Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Η ιστορία της γαλακτοβιομηχανίας Κρι-Κρι

   Το 1959 καταφθάνει στην Αθήνα μετά βαΐων και κλάδων ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Η υποδοχή που του επιφυλάσσουν οι Αθηναίοι είναι εγκάρδια και εντυπωσιακή, ενώ τα δώρα που προσφέρονται στον «φίλο από την Αμερική» είναι πολυποίκιλα. Ανάμεσα τους και τα περίφημα αγριοκάτσικα κρι κρι, που διαβιούν στα Λευκά Όρη, τα οποία, εκείνες τις ημέρες, θα μονοπωλήσουν τα πρωτοσέλιδα του Τύπου. Το όνομα του συμπαθέστατου ορεσίβιου ζώου, ωστόσο, έμελλε να εμπνεύσει έναν Σερραίο ιδιοκτήτη ζαχαροπλαστείου ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την «τρέλα» της εποχής, «βάφτισε» την επιχείρησή του Κρι Κρι.
   Ιδρυτής της εταιρείας είναι ο γεννημένος το 1928 στην Αρίστη Ιωαννίνων, Γιώργος Τσιναβός, ο οποίος στην τρυφερή ηλικία των τριών θα εγκατασταθεί, με την μητέρα του και τον αδερφό του Σπύρο, στις Σέρρες. Στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής θα μυηθεί από τα 12 του χρόνια, όταν θα απασχοληθεί ως βοηθός ζαχαροπλάστη. 
   Οι ρίζες της εταιρείας Κρι Κρι εντοπίζονται στο 1954, όταν ο 26χρονος εκκολαπτόμενος επιχειρηματίας μπαίνει συνέταιρος σε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, επί της οδού Αϊζενχάουερ, στην πόλη των Σερρών, το «Μπιλ Μπολ», το οποίο παράγει και διαθέτει παγωτά, μαντολάτα και τρουφάκια στην πόλη. Η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για το παγωτό, ένα προϊόν που τα χρόνια εκείνα κερδίζει διαρκώς φίλους, ωθεί τον Ηπειρώτη επιχειρηματία να συνεργαστεί με πλανόδιους πωλητές που, εφοδιασμένοι με ειδικά χειροκίνητα καροτσάκια που είχαν ως ψυκτικό μέσο τον πάγο και το αλάτι, διασχίζουν την πόλη.
   Όντως, οι επονομαζόμενοι ως παγωτατζήδες με τις λευκές στολές και το χωνί στο κεφάλι –εικόνα βγαλμένη από μια άλλη, ρομαντική Ελλάδα-, διαδίδουν το παγωτό του Γ. Τσιναβού σε όλη την πόλη. Ωστόσο, αυτό που λείπει είναι μία εύηχη και διακριτή (ίσως και επαναλαμβανόμενη, σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας) εμπορική επωνυμία, πρόβλημα όμως που θα βρει τη λύση του στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με την επίσκεψη του Αϊζενχάουερ και την υιοθέτηση του ονόματος Κρι-Κρι.
   Από τα παγωτά Κρι-Κρι αυτό που θα ξεχωρίσει και θα αποκτήσει φήμη και εκτός των ορίων των Σερρών είναι το κασάτο, ένα ιδιαίτερο παγωτό από πρόβειο γάλα και με πλούσια γεύση, που αποτελούσε ευρεσιτεχνία του ιδρυτή της μακεδονικής εταιρείας.
   Δυστυχώς, ο Γεώργιος Τσιναβός δεν θα προλάβει να βιώσει τη ραγδαία ανάπτυξη που θα είχε η εταιρεία του, αφού πεθαίνει, χάνοντας τη μάχη με την επάρατο νόσο, στα 35 του χρόνια, το 1963, χρονιά που σηματοδοτείται από την έλευση των πρώτων ηλεκτρικών ψυγείων με παγωτά στην περιοχή των Σερρών. Στο τιμόνι της εταιρείας θα βρεθούν η σύζυγος του ιδρυτή και ο αδερφός του, Σπύρος, οι οποίοι θα αποδειχθούν άξιοι συνεχιστές του έργου του προκατόχου τους, καταφέρνοντας, τα επόμενα χρόνια, να αποκτήσουν ιδιόκτητη στέγη για τη μικρή εταιρεία καθώς και την πρώτη αυτόματη γραμμή παραγωγής παγωτού. Μια νέα εποχή ανατέλλει για την Κρι-Κρι, η οποία πλέον βλέπει την παραγωγική της δυναμικότητα, που έως τότε γινόταν στο χέρι, να αυξάνεται κατακόρυφα.
  Τη δεκαετία του 1980, η τοπικής εμβέλειας εταιρεία, που πλέον έχει εντάξει στο δυναμικό της τη δεύτερη γενιά την οποία εκπροσωπεί ο χημικός Παναγιώτης Τσιναβός, γιος του ιδρυτή, ο οποίος –μετά την αποχώρηση του θείου του Σπύρου το 1997 θα αναλάβει την εταιρεία- αρχίζει αργά αλλά σταθερά να μεταμορφώνεται σε βιομηχανία. Μολονότι η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη σφοδρή ένταση του ανταγωνισμού με την ισχυροποίηση της Έβγα και της Αγνό καθώς και την είσοδο της Algida, οι οποίες ωθούν σε μαρασμό δεκάδες τοπικές εταιρείες παραγωγής παγωτού, η Κρι-Κρι καταφέρνει όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διευρύνει τις δραστηριότητές της.
   Υπό την ηγεσία του Παν. Τσιναβού η εταιρεία θα «επεκταθεί» στο γιαούρτι, ένα ακόμη προϊόν με υψηλή κερδοφορία, εγκαινιάζοντας ένα νέο εργοστάσιο παραγωγής γιαουρτιού και παγωτού, ενώ ταυτόχρονα κάνει αισθητή την παρουσίας της σε όμορους νομούς. Όντας συντηρητικός επιχειρηματίας, αποφεύγει τις παράτολμες κινήσεις και επιλέγει να κινείται με αργά και προσεκτικά βήματα. Ενδεικτική της στάσης του είναι η απόφασή του, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, να μην ασχοληθεί με το παστεριωμένο γάλα (μολονότι θα το πράξει αρκετά αργότερα, το 2002), φρονώντας ότι ο έντονος ανταγωνισμός από τις εταιρείες του κλάδου θα τον έβγαζε εκτός μάχης. Η απόφασή του αυτή αποδείχθηκε σοφή, αφού η δεκαετία του ’90 χαρακτηρίστηκε από την οικονομική ασφυξία των περισσοτέρων μικρών, τοπικών γαλακτοβιομηχανιών.
   Εντούτοις, το 1991 η εταιρεία Κρι-Κρι θα είναι από τις πρώτες ελληνικές επιχειρήσεις που άρχισαν να δραστηριοποιούνται στη νέα και παρθένα αγορά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Εκ του αποτελέσματος το παράτολμο αυτό εγχείρημα στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Σε λίγους μόλις μήνες 200 ψυγεία της εταιρείας (σήμερα ξεπερνούν τα 1500) τοποθετούνται στη γειτονική αγορά, καθιστώντας το λογότυπο της ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στη χώρα. Η αρχή είχε μόλις γίνει και σύντομα η Κρι Κρι θα δει τα προϊόντα της και σε άλλες χώρες του εξωτερικού, όπως Αλβανία, Βουλγαρία, Ισπανία, Ιταλία και Γερμανία.
   Ωστόσο, είχε απομείνει μία ακόμη αγορά που δεν είχε εξερευνηθεί πλήρως από τη μακεδονίτικη γαλακτοβιομηχανία, η οποία δεν ήταν άλλη από την ελληνική. Πράγματι, το 1993 ξεκινάει η «κάθοδος» προς την Αττική κι αργότερα προς τη νότια Ελλάδα, «υφαίνοντας» σιγά σιγά ένα πανελλαδικό δίκτυο διανομής των προϊόντων της.
   Σήμερα, το άλλοτε μικρό ζαχαροπλαστείο έχει εξελιχθεί σε ένα σημαντικό παίκτη του κλάδου, με παρουσία τόσο στον ελλαδικό χώρο (με ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής της να προορίζεται για την παραγωγή προϊόντων «ιδιωτικής ετικέτας» για λογαριασμό της ΑΒ Βασιλόπουλος και του Σκλαβενίτη) όσο και στο εξωτερικό. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλες πολυεθνικές και ξένοι όμιλοι έχουν κατά καιρούς χτυπήσει την πόρτα της, δεδομένου ότι η αγορά γιαουρτιού, γάλακτος και παγωτού εξακολουθεί να θεωρείται άκρως ελκυστική.

  Παράλληλα με την ομολογουμένως εντυπωσιακή της πορεία, η Κρι Κρι (που επιβίωσε μιας καταστροφικής πυρκαγιάς στις εγκαταστάσεις της το 2013, με τη συνολική ζημιά να εκτιμάται στα 18 εκατ. ευρώ), η οποία το 2007 ανακηρύχθηκε ως μία από τις καλύτερες επιχειρήσεις για να εργαστεί κάποιος, δεν παρέλειψε όλα αυτά τα χρόνια να «επενδύσει» στο έμψυχο δυναμικό της, καθιερώνοντας, μεταξύ άλλων παροχών, ευέλικτα ωράρια εργασίας καθώς και ιδιόκτητο βρεφονηπιακό σταθμό για τα παιδιά των 300 εργαζομένων της. Όπως εξάλλου αναγράφεται στην αποστολή της εταιρείας, «τη διαφορά την κάνουν οι άνθρωποι, είτε αυτοί διοικούν, είτε απλώς συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής».

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

H αξιοζήλευτη πορεία της Coco-Mat

   Το 1913 ο Σουηδός μηχανικός Γκεντεόν Σούντμπακ κατασκεύασε το πρώτο πρακτικό φερμουάρ, χρησιμοποιώντας δύο σετ μεταλλικών δοντιών πάνω σε εύκαμπτη ταινία και με μια κόπιτσα που κινείτο πάνω κάτω. Τα πρώτα χρόνια, η επινόηση του, αν και αποτελεσματική, βρήκε εφαρμογή μόνο σε ταμπακέρες και γαλότσες. Έπρεπε να έρθει η δεκαετία του ’30, για να πεισθεί η βιομηχανία της μόδας ότι το φερμουάρ θα μπορούσε να αποτελέσει έναν καινοτόμο τρόπο κουμπώματος, εξοστρακίζοντας ουσιαστικά τα κουμπιά. Εξήντα σχεδόν χρόνια μετά, το 1989, ένας νέος Έλληνας επιχειρηματίας, ο Παύλος Ευμορφίδης, συνιδρυτής της Coco-Mat, θα ανακάλυπτε τις «ευεργετικές» ιδιότητες αυτής της εφεύρεσης, η οποία θα εκτόξευε τις πωλήσεις των «πράσινων» προϊόντων του εντός και εκτός συνόρων.
   Εκ Σπάρτης ορμώμενος, ο Παύλος Ευμορφίδης υπήρξε ο άτακτος μαθητής του σχολείου. Ατίθαση φύση, κολλούσε χαρτί τουαλέτας στην πλάτη των δασκάλων του, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή της αποβολής του από όλα τα σχολεία της Πελοποννήσου, που εξώθησε την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα, στα Πατήσια. Εκεί ολοκληρώνει το σχολείο και μπαίνει στη Γυμναστική Ακαδημία. Τελειόφοιτος πια, αποφασίζει να ταξιδέψει στο εξωτερικό για να συλλέξει εμπειρίες.
   Η περιπλάνηση ανά τον κόσμο θα διαρκέσει αρκετά χρόνια, μέχρι τα 30 του. Πάει από χώρα σε χώρα, άφραγκος αλλά με διάθεση να «αδράξει τη μέρα», μένει στα καλύτερα ξενοδοχεία αλλά στο κλιμακοστάσιο, παρακολουθεί διαλέξεις στα πανεπιστήμια, κάνει γνωριμίες, ερωτεύεται και εντέλει παντρεύεται την «πανέμορφη Ολλανδέζα» του, μαθαίνει εννέα γλώσσες, αλλά πάνω από όλα μαθαίνει τη ζωή.
   Η επιστροφή στην Ελλάδα τον βρίσκει να ασκεί το πρωί το επάγγελμα του καθηγητή φυσικής αγωγής, όντας ο ίδιος φανατικός θιασώτης του φυσικού τρόπου ζωής, και το απόγευμα να διατηρεί κοσμηματοπωλείο στο Μοναστηράκι. Ωστόσο, σύντομα η μοίρα θα ορίσει την κατοπινή του επαγγελματική δραστηριότητα. Ένα βράδυ, βγάζει για φαγητό έναν Ολλανδό, πελάτη του και πωλητή στρωμάτων, τον οποίο αποφασίζει να βοηθήσει στο δειγματισμό. Έτσι, γνωρίζει τον ιδιοκτήτη ενός μαγαζιού, τον Μιχάλη Βαμβακίδη, ο οποίος του ζητάει να συνεργαστούν προκειμένου να εξάγουν τα δικά του προϊόντα.
   Ταξιδεύει στην Ολλανδία, όπου όμως δεν καταφέρνει να πουλήσει ούτε ένα στρώμα. Εντούτοις, δεν επιστρέφει με άδεια χέρια: στις αποσκευές του έχει μαξιλάρια αλλά και μια πρωτοποριακή ιδέα. Πηγαίνει στον Μιχάλη Βαμβακίδη και του λέει: «Ρε συ, είμαι καλό παιδί, θέλεις να κάνουμε την καλύτερη εταιρεία στρωμάτων και μαξιλαριών στον κόσμο;». Κάπως έτσι λοιπόν, ιδρύεται εν έτει 1989, και με τη συμβολή του Μιχάλη Ευμορφίδη, αδερφού του Παύλου, καθώς και του Νικήτα Μαρκόπουλου, η Coco-Mat - από τη σύντμηση των λέξεων «coconut» (κοκκοφοίνικας) και «mattress» (στρώμα).
   Απώτερος στόχος των τριών ιδρυτών είναι η παραγωγή οικολογικών προϊόντων, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά φυσικά υλικά (κοκκοφοίνικα, μετάξι, πούπουλο χήνας, καουτσούκ, μαλλί, βαμβάκι και φύκια) και η διανομή τους, όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν, με ειδικά διαμορφωμένα ποδήλατα. Με την οικονομική υποστήριξη φίλων και συγγενών και την πώληση ενός διαμερίσματος, εξασφαλίζεται επαγγελματική στέγη σε ένα κατάστημα 200 τετραγωνικών μέτρων στα Κάτω Πατήσια, που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως αποθήκη, εργαστήριο, λογιστήριο, εκθετήριο και κατάστημα πώλησης.
   Οι τρεις ιδρυτές (ο Μιχάλης Βαμβακίδης έχει επιλέξει να παραμείνει συνεργάτης και μέντορας του ιδρυτή), όμως, δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη. Επισκέπτονται εκθέσεις, βιομηχανίες, πανεπιστήμια, ενώ ανατρέχουν σε βιβλιογραφίες και σε ειδικούς, προκειμένου να μάθουν όσο περισσότερα μπορούν για το αντικείμενό τους. Φθάνουν μάλιστα στο σημείο να μεταβούν στη Σρι Λάνκα όπου καλλιεργείται ο κοκκοφοίνικας.
   Τα ευρήματά τους είναι άκρως διαφωτιστικά και συνάμα ενθαρρυντικά, αφού διαπιστώνουν ότι υπάρχει παντελής έλλειψη παιδείας για το φαινόμενο του ύπνου και πλήρης απαξίωση του στρώματος ως αγαθού που συνδέεται άμεσα με την υγεία μας. Ως εκ τούτου, καταλήγουν σε μια επαναστατική καινοτομία: την ύπαρξη περιμετρικού φερμουάρ, το οποίο θα κάμψει τις όποιες επιφυλάξεις των πελατών. Τώρα πια ο πελάτης έχει απέναντί του στρώματα και μαξιλάρια «που δεν κρύβουν τίποτα», είναι «καθαρά».
   Από τους πρώτους πελάτες της εταιρείας είναι ένας Σουηδός, που ζητάει μαξιλάρια για σκάφη πολυτελείας, γεγονός που οδηγεί στην παραγωγή υψηλής ποιότητας και αισθητικής μαξιλαριών σε έντονα φωτεινά χρώματα, που ήταν και αβύθιστα. Ακολουθεί η παραγωγή στρωμάτων για μεγάλες εταιρείες, το άνοιγμα των πρώτων καταστημάτων λιανικής, καθώς και η εξαγορά ξενοδοχείων, ευφυέστατη κίνηση που αποσκοπούσε στη δυνατότητα δοκιμής των στρωμάτων από τους δυνητικούς πελάτες – σήμερα, 2.500 ξενοδοχεία ανά τον κόσμο είναι πελάτες της Coco-Mat.
   Κάπως έτσι, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, η Coco-Mat θα διαγράψει μια αξιοζήλευτη πορεία. Η συνεχώς διευρυνόμενη ζήτηση καθιστά αναγκαία την ανέγερση μιας μονάδας παραγωγής, στην Ξάνθη. Ωστόσο, το νεότευκτο εργοστάσιο δεν είναι ένα συνηθισμένο εργοστάσιο. Πιστοί στο όραμά τους, οι τρεις ιδρυτές, κατασκευάζουν ένα εργοστάσιο «πράσινο»: δεν ρυπαίνει το περιβάλλον, δεν έχει καμινάδα, ανακυκλώνει το νερό, δεν κάνει χρήση χημικών σε κανένα στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας, δεν χρησιμοποιεί πλαστικό, ενώ ανακυκλώνει ό,τι ανακυκλώνεται (για παράδειγμα, από τα υπολείμματα κοκκοφοίνικα παράγονται παντόφλες). Το δε προσωπικό του απαρτίζεται από ανθρώπους 13 εθνικοτήτων και εννέα θρησκειών, πρόσφυγες καθώς και άτομα με διανοητική ή σωματική υστέρηση.
   Όμως, η εδραίωση της εταιρείας στην ελληνική αγορά είναι μόνο το πρώτο βήμα. Δειλά δειλά ξεκινούν οι εξαγωγές ενώ, σύντομα, καταστήματα της εταιρείας θα κάνουν την εμφάνισή τους σε Κύπρο, Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία, Ιρλανδία, Γερμανία, Κίνα (όπου λειτουργεί και εργοστάσιο που παρασκευάζει στρώματα, χωρίς επωνυμία, για λογαριασμό μεγάλων πολυκαταστημάτων) και πιο πρόσφατα στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, όπου, σε μια ιδιοφυή προωθητική ενέργεια, ο Παύλος Ευμορφίδης, η «ψυχή» της Coco-Mat, παρέδωσε τα προϊόντα με ένα από τα πράσινα ποδήλατα της εταιρείας.
   Η δε επίσκεψη σε κάποιο από τα καταστήματα της εταιρείας, που λειτουργούν ως άτυποι πρεσβευτές της χώρας μας, αποτελεί μια αξέχαστη εμπειρία, αφού ο επισκέπτης μπορεί να δοκιμάσει την παροιμιώδη ελληνική φιλοξενία και μαζί φυσικούς χυμούς, αποξηραμένα σύκα, καρύδια, παστέλια και άλλα πολλά καλά της χώρας μας.

   Σήμερα, μόλις 22 χρόνια μετά τη σύσταση της εταιρείας, η Coco-Mat διαθέτει 70 και πλέον σημεία πώλησης σε όλο τον κόσμο, ενώ έχει λάβει πληθώρα βραβείων για την ποιότητα των προϊόντων της και τη φιλοσοφία της. Στα στρώματά της κοιμούνται μερικοί από τους πιο διάσημους ανθρώπους στον κόσμο, όπως ο Μπίλ Κλίντον και ο ποδοσφαιριστής Ραούλ. Και όλα αυτά, με μηδενικό δανεισμό…

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Αίτηση πτώχευσης από την βιομηχανία όπλων Colt

Μια ιστορική εταιρεία, άρρηκτα συνυφασμένη με την άγρια δύση, έκανε αίτηση για να υπαχθεί στο άρθρο 11 περί χρεοκοπίας. Ο λόγος για την Colt, την εμβληματική βιομηχανία κατασκευής όπλων, η οποία είδε τις πωλήσεις των τουφεκιών της να συρρικνώνονται τα τελευταία χρόνια. Ας δούμε την άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία του Σάμιουελ Κολτ, του ανθρώπου που θα άλλαζε τον ρου των πολέμων τον 19ο και 20ο αιώνα (πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 2)..

Το 1832, ένας 18χρονος κατέθεσε αίτηση ευρεσιτεχνίας για ένα όπλο που θα µπορούσε να ρίξει περισσότερες από µία σφαίρες. «Θα επιστρέψω σύντοµα µε ένα βελτιωμένο µοντέλο», είχε δηλώσει τότε γεμάτος αυτοπεποίθηση. Τρία χρόνια αργότερα, το περίστροφο του νεαρού θα έφερνε πραγµατική επανάσταση, αφού σε μεγάλο βαθμό θα καθόριζε την έκβαση των πολέµων ανά τον κόσµο.
Ο Σάμιουελ Κολτ, ο οποίος γεννήθηκε το 1814 στο Κονέκτικατ, εργάστηκε στο µικρό εργοστάσιο παραγωγής υφασµάτων του πατέρα του και από µικρή ηλικία επέδειξε ενδιαφέρον για τα µηχανήματα του εργοστασίου. Είχε ως χόµπι να τις διαλύει σε κοµµάτια και ύστερα να τις συναρµολογεί, ενώ σύντοµα άρχισε να κάνει το ίδιο µε τα όπλα του πατέρα του.
Σε ηλικία 15 χρονών, ο µικρός εκδιώχθηκε από το σχολείο, αφού σε µια εκδήλωση µε πυροτεχνήµατα κόντεψε να κάψει όλο το συγκρότηµα. Αναζητώντας νέες εµπειρίες και περιπέτειες, σάλπαρε ως ναύτης για την Καλκούτα της Ινδίας, όταν του ήρθε η ιδέα να κατασκευάσει ένα ξύλινο περίστροφο. Εικάζεται ότι η έµπνευση του ήρθε όταν παρατήρησε στο κατάστρωµα τον περιστρεφόµενο τροχό του πλοίου και τον µηχανισµό που τον επανέφερε στην αρχική του θέση.
Γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του, ο Κολτ κατασκεύασε δύο εξάσφαιρα µοντέλα, ανατρέποντας έτσι την παραδοσιακή εικόνα του όπλου που µέχρι τότε µπορούσε να ρίξει µόνο µια σφαίρα τη φορά. Το επονομαζόμενο revolver (ελληνικά αποδίδεται ως "περίστροφο") είχε έναν μεταλλικό κύλινδρο με υποδοχές για σφαίρες (μύλος), ο οποίος περιστρεφόταν κατά μία θέση κάθε φορά που ο κόκορας σηκωνόταν.
Το 1832, ο 18χρονος περιοδεύει ανά τη χώρα ψυχαγωγώντας τους περαστικούς ως Doctor Coult, σε µια προσπάθεια να συγκεντρώσει κεφάλαια για να τελειοποιήσει την εφεύρεσή του. Τελικά, το 1835 κατάφερε να κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία του και ένα χρόνο αργότερα σπεύδει να ανοίξει ένα εργοστάσιο παραγωγής πιστολιών. Δυστυχώς, όµως, το όπλο µε την περιστρεφόµενη θαλάµη κρίθηκε ως ανεπαρκές από τον αµερικάνικο στρατό, που διατηρούσε τις αµφιβολίες του για την αποτελεσµατικότητά του, µε αποτέλεσµα η επιχείρησή του να κηρύξει πτώχευση το 1842.
Η αποτυχία αυτή δεν πτόησε τον φιλόδοξο εφευρέτη που αναζήτησε άλλα ενδιαφέροντα. Έτσι λοιπόν ανακάλυψε τον πρώτο θαλάσσιο εκρηκτικό µηχανισµό που θα µπορούσε να τεθεί σε λειτουργία µε τη χρήση τηλεχειριστηρίου, ενώ λίγο αργότερα ανέπτυξε το πρώτο υποθαλάσσιο σύρµα τηλεγράφου. Όµως, το 1847 ξέσπασε ο πόλεµος στο Μεξικό και ο αµερικάνικος στρατός, αναγνωρίζοντας την αποτελεσµατικότητα των όπλων του Κολτ στις συγκρούσεις µε τους Ινδιάνους, του ζήτησε να κατασκευάσει 1.000 πιστόλια.
Ο Κολτ, μολονότι δεν είχε ούτε ένα όπλο στα χέρια του αλλά ούτε και εργοστάσιο, άδραξε την ευκαιρία και ανέθεσε σε άλλον κατασκευαστή την παραγωγή του µοντέλου που είχε κατοχυρώσει µερικά χρόνια πιο πριν. Τελικά, το 1855 δημιούργησε το µεγαλύτερο εργοστάσιο µαζικής παραγωγής όπλων, όπου εφήρµοσε, πέραν της στρατιωτικής πειθαρχίας που επέβαλε, πρωτοποριακές µεθόδους παραγωγής, ενώ υιοθέτησε καινοτόµα συστήµατα επιβράβευσης –όπως την καθιέρωση του 10ωρου εργασίας µε µια ώρα διάλειµµα για το µεσηµεριανό γεύµα και ειδικό χώρο όπου θα µπορούσαν να διαβάσουν εφηµερίδες και να συζητήσουν– για να κάνει τους υπαλλήλους του πιο παραγωγικούς.
Σύντοµα, η υψηλή ποιότητα και η αξιοπιστία των όπλων του τον κατέστησαν αναγνωρίσιμο σε όλη την αµερικάνικη ήπειρο και αργότερα στην Ευρώπη. Το εργοστάσιό του κατασκεύαζε 150 όπλα την ηµέρα καθιστώντας τον εφευρέτη εκατοµµυριούχο. Ενδεικτικό ήταν και το σλόγκαν της εταιρείας: «Ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους, αλλά ο Σάμιουελ Κόλτ τους έκανε ίσους».
Ο Κολτ, που σχεδίασε επίσης τρία περίστροφα και δύο τουφέκια, αποδείχθηκε ιδιοφυΐα στο µάρκετινγκ και τις δηµόσιες σχέσεις, αφού προσέλαβε στρατιωτικούς για να προωθήσουν τα περίστροφά του σε άλλες Πολιτείες, ενώ παρασκηνιακά ασκούσε µεγάλη επιρροή σε κυβερνητικά στελέχη, βάζοντας ουσιαστικά τα θεμέλια για τον «θεσμό» της οπλοκατοχής στην Αμερική. Την ίδια στιγµή ταξίδευε στην Ευρώπη όπου προσέγγιζε τις αντιµαχόµενες πλευρές λέγοντάς τους ότι οι αντίπαλοί τους έχουν προµηθευτεί τα όπλα του. Η τακτική αυτή απέδωσε τα µέγιστα, αφού πολλές χώρες έδιναν µεγάλες παραγγελίες για να µην µείνουν πίσω στο πεδίο των μαχών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον αµερικάνικο Εµφύλιο τα όπλα τού Κολτ χρησιµοποιήθηκαν και από τις δύο πλευρές.
Δυστυχώς ο Σάµιουελ Κολτ, που υπέφερε από χρόνιους ρευματισμούς, δεν έζησε αρκετά για να δει, το 1873, το περίφηµο «45άρι Κολτ», το όπλο που ταυτίστηκε µε την Άγρια Δύση. Η ζωή εξάλλου δεν ήταν πολύ ευγενική μαζί του, καθώς έχασε τη μητέρα του όταν ήταν δύο χρονών, δύο αδερφές του πέθαναν σε νεαρή ηλικία, μία ακόμη αυτοκτόνησε, ενώ έχασε τέσσερα από τα πέντε παιδιά του. Πέθανε από φυσικά αίτια το 1862, έχοντας ήδη προλάβει να κατασκευάσει 400.000 όπλα, σε ηλικία µόλις 48 χρονών, µε την περιουσία του να ανέρχεται στα 15 εκατοµµύρια δολάρια. Η οικογένεια Κολτ διεύθυνε την επιχείρηση μέχρι το 1901, όταν αποφάσισε να την πουλήσει σε μια ομάδα επενδυτών – μέχρι σήμερα η Colt Manufacturing έχει κατασκευάσει 30 εκατομμύρια όπλα.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα, Αγνωστες Ιστορίες 2 (Εκδ. Σταμούλης)

.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Πέθανε ο "πατέρας" των Playmobil

Ο Χορστ Μπραντστέτερ, ο «πατέρας» των Playmobil, των πασίγνωστων πλαστικών φιγούρων που έδωσαν χαρά σε χιλιάδες παιδιά σε όλον τον κόσμο, πέθανε την περασμένη εβδομάδα, σε ηλικία 81 ετών. Γεννήθηκε το 1933 στο Τσίρντορφ της Βαυαρίας, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα η έδρα της εταιρείας. Το 1952, αφού εκπαιδεύτηκε στην κατασκευή εκμαγείων, μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση παιχνιδιών Geobra Brandstaette σε μια εποχή που τη διεύθυνσή της είχαν αναλάβει οι δύο θείοι του.
Η οικογενειακή επιχείρηση αρχικά παρασκεύαζε εξαρτήματα και λουκέτα για διακοσμητικές κασετίνες, για να περάσει αργότερα στα μεταλλικά παιχνίδια και, τη δεκαετία του ’50, στα πλαστικά στεφάνια χούλα χουπ, για τα οποία ο. Μπραντστέτερ εργάστηκε επί δύο εβδομάδες νυχθημερόν για να κατασκευάσει μηχανή καλουπιών για μαλακά στεφάνια από πλαστικό.
Δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι το πλαστικό και όχι το μέταλλο θα ήταν το υλικό του μέλλοντος στην κατασκευή παιχνιδιών. Τη δεκαετία του 1970, η εταιρεία του Μπραντστέτερ ήρθε αντιμέτωπη με μία πρωτοφανή κρίση, καθώς η άνοδος των τιμών στις πρώτες ύλες (η τιμή του πλαστικού τετραπλασιάστηκε), ελέω πετρελαϊκής κρίσης, επέβαλε την ανάγκη για περιορισμό στη χρήση του πλαστικού. Υπό το βάρος των εξελίξεων αποφασίστηκε ο προσανατολισμός της εταιρείας σε μικρά παιχνίδια, που απαιτούσαν λιγότερη ποσότητα πλαστικού.
Το εγχείρημα ανατέθηκε στον χανς Μπεκ, διευθυντή του τμήματος Ανάπτυξης, ο οποίος ύστερα από τρία χρόνια ερευνών παρουσίασε ένα νέο παιχνίδι, το Playmobil. Τα χέρια των Playmobil είχαν την ικανότητα να κρατούν πράγματα. Το παιχνίδι, με 7,5 εκατοστά ύψος, θα χωρούσε στην παλάμη ενός παιδιού και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του θα βασιζόταν στις ζωγραφιές των παιδιών (μεγάλο κεφάλι, πλατύ χαμόγελο, καθόλου μύτη).

Τα πρώτα μικρά, συμπαθητικά ανθρωπάκια έγιναν κυριολεκτικά ανάρπαστα, αν και αρχικά οι λιανέμποροι αρνήθηκαν –με εξαίρεση έναν μόνο από την Ολλανδία- να τα βάλουν στα καταστήματά τους. Χάρη στα Playmobil, που πέρσι έκλεισαν τα 40 τους χρόνια (στη χώρα μας ήρθαν το 1976 από την ελληνική εταιρεία παιχνιδιών Lyra), η εταιρεία έγινε η μεγαλύτερη του κλάδου στη Γερμανία, με τζίρο που έφθασε τα 600 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας και την γνωστή εταιρεία με παζλ, Ravensburger. 

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Gaea. Η συναρπαστική ιστορία πίσω από μία από τις πιο γνωστές ελληνικές επωνυμίες διεθνώς

   Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ένας νεαρός επιχειρηματίας, ο Άρης Κεφαλογιάννης, οραματίστηκε να δημιουργήσει την κορυφαία διεθνώς ελληνική επωνυμία, συνώνυμη με ποιοτικά και πρωτοποριακά ελληνικά παραδοσιακά τρόφιμα αλλά και να προωθήσει διεθνώς μια ελληνική πολιτιστική – γαστρονομική πρόταση ζωής. Οπλισμένος με τόλμη και υπομονή, προκειμένου να αντιμετωπίσει το τέρας της γραφειοκρατίας που κατατρύχει κάθε ελληνική επιχείρηση με εξαγωγικό προσανατολισμό, θα δημιουργήσει τη Gaea (Γαία), η οποία θα καταφέρει, σήμερα, να αποτελέσει ένα πρότυπο υγιούς εξωστρεφούς επιχείρησης. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρατήρηση – παράπονο μιας ηλικιωμένης Αγγλίδας.
   Ο σπόρος για την ίδρυση της Gaea μπήκε το 1994, όταν μια ηλικιωμένη Αγγλίδα γκουρού στο χώρο των τροφίμων συνάντησε τον Άρη Κεφαλογιάννη, γόνο της γνωστής πολιτικής οικογένειας, και του επισήμανε την παντελή απουσία ποιοτικών ελληνικών προϊόντων από τα αγγλικά σούπερ μάρκετ. Αυτή η τυχαία συνάντηση αποτέλεσε την αφορμή για τον τότε 34χρονο, που υπήρξε Ολυμπιονίκης με την εθνική ομάδα υδατοσφαίρισης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες (7η θέση) και με συμμετοχή σε δύο ακόμη Ολυμπιάδες, να παρατείνει την παραμονή του στην Αγγλία, όπου είχε ήδη αποκτήσει δύο μεταπτυχιακά διπλώματα.
   Μολονότι, σύμφωνα με την πατρική επιταγή, προορίζεται να γίνει πολιτικός ή δικηγόρος, ο πρώην πολίστας έχει άλλα σχέδια για τον εαυτό του, έχοντας μάλιστα αναπτύξει μια μικρή επιχειρηματική δραστηριότητα, με έναν Έλληνα φίλο του στο Λονδίνο. Ωστόσο, τώρα πια, έχοντας εντοπίσει μια άνευ προηγουμένου επιχειρηματική ευκαιρία, ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να κάνει.
   Η εκτεταμένη έρευνα αγοράς που διενήργησε επιβεβαίωσε τις υποψίες του αλλά και την επισήμανση της Αγγλίδας γκουρού, καθώς παρατηρήθηκε έλλειψη τυποποιημένων επώνυμων ελληνικών προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ του εξωτερικού. Η όλη ελληνική εξαγωγική παρουσία, κυρίως από ομογενείς της Αμερικής, της Γερμανίας ή της Αγγλίας, περιοριζόταν αποκλειστικά στα μπακάλικα και στις αγορές των ομογενών.
   Με γνώμονα λοιπόν ότι η Ελλάδα παράγει πληθώρα ποιοτικών προϊόντων ιδρύεται, με κεφάλαιο μόλις μερικές χιλιάδες αγγλικές λίρες, το 1995 η Gaea, με σκοπό την ανάδειξη και τη διάδοση των προϊόντων της ελληνικής γης, με αιχμή του δόρατος το λάδι και τις ελιές, στις διεθνείς αγορές.
   Το επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Αφού πρώτα εντοπιστούν οι κορυφαίοι εισαγωγείς - διανομείς specialty food τροφίμων σε κάθε αγορά με τους οποίους η εταιρεία συνάπτει αποκλειστικές συνεργασίες, εφαρμόζεται μια στρατηγική προβολής των προϊόντων της Gaea με βάση την προώθηση της ελληνικής γαστρονομίας και κουλτούρας, η οποία ανταγωνίζεται αντάξια επιτυχημένα ιταλικά και ισπανικά brands.  
   Όπως συνήθως συμβαίνει, τα πρώτα χρόνια σε κάθε νέα αγορά είναι εξαιρετικά δύσκολα, με τις πωλήσεις να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα. Συν τοις άλλοις, η απουσία εθνικής στρατηγικής για τα ελληνικά παραδοσιακά προϊόντα ουσιαστικά αναγκάζει τη νεοσύστατη εταιρεία να χρηματοδοτεί αδιαλείπτως ενέργειες προβολής και προώθησης.
   Πρώτο προϊόν της Gaea είναι οι ελιές, οι οποίες εν τοι απουσία ιδιωτικών εγκαταστάσεων παράγονταν σε συνεργάτη της εταιρείας, με την παρθενική ωστόσο παραγγελία να είναι ελαττωματική, ενδεικτική ίσως του ερασιτεχνισμού που διακατέχει πολλές ελληνικές εταιρείες, καθώς τα μισά βαζάκια καταφθάνουν στην αποθήκη του διανομέα στην Αγγλία με λοξές ή ζαρωμένες ετικέτες. Ο ίδιος ο ιδρυτής μαζί με έναν Κινέζο εργαζόμενο και τη γυναίκα του κάνουν τη χειρωνακτική διαλογή σε 48.000 βαζάκια, μισά από τα οποία θα καταλήξουν στα σκουπίδια. Τότε ήταν που πάρθηκε και η απόφαση –παρά το μεγάλο κόστος- δημιουργίας ιδιωτικών εγκαταστάσεων παραγωγής,
   Οι ελιές ήταν μόνο η αρχή, καθώς τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν και άλλα φυσικά, χωρίς συντηρητικά, ελληνικά προϊόντα όπως το παρθένο ελαιόλαδο, τα πατέ, ελληνικές σπεσιαλιτέ όπως μελιτζανοσαλάτα και κοπανιστή, το μοναδικό Οξύμελο – βασισμένο σε αρχαία ελληνική συνταγή, μαγειρικές σάλτσες εμπνευσμένες από την ελληνική τοπική παράδοση και βασισμένες σε συνταγές διάσημων chef, τα κρητικά παξιμάδια, τα αρτοσκευάσματα, οι λιαστές ντομάτες και εσχάτως οι ελιές σε συσκευασία snack pack, μια επαναστατική καινοτομία χωρίς πρόσθετα ή συντηρητικά και με διάρκεια ζωής 12 μηνών εκτός ψυγείου, που έχει ως σκοπό να καθιερώσει την ελιά θρούμπα ως το αγαπημένο σνακ των Ευρωπαίων και όχι μόνο. Το 2009, σε μια παγκόσμια πρωτιά, τα ελαιόλαδα της Gaea πιστοποιούνται ως κλιματικά ουδέτερα, γεγονός το οποίο όχι μόνο ελαχιστοποιεί το αποτύπωμα του διοξειδίου του άνθρακα αλλά αποτυπώνει και την διαχρονική φιλοπεριβαλλοντική πολιτική της εταιρείας.
   Οι σχέσεις της Gaea μάλιστα με διάσημους chef σε μια προσπάθεια προβολής της ελληνικής γαστρονομικής κουλτούρας στο εξωτερικό οδήγησαν το 2011 την εταιρεία σε συνεργασία με την ελληνικής καταγωγής αμερικανίδα celebrity chef Cat Cora – την πρώτη γυναίκα Iron chef στην Αμερική. Μέσα από αυτή την συνεργασία, τα προϊόντα της εταιρείας επαναλανσαρίστηκαν για την αγορά της Αμερικής κάτω από το brand name Cat Coras Kitchen by Gaea, αποσκοπώντας στην εξοικείωση του καταναλωτή με τα ελληνικά προϊόντα και την υγιεινή Ελληνική Μεσογειακή διατροφή. Μάλιστα αυτή η σύμπραξη έχει και ακόμα πιο βαθιά υπόσταση καθώς μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις στην αγορά των ΗΠΑ υποστηρίζουν τον ΜΚΟ «chefs for humanity» στοχεύοντας στην καταπολέμηση της πείνας.
   Τα προϊόντα της πρωτοπόρου ελληνικής εταιρείας δεν θα αργήσουν να αποκτήσουν πιστή πελατεία σε Γερμανία, Σκανδιναβία, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Ρωσία, Κίνα και Αυστραλία, με πιο δημοφιλές το ελαιόλαδό της, που έχει πλέον φθάσει στο νούμερο 3 στη Γερμανία και στο νούμερο 2 στη Νορβηγία. Ενδεικτικό της εξωστρέφειάς της είναι ότι, σήμερα, το 82% των πωλήσεων της πραγματοποιείται στο εξωτερικό.
   Αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των προϊόντων της Gaea διαδραμάτισαν οι κατά καιρούς εγχώριες και διεθνείς βραβεύσεις της στις οποίες συμμετείχε, όπως η ανάδειξή της, το 2011, ως μία από τις 10 καλύτερες εξαγωγικές επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη –σε έναν διαγωνισμό με 15.000 συμμετοχές από 32 χώρες-, καθώς και οι βραβεύσεις σε διαγωνισμούς που διενεργήθηκαν τυχαία. Όπως η διάκριση από το Γερμανικό Ινστιτούτο Καταναλωτή, το 2005, όταν, μετά από έναν τυχαίο έλεγχο στα 28 πιο δημοφιλή ελαιόλαδα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, αναδείχθηκε καλύτερο το ελαιόλαδο της Gaea.

    Σήμερα, όλη σχεδόν η προϊοντική γκάμα της Gaea έχει βραβευτεί ουκ ολίγες φορές, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι αφενός η συνύπαρξη οράματος, σκληρής δουλειάς και υπομονής, αφετέρου η εμμονή στην ποιότητα και η υποστήριξη από αποτελεσματικό μάρκετινγκ, μπορεί να κάνει θαύματα, μεταφέροντας έτσι το άρωμα της Ελλάδας στα πέρατα της γης.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Η ιστορία πίσω από τις φημισμένες ρακέτες το "Αγόρι"


  Οι ρακέτες της παραλίας έλκουν την καταγωγή τους από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Πρώτοι διδάξαντες υπήρξαν οι Άγγλοι στρατιώτες, οι οποίοι τις διέδωσαν στους ντόπιους που εργάζονταν στα στρατόπεδα. Από την παραλία της Αλεξάνδρειας τις πήραν οι Έλληνες της Αιγύπτου, στη δεκαετία του ’50, και τις έφεραν στις ελληνικές παραλίες, ιδιαιτέρως στην Κρήτη καθώς και στις παραλίες της Αττικής, δίνοντας την ευκαιρία στο Έλληνα να συνδυάσει την αγάπη του για τη θάλασσα με ένα σπορ που αν μη τι άλλο ταιριάζει απόλυτα με την ψυχοσύνθεσή του.
   Πράγματι, στη χώρα μας οι ξύλινες ρακέτες της παραλίας θα έβρισκαν το φυσικό τους χώρο, αποκτώντας μανιώδεις θαυμαστές, αλλά και φανατικούς εχθρούς. Ωστόσο μόνο ένας από όλους αυτούς τους λάτρεις της ρακέτας, ο Δημήτρης Φερεντίνος, είχε τη φαεινή ιδέα να μετατρέψει το χόμπι σε επιχειρηματική ενασχόληση, με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία.
   Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1958, όταν ο νεαρός επιπλοποιός Δημήτρης Φερεντίνος, βρισκόμενος στην Ωκεανίδα της Βουλιαγμένης, παρατήρησε δύο λουόμενους να παίζουν ρακέτες. Εντυπωσιασμένος από το ιδιότυπο αυτό σπορ, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του για να κατασκευάσει τη δική του εκδοχή της ξύλινης ρακέτας.
   Πίσω στο ξυλουργείο του, στην Καλλιθέα, σε γειτονικό δρόμο του Παντείου Πανεπιστημίου, κατασκευάζει τις πρώτες του ρακέτες, τις οποίες, όταν πηγαίνει για μπάνιο, τις παίρνει μαζί για να παίξει με τους φίλους του. Ανήσυχο πνεύμα, αποφασίζει να στρωθεί στη δουλειά προκειμένου να τις βελτιώσει. Στο μυαλό του δεν έχει ωριμάσει ακόμη η ιδέα της εμπορικής εκμετάλλευσης της ρακέτας, ωστόσο όλα θα αλλάξουν όταν αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι το δημιούργημά του ικανοποιεί μια ανικανοποίητη έως τότε ανάγκη.
   Αρχικά, ο νεαρός επιπλοποιός τις πουλάει σε φίλους, όμως τα καλά νέα δεν θα αργήσουν να διαδοθούν από στόμα σε στόμα. Όταν οι υπόλοιποι λουόμενοι στην παραλία αρχίσουν να αντιλαμβάνονται ότι οι ρακέτες του ήταν όντως πολύ καλής ποιότητας, αρχίζουν να του φωνάζουν «ε, αγόρι, φέρε και από εδώ ρακέτες». Κάπως έτσι λοιπόν η πρώτη ελληνική ρακέτα απέκτησε και όνομα: «Το Αγόρι».
   Τα πρώτα χρόνια, η παραγωγή ρακετών είναι μια παράπλευρη δραστηριότητα, καταλαμβάνοντας μόνο μια γωνία του επιπλοποιείου, όμως με την πάροδο των χρόνων ο χώρος της κατασκευής ρακετών θα μεγαλώνει συνεχώς, για να φθάσει, το 1975, να αποτελεί το κύριο αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του κ. Φερεντίνου. Ο ίδιος, ωστόσο, όντας ο καλύτερος παίκτης ρακέτας εκείνη την εποχή, δεν παραμελεί το χόμπι του, με αποτέλεσμα συχνά οι πελάτες να τον αναζητούν στο μαγαζί ενώ αυτός έπαιζε με τις ώρες στην παραλία.
   Ένα χρόνο μετά, το 1976, ο δημιουργός της πιο διάσημης ελληνικής ρακέτας γνωρίζει την Μαρία Παπαναστασίου, με την οποία θα συμπορευτεί τόσο στη ζωή όσο και στον επαγγελματικό τομέα. Μαζί θα επιδοθούν σε έναν αγώνα εξέλιξης της ρακέτας, προκειμένου να ικανοποιήσουν και τα πιο εκλεπτυσμένα γούστα.
   Φανατικοί λάτρεις του σπορ και οι δύο, δεν θα αργήσουν να επινοήσουν πρωτοποριακές τεχνικές λύσεις, όπως η τοποθέτηση κενών αέρος στο εσωτερικό του ξύλου και η συγκόλληση των 13 κομματιών που την απαρτίζουν. Οι ρακέτες, ωστόσο, εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, παρά την προσθήκη σύγχρονου μηχανολογικού εξοπλισμού, να κατασκευάζονται στο χέρι.
   Τη δεκαετία του ’80 «Το Αγόρι» θα υποστεί δύο διαδοχικά πλήγματα. Πρώτιστα, η ζήτηση για ρακέτες φθίνει, καθότι το άθλημα δείχνει να κάνει «κοιλιά» στη χώρα μας. Το ισχυρότερο χτύπημα, όμως, θα έρθει το 1989, όταν πεθαίνει αιφνιδίως η «ψυχή» της εταιρείας, ο Δημήτρης Φερεντίνος. Συντετριμμένη, η σύζυγός του θα περάσει δύσκολες στιγμές μέχρι να καταφέρει να σταθεί ξανά στα πόδια της και να συνεχίσει το έργο του.
   Αναλαμβάνει την επιχείρηση, απασχολούμενη μάλιστα και στην παραγωγή επί χρόνια, εξ ου και το προσωνύμιο «μάστορας» που της κόλλησαν τα παιδιά που εργάστηκαν δίπλα της. Στα χρόνια της, «Το Αγόρι» θα γνωρίσει στιγμές δόξας, αφού δειλά δειλά αρχίζουν να καταφθάνουν παραγγελίες από το εξωτερικό – σήμερα, εξάγονται περίπου 1000 ρακέτες το χρόνο. Πρώτα η Κύπρος, για να ακολουθήσουν η Ιταλία, η Ισπανία και η Βουλγαρία.
   Σήμερα, η γκάμα της επιχείρησης περιλαμβάνει τέσσερα σχήματα και 11 διαφορετικά βάρη, που κυμαίνονται μεταξύ 340 και 500 γραμμαρίων. Αυτό είναι ίσως και το στοιχείο που τη διαφοροποιεί από τις ρακέτες που παράγονται στο εξωτερικό από εταιρείες-κολοσσούς (στο εσωτερικό δεν υφίσταται σοβαρός ανταγωνισμός), όπου το βάρος τους μπορεί να φθάσει και τα 800 γραμμάρια.
   Ψυχή της εταιρείας εξακολουθεί να παραμένει η Μαρία Παπαναστασίου, η οποία αισθάνεται περήφανη για την πορεία της ιστορικής επιχείρησης. Όπως τονίζει και η ίδια: «Η μεγαλύτερη ανταμοιβή είναι να βλέπεις τον κόσμο να παίζει με τις ρακέτες σου. Δεν το κάνω πλέον για τα χρήματα και γι’ αυτό το λόγο δεν με ενδιαφέρει να μεγαλώσω την εταιρεία. Για μένα, η ρακέτα είναι η ζωή μου όλη».

   Μπορεί σήμερα «Το Αγόρι» να απασχολεί μόλις τέσσερις υπαλλήλους, που κατασκευάζουν περίπου 22.000 ρακέτες ετησίως, όμως αναμφίβολα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Παράδειγμα για το πώς μπορεί μια μικρή επιχείρηση, χωρίς την παραμικρή διαφήμιση και με όπλο την αγάπη και το μεράκι των δημιουργών της, να παραμένει στον αφρό για μισό και πλέον αιώνα.