Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Οι εταιρείες στρέφονται στους baby boomers

Τα τελευταία χρόνια τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις έχουν βάλει στο στόχαστρό τους τη γενιά των baby boomers, όσων δηλαδή γεννήθηκαν από το 1946 έως το 1964, μια εποχή όπου καταγράφηκε η μεγαλύτερη αύξηση στο ρυθμό των γεννήσεων.
Συστατικά τροφών με βάση τα φύκια, που προορίζονται για πτηνοτροφεία, προκειμένου οι κότες να γεννούν αβγά πλούσια σε «Ωμέγα 3», προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας που βελτιώνουν τη μνήμη και προλαβαίνουν την απώλεια των πνευματικών ικανοτήτων ων ηλικιωμένων, συμπληρώματα διατροφής που ανταποκρίνονται στις βιολογικές ανάγκες των ηλικιωμένων καταναλωτών, εστιατόρια που έχουν αναπροσαρμόσει τα μενού τους  κάνοντας τα πιο ευανάγνωστα, διαφημιστικές εκστρατείες αυτοκινήτων που απευθύνονται σε 50αρηδες και άνω, τουριστικά πακέτα για senior citizens είναι μερικά μόνο παραδείγματα που υποδηλώνουν την επίθεση γοητείας της βιομηχανίας και το εμπορίου προς την τρίτη ηλικία.

Προς τι όλη αυτή η στροφή σους baby boomers; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής. Οι baby boomers, ηλικίας 50+ σήμερα, έχουν κατακλύσει την αγορά. Η μείωση των γεννήσεων, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η οικονομική κρίση φέρνουν τους ηλικιωμένους, οι οποίοι συνήθως έχουν χρόνο και χρήμα να ξοδέψουν, στο επίκεντρο του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 2010 και μετά, στην Ευρώπη εκείνοι που γιορτάζουν κάθε χρόνο τα 65 τους χρόνια είναι περισσότεροι από εκείνους που γιορτάζουν τα 25 χρόνια τους. Στις δε ΗΠΑ η μεσαία εισοδηματική τάξη απαρτίζεται κυρίως από συνταξιούχους άνω των 60 ετών.

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Η ιστορία πίσω από το λογότυπο της Apple

Το 1976, δύο νέοι, ο Στιβ Βόσνιακ και ο Στιβ Τζομπς, κατάφεραν να αλλάξουν την τεχνολογική ιστορία του κόσμου δημιουργώντας τον πρώτο προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το όνομα αυτού αλλά και της εταιρείας τους, ήταν Apple, επιλογή του Τζομπς, που είχε περάσει ένα Σαββατοκύριακο κλαδεύοντας μηλιές σε μια οικολογική φάρμα – συν τοις άλλοις, το όνομα «ακουγόταν εύθυμο, δυναμικό και καθόλου εκφοβιστικό, και επιπλέον θα βρισκόταν πιο ψηλά στον τηλεφωνικό κατάλογο από την καταχώρηση της Atari».
    Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε το πρώτο λογότυπο, που απεικόνιζε τον Ισαάκ Νεύτωνα κάτω από μια μηλιά και ένα μήλο να κρέμεται λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του, συνοδευόμενο από τη φράση «ο νους ταξιδεύει για πάντα μέσα στις άγνωστες θάλασσες της σκέψης… μοναχός».
 
 Το πολύπλοκο αυτό λογότυπο δεν θα μακροημέρευε, καθώς τον ίδιο κιόλας χρόνο ο Τζομπς ανέθεσε σε ένα γραφίστα τη δημιουργία ενός μοντέρνου, ευχάριστου και χρωματιστού λογότυπου. Τότε προέκυψε το γνωστό σε όλους μας δαγκωμένο μήλο – η δαγκωμένη εκδοχή, στα χρώματα του ουράνιου τόξου, προτιμήθηκε ώστε το περίγραμμα του φρούτου να μην μοιάζει με πορτοκάλι ή ντομάτα. Ωστόσο, είναι προφανής και ο συνειρμός με τον όρο bite (byte), τη γνωστή μονάδα μέτρησης αποθηκευτικού χώρου.

   Το πολύχρωμο δαγκωμένο μήλο παρέμεινε μέχρι το 1998, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Στιβ Τζομπς, ως σωτήρα, στην εταιρεία, οπότε και δημιουργήθηκε η ανάγκη για την αναζήτηση ενός νέου λογότυπου, που θα «επένδυε» ωστόσο στην αναγνωρισιμότητα του προκατόχου του. Ως εκ τούτου επιλέχθηκε το μονόχρωμο δαγκωμένο μήλο, πιο ευμέγεθες προκειμένου να είναι ευδιάκριτο πάνω στα προϊόντα, χωρίς όμως να αλλοιώνει τη συνολική τους εικόνα – σύμφωνα με μία εκδοχή το έγχρωμο μήλο εγκαταλείφθηκε λόγω υψηλού κόστους διαχείρισης (ακριβή εκτύπωση κ.α.).

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Πώς μας πείθουν να αγοράζουμε


Το marketing μπορεί εύκολα να κατανοήσει τις ανάγκες και επιθυμίες των καταναλωτών, μπορεί όμως εύκολα και να τους χειραγωγήσει. Σε συνθήκες υπερκατανάλωσης, οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν εύκολα να αναπτύξουν καταναλωτική συνείδηση με αποτέλεσμα να "πέφτουν στην παγίδα". Ας δούμε, όμως, τις πιο βασικές τεχνικές πωλήσεων:

Bait and Switch: παραπλανητική τεχνική στην οποία ένα προϊόν διαφημίζεται σε πολύ χαμηλή τιμή, με σκοπό, να προσελκύσει πελάτες. Όταν ο πελάτης εισέλθει στο κατάστημα να ρωτήσει σχετικά με το διαφημιζόμενο προϊόν (the bait-το δόλωμα), ο πωλητής θα προσπαθήσει να του πουλήσει ένα ακριβότερο (the switch) λέγοντάς του, ότι το προϊόν δεν είναι πλέον διαθέσιμο ή τονίζοντας απλά τη χαμηλή ποιότητά του και προτείνοντας του κάτι καλύτερο. Παράδειγμα: Προσφορές πολλών super markets όπου οι καταναλωτές σπεύδουν να προλάβουν και όταν εισέλθουν στο κατάστημα το προϊόν της προσφοράς έχει εξαντληθεί! Οι καταναλωτές φεύγοντας θα προβούν εύκολα σε αγορές άσχετες με την διαφημιζόμενη προσφορά.

Foot in the Door: τεχνική, η οποία αποσκοπεί στο να κάνεις κάποιον να συμφωνήσει αρχικά σ’ ένα «μικρό» αίτημα, αυξάνοντας την πιθανότητα να συμφωνήσει και σ’ ένα δεύτερο-«μεγαλύτερο». Με άλλα λόγια, ζητάς κάτι μικρό και όταν σου δοθεί ζητάς κάτι μεγαλύτερο. Παράδειγμα: «Έχετε δοκιμάσει την καινούρια κρέμα ημέρας;» ή «Να σας δειγματίσουμε με το καινούριο άρωμα της εταιρείας;» (μικρό αίτημα). Ο καταναλωτής από ευγένεια και μόνο θα απαντήσει θετικά στην πωλήτρια δίνοντας της πρόσφορο έδαφος να προωθήσει, όχι μόνο το συγκεκριμένο προϊόν, αλλά μια σειρά από προϊόντα της εταιρείας (μεγαλύτερο αίτημα), ξεκινώντας από το φθηνότερο καταλήγοντας στο ακριβότερο.

Door in the Face: ο πωλητής παρουσιάζει εσκεμμένα το πιο ακριβό προϊόν, γνωρίζοντας ότι θα απορριφθεί, με σκοπό το ακόλουθο και φαινομενικά φθηνότερο να γίνει αποδεκτό! Παράδειγμα: Η προώθηση αρχικά ενός γυναικείου αρώματος των 200€ θα κάνει πολύ πιο εύκολη –και φαινομενικά πιο φθηνή- την αγορά ενός αρώματος της τάξεως των 100€, για τον πελάτη που θέλει να κάνει ένα δώρο στη σύζυγό του!

Labelling: τεχνική πειθούς με την οποία ο πωλητής προσδίδει μια «ταμπέλα» στον υποψήφιο αγοραστή, προσδοκώντας η συμπεριφορά του να είναι ανάλογη με τον χαρακτηρισμό αυτό. Ο πελάτης κολακεύεται  από τον χαρακτηρισμό, πείθεται και αποδέχεται πιο εύκολα αυτό που θα του προτείνει ο πωλητής. Παράδειγμα: Ένας επιχειρηματίας εισέρχεται σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας. Ο υπάλληλος θα προσπαθήσει να πουλήσει λέγοντάς του: «Ένας πολυάσχολος και πολυπράγμων επιχειρηματίας σαν κι εσάς («ταμπέλα»), που επιθυμεί να οργανώσει αποτελεσματικά το χρόνο του… » παραθέτοντας στη συνέχεια τα χαρακτηριστικά του smartphone που θέλει να προωθήσει.

Thats Not All: το προϊόν προσφέρεται σε μία δεδομένη τιμή καθώς παρουσιάζεται σταδιακά. Προτού ο πιθανός αγοραστής προλάβει να το σκεφτεί, ο πωλητής προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει τονίζοντας επιπλέον χαρακτηριστικά και προσφορές του προϊόντος και παρουσιάζοντας το όσο το δυνατό πιο ελκυστικό! Παράδειγμα: ο πωλητής παραθέτει την τιμή μιας μηχανής του καφέ και μετά από μια μικρή παύση τονίζει ότι στην τιμή συμπεριλαμβάνονται και 20 κάψουλες δωρεάν.

The Lowball Technique: με την τεχνική αυτή ο πωλητής καταφέρνει να «δεσμεύσει» τελικά τον καταναλωτή αποκρύπτοντας όμως όλους τους όρους της συμφωνίας. Παράδειγμα: ο πελάτης που εισέρχεται στο κατάστημα επιθυμεί να επιλέξει ένα πρόγραμμα σταθερής τηλεφωνίας με χαμηλές χρεώσεις. Ο πωλητής βοηθά τον αγοραστή να προβεί σε μια τέτοια αγορά. Σύντομα όμως, ο δεύτερος θα διαπιστώσει ότι το πρόγραμμα τελικά αποδεικνύεται πιο δαπανηρό απ’ ότι του παρουσιάστηκε αρχικά, αφού προστίθενται σ’ αυτό μια σειρά από «κρυφές» χρεώσεις.

Cross-Selling: ο πωλητής προωθεί επιπλέον προϊόντα/υπηρεσίες που ίσως ενδιαφέρουν τον υπάρχοντα πελάτη με σκοπό να δαπανήσει περισσότερα χρήματα κατά τη διάρκεια των αγορών του. Παράδειγμα: Επιδέξια πωλήτρια «πείθει», προτείνοντας με έξυπνο και διακριτικό τρόπο, τον πελάτη να αγοράσει  επιπρόσθετα, γραβάτα και μανικετόκουμπα για το πουκάμισο που έχει ήδη επιλέξει (κερδίζοντας κάποια μικρή έκπτωση στο τελικό ποσό).


Up-selling: ο πωλητής ωθεί τον πελάτη να ξοδέψει περισσότερα χρήματα απ’ όσα σκοπεύει, προτείνοντάς του μια ακριβότερη εκδοχή του προϊόντος του οποίου ήλθε να αγοράσει αρχικά. Παράδειγμα: ο ιδιοκτήτης ξενοδοχείου ενημερώνει τον επισκέπτη ότι είναι άδειο το –πιο ακριβό- δωμάτιο που έχει θέα στη θάλασσα ή στην πισίνα.

Πηγή: Εργασία της Μαρκέλλας Γιαννή

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Geocaching. Το κυνήγι του χαμένου θυσαυρού.

   Στις 3 Μαΐου 2000, ο Dave Ulmer, σύμβουλος υπολογιστών, έκρυψε έναν κουβά με μπιχλιμπίδια στο δάσος έξω από το Portland (Oregon, USA) και δημοσίευσε τη θέση του σε ένα φόρουμ. Ο κος Ulmer εκείνο το βράδυ εφηύρε, άθελά του, το geocaching, ένα παιχνίδι που, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, έχει ξετρελάνει μικρούς και μεγάλους.
   Τι ακριβώς είναι το geocaching; Πρόκειται για μία σύγχρονη εκδοχή του «κυνηγιού του χαμένου θησαυρού». Στην κεντρική ιστοσελίδα του παιχνιδιού, www.geocaching.com,  διατίθενται οι απαραίτητες πληροφορίες για τους «θησαυρούς» και η εξερεύνηση ξεκινά σε πραγματικές συνθήκες, έξω στη φύση.
   Οι συμμετέχοντες χρησιμοποιούν συσκευές GPS ή άλλες συσκευές προσανατολισμού και πλοήγησης για να ανακαλύψουν ή να κρύψουν κουτιά (γεωκρύπτες-geocaches), οπουδήποτε στον κόσμο. Η κάθε κρύπτη έχει ειδικές συντεταγμένες, οι οποίες δημοσιεύονται στη σχετική ιστοσελίδα.
   Στην κρύπτη υπάρχει συνήθως ένα μικρό αδιάβροχο κουτί, που περιέχει ένα ημερολόγιο και ένα μολύβι για να υπογράψει σ’ αυτό ο παίκτης που θα τη βρει. Ο «θησαυρός» είναι συνήθως αντικείμενα ευτελούς αξίας (διακοσμητικά-παιχνίδια-cd-βιβλία). Οι κρύπτες μπορεί να είναι σε διαφορετικά σχήματα, μεγέθη και με διαφορετικό βαθμό δυσκολίας. Κάποιες φορές μπορεί να απαιτούν και την επίλυση πολύπλοκων γρίφων.
   Στην περιγραφή του κάθε κουτιού υπάρχουν, πέρα από τις συντεταγμένες του, πληροφορίες ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου για την ευρύτερη περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο το geocaching πέρα από ένα ευχάριστο και επιμορφωτικό παιχνίδι αποτελεί έναν οικονομικό «ξεναγό», ένα πολύτιμο εργαλείο για τη διάδοση τουριστικών προορισμών ή απλώς απόμερων τοποθεσιών.
   Ο βασικός κανόνας του παιχνιδιού είναι απλός. Όταν ανακαλύψει το «θησαυρό», ο παίκτης έχει δικαίωμα να πάρει κάποιο αντικείμενο απ’ το κουτί, αρκεί να αφήσει ένα νέο μέσα σ’ αυτό. Υπογράφει, τοποθετεί την κρύπτη πίσω στη θέση της και συνεχίζει για την επόμενη.
   Οι παίκτες μολονότι δεν διεκδικούν κάποιο μεγάλο έπαθλο, κερδίζουν συναρπαστικές εμπειρίες συνδυάζοντας τη διασκέδαση με την περιπέτεια, ερχόμενοι σε επαφή με τη φύση και τον πολιτισμό της περιοχής που επισκέπτονται.
   Σήμερα υπάρχουν 2.556.073 γεωκρύπτες καταχωρημένες σε διάφορες ιστοσελίδες, που είναι αφιερωμένες στο παιχνίδι. Οι κρύπτες είναι τοποθετημένες σε περισσότερες από 100 χώρες σε όλο τον κόσμο, και στις επτά ηπείρους, συμπεριλαμβανομένης και της Ανταρκτικής.
   Το παιχνίδι όντας σχετικά νέο και άγνωστο στην Ελλάδα συνεχίζει  να κερδίζει νέους οπαδούς, καταμετρώντας μέχρι σήμερα 2.500 κρύπτες (εκ των οποίων 120 είναι προσβάσιμες σε ΑΜΕΑ). Αρχικά το παιχνίδι συνεπήρε αποκλειστικά τους λάτρεις της τεχνολογίας, όμως σήμερα η κατηγορία των geocachers έχει διευρυνθεί περιλαμβάνοντας ζευγάρια, οικογένειες και ομάδες από όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Το geocaching στην τουριστική βιομηχανία
   Σημαντικός ο ρόλος του παιχνιδιού στην τουριστική βιομηχανία, αποτελώντας θέλγητρο για έξι εκατομμύρια παίκτες παγκοσμίως, νούμερο το οποίο αυξάνεται συνεχώς. Αποτελεί ιδανική εμπειρία για ταξιδιώτες που αναζητούν έναν διαφορετικό τρόπο διακοπών, καθώς μπορεί να συνδυάσει στοιχεία hiking-trekking, orienteering, συνδυάζεται με άλλα σπορ, προσφέρεται για οικολογικές δράσεις ενώ αποτελεί ευχάριστο εναλλακτικό τρόπο γνωριμίας των παιδιών με το φυσικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου απευθύνεται σε μεγάλη γκάμα τουριστών (νέους, ζευγάρια, οικογένειες, λάτρεις της φύσης και των σπορ, λάτρεις της περιπέτειας).
   Πέρυσι στην Ελλάδα συμμετείχαν 11.473 παίκτες εκ των οποίων Έλληνες ήταν μόνο οι 848. Η ανάπτυξη λοιπόν μιας αντίστοιχης υποδομής στη χώρα μας και η κατάλληλη προβολή από ξενοδοχεία και τουριστικούς προορισμούς (δεν είναι τυχαίο ότι προορισμοί στο εξωτερικό τοποθετούν κρύπτες και στα πιο απόμακρα ή δυσπρόσιτα μέρη –π.χ. απομονωμένα χωριά- ώστε να εμπλουτίσουν την εμπειρία των χρηστών), θα φέρει και την ανάλογη ζήτηση του ειδικού κινήτρου (geocaching), καθιστώντας το εναλλακτική μορφή τουρισμού.
   Ηδη στο εξωτερικό, οργανωμένα τουριστικά γραφεία επενδύουν στην συνεχώς διευρυνόμενη κοινότητα των geocachers, για να τονώσουν την επισκεψιμότητα εντάσσοντας το «κυνήγι του θησαυρού» στα «πακέτα» τους.

 Πηγή: Κείμενο προσαρμοσμένο πάνω σε εξαιρετική εργασία της Μαρκέλλας Γιαννή

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

PREMIER CIGARETTES
Το Άκαπνο Τσιγάρο

   Στη δεκαετία του 1980, η καπνοβιομηχανία RJ Reynolds’, παραγωγός των Camel, Winston και Salem, αναζητούσε να παράγει ένα νέο, επαναστατικό προϊόν. Η επιτυχία των πιο light καπνών όπως τα Mild, Low και Ultra Low, έπεισαν την εν λόγω καπνοβιομηχανία ότι υπήρχε «χώρος» και για ένα πιο υγιεινό τσιγάρο. Σε αυτό συνέβαλε και η ανάπτυξη του αντικαπνιστικού κινήματος, καθώς και η δημοσίευση ερευνών που καταδείκνυαν τις αρνητικές συνέπειες του τσιγάρου στους παθητικούς καπνιστές.
   Αν και ήταν νωπές ακόμη οι μνήμες από την τρανταχτή αποτυχία της εταιρείας, η οποία πριν από λίγα χρόνια είχε παρουσιάσει το Real, το πρώτο φυσικό τσιγάρο χωρίς πρόσθετα, η RJR θα επανερχόταν δυναμικά και θα προσπαθούσε να αναταράξει τα νερά με το αποκαλούμενο ως «καθαρότερο τσιγάρο του κόσμου».
   Ύστερα από μακροχρόνιες έρευνες και υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας (είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι μέτοχοι της εταιρείας ενημερώθηκαν μόλις την τελευταία στιγμή), το 1988 η RJ Reynolds’, έχοντας δαπανήσει συνολικά 325 εκατ. δολάρια, παρουσίασε στην αγορά το Premier, το πρώτο άκαπνο τσιγάρο. Ευσεβής πόθος της αμερικάνικης καπνοβιομηχανίας ήταν με το νέο τσιγάρο, που δεν δημιουργούσε στάχτη και καπνό, να προσεγγίσει του μη καπνιστές. Σε μια προσπάθεια μάλιστα να αποφύγει την παρέμβαση της πανίσχυρης FDA (Food and Drug Administration), απέφυγε έντεχνα να υιοθετήσει ισχυρισμούς όπως «ασφαλές» ή «υγιεινό», προωθώντας το ως το ιδανικό για «καθαρή απόλαυση».
   Τα πρώτα σύννεφα στον ορίζοντα, όμως, δεν άργησαν να φανούν. Ηδη από τα τεστ που προηγήθηκαν, η γεύση του ενθουσίασε μόλις το 5% όσων το δοκίμασαν. Ακόμα και πριν την επίσημη παρουσίαση του Premier κάποιος είχε δηλώσει ότι «η γεύση του ήταν μια σκέτη αηδία». Αυτός βέβαια δεν ήταν κάποιος τυχαίος, αλλά ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας…  
   Η γεύση δεν θα ήταν το μοναδικό πρόβλημα, αφού και η μυρωδιά του δεν ήταν και η πλέον ευχάριστη. Αν και εξωτερικά έμοιαζε με ένα συνηθισμένο τσιγάρο, η χρήση του αποδείχτηκε ελάχιστα πρακτική –είναι χαρακτηριστικό ότι συνοδευόταν από τετρασέλιδες οδηγίες χρήσεως-, αφού όχι μόνο άναβε με δυσκολία, θερμαινόταν υπερβολικά δυσκολεύοντας τον χρήστη να το κρατήσει, αλλά απαιτούσε και πολύ γερά πνευμόνια για να εισπνευστεί. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, κυκλοφόρησαν φήμες ότι η συγκεκριμένη μάρκα λειτουργούσε ως «όχημα» για τη διάδοση της κοκαΐνης.
   Οι πωλήσεις ήταν απογοητευτικές. Ούτε η υποστήριξη από τους έγκυρους New York Times, που χαρακτήρισαν το εν λόγω τσιγάρο ως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, θα το έσωζε. Το Premier άντεξε μόλις τέσσερις μήνες, πριν αποσυρθεί από την RJ Reynolds’, η οποία φαίνεται ότι διέθετε αδύνατη μνήμη, αφού στα μέσα της δεκαετίας του 1990, παρουσίασε το Eclipse, παραλλαγή του Premier, το οποίο όμως θα είχε την ίδια τύχη με τον προκάτοχό του.  Δεν ήταν εξάλλου τυχαία η δήλωση της εκπροσώπου της RJR: «Δεν θεωρούμε ως αποτυχία το Premier»…

ΤΙ ΠΗΓΕ ΣΤΡΑΒΑ
   Το Premier ουσιαστικά δεν απευθύνθηκε σε κανέναν. Οι μη καπνιστές είναι, όπως εύλογα συμπεραίνει κάποιος, μη καπνιστές, που σημαίνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να αγοράσουν οποιοδήποτε τσιγάρο. Εξάλλου, διατηρούσαν και αμφιβολίες σχετικά με τον ισχυρισμό της εταιρείας για ένα «καθαρό» τσιγάρο, διατεινόμενοι ότι η συγκεκριμένη καπνοβιομηχανία δεν έχει ποτέ παραδεχτεί ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Δικαιολογημένα, λοιπόν, πολλοί παρομοίασαν το επιχείρημα της RJ Reynolds’ με τον πωλητή που προσπαθεί να πουλήσει παγοκύστες στους Εσκιμώους.
   Οι δε καπνιστές που το δοκίμασαν, το απέρριψαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένα τσιγάρο που κοστίζει τριάντα σεντς παραπάνω από τα υπόλοιπα, δεν ανάβει εύκολα, μυρίζει σαν «φωτιά που σιγοκαίει σε χωματερή» και έχει άσχημη γεύση προκαλώντας ακόμα και εμετό, μάλλον δεν έχει καμιά τύχη στην αγορά. Πάντως, οι υπεύθυνοι της εταιρείας πίστευαν ότι για να νιώσει κάποιος την πραγματική γεύση του Premier θα έπρεπε να καπνίσει τουλάχιστον δύο πακέτα (τα διαφημιστικά μηνύματα ‘’εκλιπαρούσαν’’ τους καπνιστές να το δοκιμάσουν για μία εβδομάδα), κάτι που στην πράξη δεν ίσχυσε αφού, μετά το πρώτο τσιγάρο, ο καπνιστής μοίραζε τα υπόλοιπα σε φίλους και γνωστούς.
   Επιπλέον, κάτι που μάλλον δεν γνώριζε η εταιρεία, η έλλειψη στάχτης στερούσε από τους καπνιστές ένα ολόκληρο τελετουργικό, την κίνηση δηλαδή του χεριού για την ρίψη της. Η «αποπομπή» δε του καπνού, ενός συστατικού που κρύβει μυστήριο και ενίοτε ερωτισμό, θα άφηνε αδιάφορους όσους ανδρώθηκαν έχοντας ως πρότυπα διάφορους κινηματογραφικούς αστέρες, που πάντα κάπνιζαν επί της οθόνης, όπως ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και η Μάρλεν Ντίτριχ.

    Η αποτυχία του Premier θα μπορούσε κάλλιστα να συνοψιστεί σε μια φράση, προερχόμενη από ένα διάσημο Αμερικάνο κωμικό: «Ήταν ένα τσιγάρο, το οποίο μόνο κάποιος που μισούσε τα τσιγάρα θα μπορούσε να αγαπήσει»…

Πηγή: Super Flops (Εκδ. Σταμούλης)


Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Εγινε εκατομμυριούχος από τα σκουπίδια

Ο γεννημένος το 1981 στην Ουγγαρία Τομ Ζάκι,  μεγάλωσε στην Ολλανδία, για να καταλήξει το 1991 στον Καναδά. Εκεί, κάθε Παρασκευή έβγαινε βόλτα στους δρόμους του Μόντρεαλ μαζί με τον πατέρα του, συλλέγοντας παλιές τηλεοράσεις από τα σκουπίδια.
Τότε ήταν που γεννήθηκε μέσα του το μικρόβιο της ανακύκλωσης. Το 2001, ο 20χρονος Τομ εγκατέλειψε τις σπουδές του και σύστησε την TerraCycle, εταιρεία ανακύκλωσης πάσης φύσεως υλικών, μετατρέποντάς τα σε λίπασμα και βιομηχανικό πλαστικό, τα οποία στη συνέχεια διαθέτει στο εμπόριο.
Αρχικά, η εταιρία του
διαθέτει στην αγορά περιττώματα σκουληκιών ως λίπασμα, προσελκύοντας το ενδιαφέρον κολοσσών στις λιανικές πωλήσεις, όπως την Home Depot και την Wal-Mart.
Επιλέγει ως έδρα το Νιου Τζέρσι, όπου υλοποιεί δεκάδες προγράμματα συλλογής και ανακύκλωσης κάθε λογής προϊόντων, από παπούτσια και σαγιονάρες μέχρι οδοντόβουρτσες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ακόμη και αποτσίγαρα, πακέτα καπνού, περιτυλίγματα, φίλτρα τσιγάρων και στάχτη. Ο καπνός κομποστοποιείται, η στάχτη χρησιμοποιείται σε λιπάσματα και τα αποτσίγαρα μετατρέπονται σε πλαστικά σφαιρίδια, τα οποία στη συνέχεια ανακυκλώνονται.
Η αποκομιδή των σκουπιδιών επιτυγχάνεται με μια στρατιά «συνεργατών» (από απλούς ιδιώτες μέχρι και σχολεία), με το κάθε σκουπίδι να αμείβεται δύο σεντς. Το σύνολο των εσόδων μπορεί να γίνει δωρεά σε κάποιο σκοπό ή ίδρυμα της επιλογής του ενδιαφερόμενου.
Σήμερα, περισσότεροι από 19.000.000 άνθρωποι συνεργάζονται με την Terracycle, βάζοντας και χρήματα στην τσέπη τους και από ένα “λιθαράκι” σε έναν καλό σκοπό. Το άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι να καταλήγουν περί τα 500.000 λιγότερα σκουπίδια στις χωματερές.
Την ίδια στιγμή συνάπτει συμφωνίες με εταιρείες-κολοσσούς, όπως η Johnson & Johnson και η Kraft, αναλαμβάνοντας την αποκομιδή και επεξεργασία των απορριμμάτων τους, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη για τα δικά της προϊόντα – η εταιρεία κατασκευάζει σήμερα 1500 διαφορετικά προϊόντα.
Ταγμένος στην πρακτική της ανακύκλωσης, ο Ζάκι ντύνεται πάντα με ένα απλό μπλουζάκι και το ίδιο σκισμένο τζιν, ενώ για λόγους ηθικής αρχής επιτρέπει στον εαυτό του να κερδίζει τον κατώτατο μισθό ενός απλού υπαλλήλου του αυστηρά πολλαπλασιασμένο μέχρι επί επτά φορές.
Η καινοτόμος φιλοσοφία της εταιρίας αποτυπώνεται ακόμη και στον εξωτερικό χώρο των κεντρικών γραφείων της, στη συνοικία Τρέτον. Οι τοίχοι λειτουργούν ελεύθερα ως καμβάς για τους 150 ντόπιους καλλιτέχνες graffiti, απαγορεύονται πάντως ρητά τα σύμβολα συμμοριών, η πορνογραφία και οι βωμολοχίες. Ενώ στην αυλή ο Τομ έφτιαξε από αυτό το καλοκαίρι έναν κήπο, προσκαλώντας όλους τους κατοίκους της γύρω περιοχής να μετέχουν στην καλλιέργειά του.

Εν τέλει η ενασχόληση με τα σκουπίδια αποδείχθηκε ιδιαίτερα επικερδής, καθώς από ετήσια έσοδα της τάξεως των 400.000 ευρώ το 2005, μια δεκαετία μετά η TerraCycle μετράει έσοδα πάνω από 16 εκατ. ευρώ, διαθέτει παραρτήματα σε άλλες 20 χώρες και απασχολεί συνολικά 115 υπαλλήλους. Ο ίδιος ο ιδρυτής, παραμένοντας πιστός στις αρχές του, έχει προσφέρει πάνω από πέντε εκατ. ευρώ σε φιλανθρωπίες.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Η κληρονομιά του Breaking Bad

Μπορεί μία επιτυχημένη σειρά στην τηλεόραση να απογειώσει έναν προορισμό. Φυσικά, αν πρόκειται για προορισμό εκτός Ελλάδας…

Σήμερα η πόλη αλλά και η έρημος του Αλμπουκέρκι γνωρίζουν στιγμές δόξας, καθώς το Breaking Bad, από τις καλύτερες σειρές που έχει βγάλει η αμερικάνικη τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, τα έβ
αλε στον τουριστικό χάρτη. Και φυσικά αυτό δεν έγινε τυχαία, χωρίς σχέδιο.
Οι τουρίστες λάτρεις του «Breaking Bad» μπορούν να επισκεφθούν πολλές από τις αυθεντικές τοποθεσίες των γυρισμάτων της σειράς, τόσο στην έρημο όσο και μέσα στην πόλη. Ως εκ τούτου, το σπίτι του Γουόλτερ, το πλυντήριο αυτοκινήτων (και χρημάτων), το σπίτι του Τζέσι και βέβαια το θρυλικό εστιατόριο «Los Pollos Hermano’s» συμπεριλαμβάνονται στα ειδικά πακέτα που προσφέρουν οι τουριστικοί πράκτορες της περιοχής.
Η τουριστική αξιοποίηση ωστόσο, δεν εξαντλείται εδώ, καθώς διοργανώνονται ακόμα και περιηγήσεις με αυτοκινούμενο τροχόσπιτο, παρόμοιο με εκείνο που ο Γουόλτ χρησιμοποιούσε ως «μαγειρείο». Φυσικά, δεν θα μπορούσε να μείνει απ’ έξω ούτε ο διαδικτυακός τουριστικός οδηγός της πόλης, που συνιστά στον επισκέπτη να βιώσει την «Εμπειρία Breaking Bad»
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι όλο και περισσότεροι «περαστικοί» τουρίστες, που κατευθύνονται συνήθως προς το Λας Βέγκας ή την Καλιφόρνια, εντάσσουν στο πρόγραμμα και μια στάση στο βασίλειο του «Heisenberg».

Η περίπτωση αυτή, όπως και πολλές άλλες, δεν θα μπορούσαν παρά να δημιουργήσουν θλίψη στον Ελληνα αναγνώστη, που βλέπει τη χώρα μας να μην μπορεί να κεφαλαιοποιήσει στις διεθνείς ταινίες που έχουν κατά καιρούς γυριστεί στη χώρα μας. Για παράδειγμα, αμφιβάλλω αν γνωρίζει κανένας τουρίστας-επισκέπτης της χώρας μας που γυρίστηκε ο Ζορμπάς, μία ταινία παγκοσμίου εμβέλειας.