Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Η ιστορία της γαλακτοβιομηχανίας Κρι-Κρι

   Το 1959 καταφθάνει στην Αθήνα μετά βαΐων και κλάδων ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Η υποδοχή που του επιφυλάσσουν οι Αθηναίοι είναι εγκάρδια και εντυπωσιακή, ενώ τα δώρα που προσφέρονται στον «φίλο από την Αμερική» είναι πολυποίκιλα. Ανάμεσα τους και τα περίφημα αγριοκάτσικα κρι κρι, που διαβιούν στα Λευκά Όρη, τα οποία, εκείνες τις ημέρες, θα μονοπωλήσουν τα πρωτοσέλιδα του Τύπου. Το όνομα του συμπαθέστατου ορεσίβιου ζώου, ωστόσο, έμελλε να εμπνεύσει έναν Σερραίο ιδιοκτήτη ζαχαροπλαστείου ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την «τρέλα» της εποχής, «βάφτισε» την επιχείρησή του Κρι Κρι.
   Ιδρυτής της εταιρείας είναι ο γεννημένος το 1928 στην Αρίστη Ιωαννίνων, Γιώργος Τσιναβός, ο οποίος στην τρυφερή ηλικία των τριών θα εγκατασταθεί, με την μητέρα του και τον αδερφό του Σπύρο, στις Σέρρες. Στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής θα μυηθεί από τα 12 του χρόνια, όταν θα απασχοληθεί ως βοηθός ζαχαροπλάστη. 
   Οι ρίζες της εταιρείας Κρι Κρι εντοπίζονται στο 1954, όταν ο 26χρονος εκκολαπτόμενος επιχειρηματίας μπαίνει συνέταιρος σε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, επί της οδού Αϊζενχάουερ, στην πόλη των Σερρών, το «Μπιλ Μπολ», το οποίο παράγει και διαθέτει παγωτά, μαντολάτα και τρουφάκια στην πόλη. Η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για το παγωτό, ένα προϊόν που τα χρόνια εκείνα κερδίζει διαρκώς φίλους, ωθεί τον Ηπειρώτη επιχειρηματία να συνεργαστεί με πλανόδιους πωλητές που, εφοδιασμένοι με ειδικά χειροκίνητα καροτσάκια που είχαν ως ψυκτικό μέσο τον πάγο και το αλάτι, διασχίζουν την πόλη.
   Όντως, οι επονομαζόμενοι ως παγωτατζήδες με τις λευκές στολές και το χωνί στο κεφάλι –εικόνα βγαλμένη από μια άλλη, ρομαντική Ελλάδα-, διαδίδουν το παγωτό του Γ. Τσιναβού σε όλη την πόλη. Ωστόσο, αυτό που λείπει είναι μία εύηχη και διακριτή (ίσως και επαναλαμβανόμενη, σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας) εμπορική επωνυμία, πρόβλημα όμως που θα βρει τη λύση του στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με την επίσκεψη του Αϊζενχάουερ και την υιοθέτηση του ονόματος Κρι-Κρι.
   Από τα παγωτά Κρι-Κρι αυτό που θα ξεχωρίσει και θα αποκτήσει φήμη και εκτός των ορίων των Σερρών είναι το κασάτο, ένα ιδιαίτερο παγωτό από πρόβειο γάλα και με πλούσια γεύση, που αποτελούσε ευρεσιτεχνία του ιδρυτή της μακεδονικής εταιρείας.
   Δυστυχώς, ο Γεώργιος Τσιναβός δεν θα προλάβει να βιώσει τη ραγδαία ανάπτυξη που θα είχε η εταιρεία του, αφού πεθαίνει, χάνοντας τη μάχη με την επάρατο νόσο, στα 35 του χρόνια, το 1963, χρονιά που σηματοδοτείται από την έλευση των πρώτων ηλεκτρικών ψυγείων με παγωτά στην περιοχή των Σερρών. Στο τιμόνι της εταιρείας θα βρεθούν η σύζυγος του ιδρυτή και ο αδερφός του, Σπύρος, οι οποίοι θα αποδειχθούν άξιοι συνεχιστές του έργου του προκατόχου τους, καταφέρνοντας, τα επόμενα χρόνια, να αποκτήσουν ιδιόκτητη στέγη για τη μικρή εταιρεία καθώς και την πρώτη αυτόματη γραμμή παραγωγής παγωτού. Μια νέα εποχή ανατέλλει για την Κρι-Κρι, η οποία πλέον βλέπει την παραγωγική της δυναμικότητα, που έως τότε γινόταν στο χέρι, να αυξάνεται κατακόρυφα.
  Τη δεκαετία του 1980, η τοπικής εμβέλειας εταιρεία, που πλέον έχει εντάξει στο δυναμικό της τη δεύτερη γενιά την οποία εκπροσωπεί ο χημικός Παναγιώτης Τσιναβός, γιος του ιδρυτή, ο οποίος –μετά την αποχώρηση του θείου του Σπύρου το 1997 θα αναλάβει την εταιρεία- αρχίζει αργά αλλά σταθερά να μεταμορφώνεται σε βιομηχανία. Μολονότι η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη σφοδρή ένταση του ανταγωνισμού με την ισχυροποίηση της Έβγα και της Αγνό καθώς και την είσοδο της Algida, οι οποίες ωθούν σε μαρασμό δεκάδες τοπικές εταιρείες παραγωγής παγωτού, η Κρι-Κρι καταφέρνει όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διευρύνει τις δραστηριότητές της.
   Υπό την ηγεσία του Παν. Τσιναβού η εταιρεία θα «επεκταθεί» στο γιαούρτι, ένα ακόμη προϊόν με υψηλή κερδοφορία, εγκαινιάζοντας ένα νέο εργοστάσιο παραγωγής γιαουρτιού και παγωτού, ενώ ταυτόχρονα κάνει αισθητή την παρουσίας της σε όμορους νομούς. Όντας συντηρητικός επιχειρηματίας, αποφεύγει τις παράτολμες κινήσεις και επιλέγει να κινείται με αργά και προσεκτικά βήματα. Ενδεικτική της στάσης του είναι η απόφασή του, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, να μην ασχοληθεί με το παστεριωμένο γάλα (μολονότι θα το πράξει αρκετά αργότερα, το 2002), φρονώντας ότι ο έντονος ανταγωνισμός από τις εταιρείες του κλάδου θα τον έβγαζε εκτός μάχης. Η απόφασή του αυτή αποδείχθηκε σοφή, αφού η δεκαετία του ’90 χαρακτηρίστηκε από την οικονομική ασφυξία των περισσοτέρων μικρών, τοπικών γαλακτοβιομηχανιών.
   Εντούτοις, το 1991 η εταιρεία Κρι-Κρι θα είναι από τις πρώτες ελληνικές επιχειρήσεις που άρχισαν να δραστηριοποιούνται στη νέα και παρθένα αγορά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Εκ του αποτελέσματος το παράτολμο αυτό εγχείρημα στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Σε λίγους μόλις μήνες 200 ψυγεία της εταιρείας (σήμερα ξεπερνούν τα 1500) τοποθετούνται στη γειτονική αγορά, καθιστώντας το λογότυπο της ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στη χώρα. Η αρχή είχε μόλις γίνει και σύντομα η Κρι Κρι θα δει τα προϊόντα της και σε άλλες χώρες του εξωτερικού, όπως Αλβανία, Βουλγαρία, Ισπανία, Ιταλία και Γερμανία.
   Ωστόσο, είχε απομείνει μία ακόμη αγορά που δεν είχε εξερευνηθεί πλήρως από τη μακεδονίτικη γαλακτοβιομηχανία, η οποία δεν ήταν άλλη από την ελληνική. Πράγματι, το 1993 ξεκινάει η «κάθοδος» προς την Αττική κι αργότερα προς τη νότια Ελλάδα, «υφαίνοντας» σιγά σιγά ένα πανελλαδικό δίκτυο διανομής των προϊόντων της.
   Σήμερα, το άλλοτε μικρό ζαχαροπλαστείο έχει εξελιχθεί σε ένα σημαντικό παίκτη του κλάδου, με παρουσία τόσο στον ελλαδικό χώρο (με ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής της να προορίζεται για την παραγωγή προϊόντων «ιδιωτικής ετικέτας» για λογαριασμό της ΑΒ Βασιλόπουλος και του Σκλαβενίτη) όσο και στο εξωτερικό. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλες πολυεθνικές και ξένοι όμιλοι έχουν κατά καιρούς χτυπήσει την πόρτα της, δεδομένου ότι η αγορά γιαουρτιού, γάλακτος και παγωτού εξακολουθεί να θεωρείται άκρως ελκυστική.

  Παράλληλα με την ομολογουμένως εντυπωσιακή της πορεία, η Κρι Κρι (που επιβίωσε μιας καταστροφικής πυρκαγιάς στις εγκαταστάσεις της το 2013, με τη συνολική ζημιά να εκτιμάται στα 18 εκατ. ευρώ), η οποία το 2007 ανακηρύχθηκε ως μία από τις καλύτερες επιχειρήσεις για να εργαστεί κάποιος, δεν παρέλειψε όλα αυτά τα χρόνια να «επενδύσει» στο έμψυχο δυναμικό της, καθιερώνοντας, μεταξύ άλλων παροχών, ευέλικτα ωράρια εργασίας καθώς και ιδιόκτητο βρεφονηπιακό σταθμό για τα παιδιά των 300 εργαζομένων της. Όπως εξάλλου αναγράφεται στην αποστολή της εταιρείας, «τη διαφορά την κάνουν οι άνθρωποι, είτε αυτοί διοικούν, είτε απλώς συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου