας, στην Κολιός ΑΕ, η άλλοτε “υγιής” εταιρεία έφθασε 10 χρόνια μετά να κατεβάσει ρολά.
Από τον Αύγουστο του 2012, οπότε και υπάχθηκε στο άρθρο 99, η ΑΓΝΟ άρχισε να μην ανταποκρίνεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι των πιστωτών της. Το Μάρτιο του 2013 έπαψε κάθε παραγωγική δραστηριότητα.

Στις αρχές του μήνα η εταιρεία κοινοποίησε στους εργαζόμενους τις απολύσεις τους, στους οποίους ήδη οφείλονται ποσά εκατομμυρίων ευρώ. Το δε σωματείο της βορειοελλαδίτικης γαλακτοβιομηχανίας κάνει λόγο για κακοδιαχείριση κατηγορώντας ως υπαίτιο τον επιχειρηματία Νίκο Κολιό, ο οποίος συνελήφθη για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ ύψους 3 εκατ. ευρώ.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της Gucci

Σήµερα η µάρκα Gucci αποτελεί συνώνυµο του στυλ στις γυναικείες τσάντες, στα υποδήµατα και στη µόδα. Αποτελεί όµως και απόδειξη της επιτυχηµένης πορείας ενός ανθρώπου, του Γκούτσιο Γκούτσι, που ξεκίνησε την καριέρα του πλένοντας πιάτα σ’ ένα ξενοδοχείο για να φθάσει να «συναλλάσσεται» µε την αριστοκρατία και να διοικεί έναν από τους πιο γνωστούς οίκους µόδας.
Ο ιδρυτής του διάσηµου πλέον οίκου µόδας, ο Γκούτσιο Γκούτσι, γεννήθηκε το 1881 στη Φλορεντία της Ιταλίας. Ο πατέρας του, που είχε επιχείρηση κατασκευής καπέλων, έσπρωξε τον νεαρό σε αναζήτηση καλύτερης τύχης όταν η επιχείρησή του πτώχευσε. Τότε ο Γκούτσι πήγε στο Λονδίνο, όπου κατέληξε να δουλεύει στη λάντζα του πολυτελούς ξενοδοχείου Savoy, το οποίο εκείνη την εποχή προσέλκυε την αριστοκρατία από Ευρώπη και Αµερική, χάρη κυρίως στη φήµη του καταπληκτικού σεφ Σέζαρ Ριτζ.
Ο νεαρός λαντζέρης θα µάθαινε πολλά δίπλα στον διάσηµο σεφ, που γνώριζε πολύ καλά πώς να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τις επιθυµίες της ευκατάστατης πελατείας του. Σύντοµα «προάχθηκε» σε σερβιτόρο, ένα πόστο που θα του επέτρεπε να παρατηρεί από πρώτο χέρι τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες του διεθνούς τζετ σετ. Αυτό όµως που του είχε κάνει εντύπωση ήταν οι πολυτελείς, δερµάτινες αποσκευές των πελατών του ξενοδοχείου, φτιαγµένες στο χέρι από εξειδικευµένους τεχνίτες από όλη την Ευρώπη. Αντιλήφθηκε, λοιπόν, ότι η ανώτερη κοινωνική τάξη αναζητά τη µοναδικότητα και ξοδεύει ακατάπαυστα για να αποκτήσει αγαθά πολυτελείας.
Μετά από τρία χρόνια σκληρής δουλειάς και έχοντας καταφέρει να µαζέψει µερικά χρήµατα, ο Γκούτσι επιστρέφει στη γενέτειρά του, σε µια προσπάθεια να ξεκινήσει µια νέα ζωή. Εκεί παντρεύτηκε µια νεαρή ράπτρια, µε την οποία απέκτησε τέσσερις γιους και µία κόρη. Όµως, η πολυπληθής οικογένεια, στην οποία προστέθηκε και ένα υιοθετηµένο αγοράκι, θα αντιµετώπιζε έντονο πρόβληµα επιβίωσης τα επόµενα χρόνια και κυρίως κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου, όταν ο πατριάρχης της, που µέχρι τότε εργαζόταν σ’ ένα µαγαζί µε αντίκες, στρατεύτηκε για να πολεµήσει µε τον ιταλικό στρατό.
Μετά τον πόλεµο, ο Γκούτσι, ενθυµούµενος την εµπειρία του στο Λονδίνο, απασχολήθηκε σε µια εταιρεία που ειδικευόταν στην παραγωγή δερµάτινων προϊόντων υψηλής ποιότητας. Εκεί, ο ιδιοκτήτης θα τον µυούσε στον κόσµο του δέρµατος και σύντοµα θα του ανέθετε να διοικήσει ένα νέο υποκατάστηµα στη Ρώµη. Όµως, το 1921, ο 40χρονος πρώην λαντζέρης ήταν πια έτοιµος να ακολουθήσει το δικό του επιχειρηµατικό όνειρο. Με την παραίνεση της συζύγου του και µε 30.000 λίρες στη τσέπη, άνοιξε ένα µικρό κατάστηµα δερµάτινων ειδών στη Φλορεντία, απευθυνόµενο κυρίως στους πλούσιους Βρετανούς τουρίστες που κατέκλυζαν την πόλη στη δεκαετία του 1920.
Το ταλέντο του Γκούτσι στην κατασκευή ποιοτικών δερµάτινων αγαθών, κυρίως πολυτελών τσαντών και αποσκευών, σύντοµα θα αναγνωριζόταν από την πελατεία του, αποκτώντας φήµη που σύντοµα θα ξεπερνούσε τα σύνορα της χώρας. Γνωρίζοντας ο Ιταλός έµπορος ότι οι πελάτες του εκτιµούν ιδιαίτερα οτιδήποτε ήταν εξαιρετικά ακριβό, ανέβασε κατακόρυφα τις τιµές των προϊόντων του. Το κατάστηµά του συνέχισε να ευηµερεί, µέχρι τουλάχιστον τη στιγµή που ο Μπενίτο Μουσολίνι θα απαγόρευε την εισαγωγή δέρµατος από την Βρετανία. Τότε, χωρίς να χάσει χρόνο, αποφάσισε να ξεκινήσει να εκτρέφει δικά του ζώα, εξασφαλίζοντας έτσι την πολυπόθητη πρώτη ύλη για τα προϊόντα του.
Αν και ο Β’ Παγκόσµιος Πόλεµος αποτέλεσε ισχυρό ράπισµα για την κερδοφορία της επιχείρησης, που ήδη αριθµούσε δύο καταστήµατα, ο Γκούτσι επέστρεψε στην επιχειρηµατική δράση προσελκύοντας πια Αµερικάνους στρατιώτες, που αγόραζαν διάφορα δερµάτινα είδη για τις µητέρες και τις συζύγους τους. Μετά τον πόλεµο και µε τη βοήθεια του
µεγαλύτερου γιου του Άλντο, άρχισε να δηµιουργεί το µύθο σχετικά µε τα προϊόντα της εταιρείας, που πλέον έφεραν το διακριτικό σήµα
GG (τα αρχικά του ιδρυτή).
Την ίδια εποχή κυκλοφορεί η φήµη ότι οι Γκούτσι υπήρξαν οι αποκλειστικοί προµηθευτές σελλών και σαµαριών των πιο αριστοκρατικών οικογενειών της Φλορεντίας. Αυτός ο µύθος ανέβασε πολύ τους Γκούτσι στην εκτίµηση των πελατών τους, ενώ προσέλκυσε διασηµότητες από όλο τον κόσµο, όπως η Βασίλισσα της Αγγλίας, η Ελεανόρ Ρούσβελτ, η Ελίζαµπεθ Τέιλορ και η Γκρέις Κέλι.

Γνωρίζατε ότι...
Μία φορά η Γκρέις Κέλι έσπευσε στο κατάστηµα σε κατάσταση πανικού για να αγοράσει ένα δώρο για κάποιον φίλο της που παντρευόταν. Αναζητούσε εναγωνίως ένα µαντήλι µε λουλούδια, το οποίο ο Γκούτσι µπορεί να µη διέθετε, όµως της υποσχέθηκε ότι θα της φτιάξει ένα πάραυτα. Το συµβάν αυτό πήρε τέτοιες διαστάσεις που σύντοµα όλοι ήθελαν να αγοράσουν ένα µαντήλι µε λουλούδια.
 
Με το θάνατο του Γκούτσιο Γκούτσι το 1953, θα ξεκινήσει µια καινούργια εποχή για την εταιρεία, η οποία, υπό τη διοίκηση του Άλντο Γκούτσι, θα µεταµορφωνόταν σε διεθνή οίκο µόδας. Όµως, αυτή η νέα εποχή δηµιούργησε τριγµούς στο οικοδόµηµα, όχι τόσο στην επιχειρηµατική αρένα, όσο στις σχέσεις των απογόνων του ιδρυτή, οι οποίοι ενεπλάκησαν σε απίστευτες ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, που «σηµαδεύτηκαν» ακόµη και µε φόνο. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός µέλους της οικογένειας που κατήγγειλε στην αστυνοµία ότι σε µια συνεδρίαση του οικογενειακού διοικητικού συµβουλίου του Οίκου έπεσε θύµα άγριου ξυλοδαρµού από τους υπολοίπους. Δυστυχώς, φαίνεται πως η επιτυχία µερικές φορές έχει και το τίµηµά της.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3 (Πρωτοπαπαδάκης Ιωάννης, εκδ. Σταμούλης)






Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Τα McDonald's συρρικνώνουν το μενού

Τον τελευταίο καιρό τα McDonalds δεν διάγουν την καλύτερη εποχή τους. Χαρακτηριστικά, ο Νοέμβριος που μας πέρασε ήταν ο χειρότερος των τελευταίων 14 ετών από πλευράς πωλήσεων, καθώς συρρικνώθηκαν κατά 4,6% στις ΗΠΑ και κατά 2,2% σε διεθνές επίπεδο.

Οι εποχές όπου ο αμερικάνικος κολοσσός άνοιγε καταστήματα το ένα μετά το άλλο και απολάμβανε αυξημένες πωλήσεις, φαίνεται ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Στο τελευταίο 14μηνο η εταιρία καταγράφει μηδενική ανάπτυξη, με τη ρίζα του κακού να εντοπίζεται στο πληθωρικό μενού. Τα McDonalds προσφέρουν συνολικά 121 πιάτα, 74% περισσότερα από αυτά που προσέφεραν πριν 10 χρόνια – τα οποία αποδείχθηκε ότι όχι μόνον μπέρδεψαν τους πελάτες, αλλά μοιραία αύξαναν και τον χρόνο παραγγελίας

Συν τοις άλλοις, η εταιρεία δείχνει να μην συμβαδίζει με τις τάσεις της αγοράς, καθότι οι καταναλωτές έχουν αρχίσει να αναζητούν πιο φρέσκα και υγιεινά υλικά, ακόμη και στα fast-food.

Ως εκ τούτου, από τον Ιανουάριο αποφασίστηκε στα εστιατόρια στις ΗΠΑ να πέσει «ψαλίδι» στους καταλόγους, έτσι ώστε τα McDonalds να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος. Ετοιμάζεται μάλιστα να αναζητήσει νέους, πιο υγιεινούς, τρόπους συντήρησης και μαγειρέματος των υλικών της, εγκαινιάζοντας ήδη καμπάνια ενημέρωσης του καταναλωτικού κοινού στις ΗΠΑ. 
Τέλος, θα προσφέρει την επιλογή «Φτιάξτε τη Γεύση σας», μέσα από μια γκάμα με ψωμάκια, τυριά και toppings, κάτι που θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε 2.000 από τα 14.000 καταστήματα που λειτουργεί στις ΗΠΑ.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία της Benetton

Πριν 40 περίπου χρόνια, µία φτωχή οικογένεια από το Τρεβίζο της Ιταλίας άρχισε να ράβει χαρούµενα και πολύχρωµα ρούχα, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να πείσει τους συµπατριώτες της να τα φορέσουν. Σύντοµα, βέβαια, τα ρούχα της θα ξεπερνούσαν τα γεωγραφικά σύνορα της Ιταλίας, µε αποτέλεσµα να γίνουν εξαιρετικά δηµοφιλή σε όλο τον κόσµο. Σ’ αυτή τη µεταµόρφωση, πάντως, θα συνεισέφερε τα µέγιστα η υιοθέτηση προκλητικών και ανατρεπτικών διαφηµίσεων από την εταιρεία, που θα άφηναν εποχή.
Οι Λουτσιάνο και Τζουλιάνα Μπένετον, οι δύο ιδρυτές της Benetton Group, γνώρισαν από πολύ µικροί τη σκληρή πλευρά της ζωής, όταν το 1945 έχασαν σε µικρή ακόµη ηλικία τον πατέρα τους, ο οποίος διατηρούσε εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων και ποδηλάτων. Ήταν όµως αυτή η πρόωρη απώλεια που θα έκανε τα δύο αδέρφια πιο δυνατά και ουσιαστικά θα τα παρακινούσε να καταβάλλουν ακόµη µεγαλύτερη προσπάθεια, προκειµένου να επιτύχουν επαγγελµατικά.
Στη µεταπολεµική Ιταλία, λοιπόν, ο Λουτσιάνο, το µεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, εγκαταλείπει το σχολείο και βγαίνει στο δρόµο πουλώντας εφηµερίδες, προκειµένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην για την οικογένειά του. Σ’ αυτή την προσπάθεια θα έβρισκε άξιο συµπαραστάτη την αδερφή του Τζουλιάνα, ένα ιδιαίτερο ταλέντο της οποίας θα άλλαζε τη ζωή όλης της οικογένειας των Μπένετον.
Ήδη από τα πρώτα της χρόνια η Τζουλιάνα ανακάλυψε το ταλέντο της στο πλέξιµο, όταν εργαζόταν σε µια µικρή εταιρεία που έραβε ρούχα. Έχοντας δανειστεί µία µηχανή πλεξίµατος, τα βράδια έραβε τα δικά της µάλλινα πουλόβερ, τα οποία διέθεταν εύθυµα χρώµατα. Το 1955, ο 20χρονος Λουτσιάνο, που συνειδητοποιεί το ιδιαίτερο ταλέντο της 17χρονης αδερφής του, παραιτείται από πωλητής ρούχων, πουλάει το ποδήλατό του και ένα ακορντεόν, ίσως τα µοναδικά αντικείµενα αξίας της οικογένειας, και αγοράζει µία µεταχειρισµένη µηχανή πλεξίµατος.
Σε αντίθεση µε τα µουντά ακρυλικά πουλόβερ, που ήταν αρκετά δηµοφιλή τότε, η Τζουλιάνα ράβει µια πολύχρωµη συλλογή από µάλλινα πουλόβερ, την οποία ο αδερφός της, ως υπεύθυνος επί των πωλήσεων, καταφέρνει να προωθήσει στα τοπικά καταστήµατα. Τα σχέδια της Τζουλιάνας γνωρίζουν µεγάλη επιτυχία και ουσιαστικά θα αποτελέσουν το πρώτο βήµα για τη δηµιουργία µιας παγκόσµιας αυτοκρατορίας.
Το 1965, µαζί µε τα δύο ακόµη αδέρφια της οικογένειας, τον Κάρλο και τον Τζιλµπέρτο, οι Μπένετον ιδρύουν την Magliere Benetton, εταιρεία πλεκτών ενδυµάτων για τον άνδρα και τη γυναίκα µε σήµα κατατεθέν το σχήµα µιας βελόνας. Ο Λουτσιάνο, ο ιθύνων νους της εταιρείας, σύντοµα οραµατίζεται ένα δίκτυο ιδιόκτητων καταστηµάτων, όπου θα πωλούνται αποκλειστικά τα ρούχα της εταιρείας. Το 1968, το πρώτο κατάστηµα Benetton είναι γεγονός, ενώ ένα χρόνο µετά ανοίγει τις πύλες του στο Παρίσι το πρώτο κατάστηµα εκτός Ιταλίας.
Ο Λουτσιάνο γνώριζε ότι αν το κατάστηµα στο Παρίσι ευηµερούσε, τότε θα αποτελούσε την αφετηρία για την εξάπλωση της Benetton και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, καθώς και στην αµερικάνικη και ιαπωνική αγορά. Όπως ακριβώς και έγινε. Σύντοµα η εταιρεία θα αποκτήσει παρουσία σε όλο τον ανεπτυγµένο κόσµο (σήµερα διαθέτει 7.000 καταστήµατα σε 120 χώρες), σε σηµείο να καταστεί ο µεγαλύτερος «καταναλωτής» αγνού παρθένου µαλλιού στον κόσµο.
Η Benetton, χάρη στα προηγµένα, αυτοµατοποιηµένα συστήµατα που θα εφάρµοζε (είναι χαρακτηριστικό ότι στο τεράστιο εργοστάσιό της κοντά στη Βενετία απασχολούνται µόλις 19 άτοµα – τα µηχανήµατά της δε ανανεώνονται κάθε πέντε χρόνια), θα κατάφερνε να ελαχιστοποιήσει τα αποθέµατά της, να πλέκει –ύστερα από παραγγελία– ένα πουλόβερ χωρίς ραφές εντός 30 λεπτών και να παράγει σε ετήσια βάση 115 εκατ. τεµάχια µε το όνοµά της στην ετικέτα.

Γνωρίζατε ότι...
Η Benetton θα ξεχώριζε και χάρη στις προκλητικές διαφηµιστικές εκστρατείες της, σε µια προσπάθεια να προωθήσει το µότο United Colors of Benetton. Πολλοί προφανώς θα θυµούνται τον ιερέα που φιλιέται µε την καλόγρια, το νεογέννητο µωρό µε τον οµφάλιο λώρο, το ζευγάρωµα δύο αλόγων, τον ασθενή που πεθαίνει από AIDS, τους µελλοθάνατους, τους χιµπατζήδες που απειλούνταν από εξαφάνιση, καθώς και πολλές άλλες διαφηµίσεις που έθιξαν καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήµατα.
Ο προκλητικός φωτογράφος Ολιβιέρο Τοσκάνι, εµπνευστής όλων αυτών των εκστρατειών, κατάφερε να συγκλονίσει τον κόσµο µε τις εικόνες του. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος: «Δεν βρίσκοµαι εδώ για να πουλάω πουλόβερ αλλά για να προωθήσω µια εικόνα».


Οι διαφηµίσεις της Benetton προκάλεσαν κατακραυγή σε πολλά µέρη του κόσµου, όµως την ίδια στιγµή κατάφεραν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό µε διάφορα κοινωνικά θέµατα, αλλά και να αποσπάσουν διάφορα βραβεία. Για την Ιστορία, πάντως, πρέπει να αναφέρουµε ότι για τις συγκεκριµένες διαφηµίσεις γράφτηκαν περισσότερα άρθρα στον Τύπο από κάθε άλλη προηγούµενη διαφηµιστική εκστρατεία…


Ο Λουτσιάνο Μπένετον, το µοναδικό από τα τέσσερα αδέρφια που εξακολουθεί να κατέχει θέση στην εταιρεία, κατάφερε τελικά να βάλει χρώµα στη ζωή των Ιταλών δηµιουργώντας πολύχρωµα και χαρούµενα ρούχα. Ο άνθρωπος, που κάποτε πουλούσε εφηµερίδες για να επιβιώσει, συγκαταλέγεται πλέον στους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη (στην 35η θέση, σύµφωνα µε τη λίστα του Forbes) και µε περιουσία που ανέρχεται στα 10 δισ. δολάρια.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3 (εκδ. Σταμούλης)