Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Μια ελληνική εταιρεία σφήνα στις πολυεθνικές

H Green Cola, σε λίγα μόνο χρόνια ζωής, έχει καταφέρει να εισέλθει δυναμικά στην αγορά των αναψυκτικών, κερδίζοντας συνεχώς νέους καταναλωτές. Η επιτυχία της, εδράζεται κατ’αρχάς στην μακρόχρονη παράδοση του εργοστασίου εμφιάλωσης της ΕΠΑΠ, στο οποίο και παράγονται τα προϊόντα της Green Cola.
   Το 1959, στην Ορεστιάδα, μια ανάσα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα, μια ομάδα ντόπιων παραγωγών ιδρύουν την Ένωση Παρασκευαστών Αεριούχων Ποτών (ΕΠΑΠ) εμφιαλώνοντας πορτοκαλάδες, λεμονάδες και γκαζόζες, που διανέμονται στην τοπική κοινωνία. Από το 1983 και για 25 χρόνια η μονάδα θα εμφιαλώνει αποκλειστικά τα αναψυκτικά της Coca-Cola Τρία Εψιλον. Ώσπου το 2008, στην αρχή της κρίσης, η τελευταία αποφασίζει να διακόψει τη συνεργασία της με τους τοπικούς εμφιαλωτές ανά την Ελλάδα. Στη δύσκολη συγκυρία οι μέτοχοι αποφασίζουν να σχεδιάσουν και να παρασκευάσουν τη δική τους σειρά αναψυκτικών με την επωνυμία Sparky, η οποία ωστόσο περιορίστηκε στην τοπική διάθεση.
    Με εφαλτήριο την ακριτική Ορεστιάδα του Έβρου και σημείο αναφοράς το εμφιαλωτήριo της ΕΠΑΠ (Ένωση Παρασκευαστών Αεριούχων Ποτών), γεννήθηκε εν μέσω κρίσης η Green Cola, το πρώτο επώνυμο ελληνικό αναψυκτικό τύπου cola, καθώς στις αρχές του 2011 η ΕΠΑΠ εξαγοράζεται από την Green Cola Company, εταιρεία στην οποία συμμετέχουν μετοχικά, στελέχη με ισχυρή προϋπηρεσία και προφίλ στον κλάδο τόσο των ποτών, όσο και άλλων ταχυκίνητων προϊόντων στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης και των Βαλκανίων.    
    Αναγνωρίζοντας τις τάσεις της αγοράς για προϊόντα χαμηλότερης θερμιδικής επιβάρυνσης και  πιο φυσικού προφίλ, η ομάδα των έμπειρων στελεχών σε συνεργασία με την ομάδα παραγωγής δημιούργησαν το προϊόν Green Cola, σε μια αγορά με το 80% του μεριδίου να κατέχεται από τον ηγέτη-πολυεθνική εταιρεία του κλάδου. Βασικό πλεονέκτημα της Green Cola είναι η διαφοροποίηση, τόσο σε γεύση όσο και σε συστατικά, με έμφαση στις φυσικές πρώτες ύλες που εισάγουν τον συνδυασμό του αναψυκτικού με την υγιεινή διατροφή. 
    Χρειάστηκαν έξι μήνες δοκιμών στο εργαστήριο της Ορεστιάδας, ενώ υπήρξε συνεργασία και με το Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Αναπτύχθηκαν διαφορετικές γευστικές εκδοχές του αναψυκτικού και τοποθετήθηκαν σε καταστήματα εν είδη «τυφλής έρευνας αγοράς» από τους καταναλωτές.
   Χάρη στην αγαστή σχέση και στη συνεργασία που είχε με τα σούπερ μάρκετ, μέσω της παραγωγής των αναψυκτικών ιδιωτικής ετικέτας που παρήγαγε για λογαριασμό τους μέχρι τότε, το επώνυμο προϊόν της εταιρείας κατάφερε να βρει άμεσα θέση στο ράφι όλων των μεγάλων αλυσίδων.  Με περιορισμένη διαφημιστική προβολή, που περιορίζονταν στα σημεία πώλησης και με βασικό σύνθημα «ξεcola και διάλεξε ελληνικά» θα καταφέρει να αποσπάσει ένα αξιοπρόσεκτο μερίδιο στην αγορά αναψυκτικών. Πέρα όμως από την ελληνικότητα, προβάλλεται ιδιαίτερα το βασικό του ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το στοιχείο ενός πιο «καθαρού» αναψυκτικού, που έχει αντικαταστήσει τα γλυκαντικά με την φυσική στέβια, χωρίς φωσφορικό οξύ και με φυσικές αρωματικές ύλες.
   Πρόκειται για ένα προϊόν με χαμηλές θερμίδες, με ελάχιστη δηλαδή θερμιδική επιβάρυνση, σε συσκευασία χρώματος μαύρου-πράσινου, κατάλληλο και για καταναλωτές με ειδικές διατροφικές ανάγκες, όπως οι διαβητικοί, αλλά και για όσους μέχρι τώρα δεν ήταν καταναλωτές αναψυκτικών. Εκτός της Green Cola, η συνταγή της οποίας παραμένει μυστική για προφανείς λόγους, στο εργοστάσιο στην Ορεστιάδα, ένα από τα τελευταία που λειτουργούν στον βόρειο Έβρο, παράγεται η σειρά «Μπλε» (πορτοκαλάδα, λεμονάδα, γκαζόζα, βυσσινάδα), όπου η ζάχαρη αντικαταστάθηκε σε ποσοστό 30% με στέβια, η κλασική κόλα «GR8», σόδα και τόνικ.
   Στην Ελλάδα το μερίδιο αγοράς της Green Cola αυξάνεται συνεχώς στα καταστήματα του οργανωμένου λιανεμπορίου, ενώ σχεδιάζεται η επέκταση και στα περίπτερα και στους χώρους μαζικής εστίασης, όπου η παρουσία της σήμερα είναι περιορισμένη. Έχει ήδη γίνει πανευρωπαϊκή κατοχύρωση του ονόματος και του σήματος της, ενώ συνεχίζει να προχωρεί με γρήγορα βήματα στο εξωτερικό, έχοντας διεισδύσει σε Ισραήλ, Κύπρο, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Βέλγιο, Σαουδική Αραβία, Κίνα και Αυστραλία. Το πλάνο εξωστρέφειας που υλοποιεί η εταιρεία αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη παρουσία σε στοχευμένες αγορές του εξωτερικού.

   Στόχος της διοίκησης της εταιρείας, που  εντάχθηκε στο διεθνές δίκτυο της Endeavor, του γνωστού μη κερδοσκοπικού οργανισμού που βοηθά επιλεγμένους νέους επιχειρηματίες, είναι μέσω τοπικών εμφιαλωτών του εξωτερικού να δημιουργήσει ένα ισχυρό δίκτυο ξεκινώντας από τις χώρες, τις αγορές των οποίων γνωρίζουν λόγω της προηγούμενης εμπειρίας τους στα Βαλκάνια.


Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Πώς μια οικογενειακή εκδρομή άλλαξε την εικόνα των αμερικάνικων και όχι μόνο, αυτοκινητοδρόμων

Θα µπορούσε µια συνηθισµένη οικογενειακή εκδροµή να οδηγήσει στη δηµιουργία ενός νέου προϊόντος ή µιας ολόκληρης βιοµηχανίας; Στην περίπτωση της Holiday Inn, η απάντηση είναι «ναι». Η ίδια περίπτωση µάς διδάσκει ότι αρκετές φορές αρκεί ένα απλό συμβάν, µία απλή παρατήρηση για να επινοήσει κάποιος κάτι που θα αφήσει ιστορία.
Ο σηµαντικότερος άνθρωπος στη ζωή του Κέµµονς Ουίλσον, του ιδρυτή των Holiday Inn, ήταν η µητέρα του. Έχοντας χάσει εξ απαλών ονύχων τον πατέρα του, ήταν η µητέρα του αυτή που, παρά τη φτώχια της, προόριζε το στερνοπαίδι της για µεγάλα πράγµατα. «Καθώς μεγάλωνα, υπήρχαν στιγμές που είχαμε τόσο λίγα χρήματα που χρειαζόταν να περάσουμε μια εβδομάδα με μερικά κιλά ξερά φασόλια. Αν και η τροφή έλειπε, η αγάπη και η αφοσίωση της μητέρας μου περίσσευε. Κάθε βράδυ με κάθιζε στα γόνατά της και μου έλεγε τα λόγια που θα άλλαζαν τη ζωή μου: ‘’Κέμονς, προορίζεσαι για σπουδαία πράγματα και μπορείς να πετύχεις οτιδήποτε στη ζωή, αν είσαι πρόθυμος να εργαστείς σκληρά γι αυτό’’», έγραψε στην αυτοβιογραφία του. Ακόµα και όταν στα 14 του  χτυπήθηκε από αυτοκίνητο και οι γιατροί του είπαν ότι δεν θα περπατήσει ξανά, η µητέρα του στάθηκε δίπλα του, διαβεβαιώνοντάς τον ότι κάποια στιγµή θα περπατούσε ξανά, αρκεί να το ήθελε.
Στην εποχή του µεγάλου Κραχ, όταν η αγαπημένη του µητέρα απολύθηκε, ο 17χρονος, τότε, Ουίλσον παράτησε το σχολείο για να τη συντηρήσει. Τότε έβαλε ως στόχο της ζωής του να πετύχει για χάρη της µητέρας του και ορκίστηκε να µην βιώσουν τη φτώχια ποτέ ξανά. Ο νεαρός θα τηρούσε τον όρκο του, αφού τα επόµενα χρόνια θα έπαιρνε τις σωστές επιχειρηµατικές αποφάσεις, ασχολούμενος με τα κτηματομεσιτικά και εμπορευόμενος μηχανήματα του ποπ κορν, µε αποτέλεσµα να κάνει μια ολόκληρη περιουσία πριν ακόµη αποφασίσει να ασχοληθεί µε τον τομέα της φιλοξενίας.
Το καλοκαίρι του 1951, ο 38χρονος Ουίλσον πήρε τη σύζυγο και τα πέντε παιδιά τους και κατευθύνθηκε προς την Ουάσινγκτον, για ολιγοήµερες διακοπές. Η οικογενειακή αυτή εκδροµή έµελλε να αλλάξει για πάντα την εικόνα των αµερικάνικων αυτοκινητοδρόµων. Κινούµενοι προς τον τελικό προορισµό, σταµάτησαν αρκετές φορές σε διάφορα µοτέλ, τα οποία όµως προκάλεσαν την έντονη δυσφορία του Ουίλσον, που δεν βρήκε αυτό που αναζητούσε.
Ο Ουίλσον έψαχνε ένα µοτέλ µε πισίνα, αλλά δεν κατάφερε να βρει κάτι ανάλογο. Τελικά, εκεί που διέµειναν έπρεπε να διανύσουν µερικά χιλιόµετρα ακόµη για να δειπνήσουν. Όµως, αυτό που πραγµατικά τον εξόργισε ήταν ότι έπρεπε να πληρώσει για ένα ξενοδοχείο β’ κατηγορίας δύο επιπλέον δολάρια για κάθε παιδί – ποσό υπερβολικά ακριβό για τη μέση αμερικάνικη οικογένεια. Έτσι, από τα 10 δολάρια, που ήταν η αρχική τιµή δωµατίου, η οικογένειά του θα έπρεπε να πληρώσει ακριβώς τα διπλάσια.
Εµφανώς αγανακτισµένος, υποσχέθηκε στη γυναίκα του ότι θα έφτιαχνε ένα µοτέλ για οικογένειες με ένα όνομα που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να εμπιστεύονται ότι δεν θα τους χρέωνε ποτέ επιπλέον για τα παιδιά τους. Οραµατίστηκε µάλιστα τη δηµιουργία 400 µοτέλ ανά τη χώρα, ώστε το καθένα να είναι σε απόσταση οδήγησης µιας µέρας, δηλαδή περίπου 150 µίλια. Χωρίς να χάσει χρόνο, άρχισε, επιστρέφοντας κιόλας από τις διακοπές και µένοντας σε διάφορα µοτέλ, να παρατηρεί και να υπολογίζει το µέγεθος των δωµατίων. Φθάνοντας πίσω στο Μέµφις, ήξερε ακριβώς τι ήθελε να δηµιουργήσει.
Η ιδέα του αμφισβητήθηκε από τις «Κασσάνδρες», που διατείνονταν ότι δεν έχει καμία τύχη. Ωστόσο, η συγκεκριµένη χρονική περίοδος ήταν ιδανική, αφού ο πληθυσµός και τα εισοδήµατα αυξάνονταν σηµαντικά κατά τη µεταπολεµική περίοδο, ενώ η ανάπτυξη των αυτοκινητόδροµων και η ευρεία χρήση του αυτοκινήτου έδιναν τη δυνατότητα για πολλά ταξίδια. Βέβαια, ο Ουίλσον δεν είχε όλες αυτές τις κοινωνικές αλλαγές στο µυαλό του, απλώς είχε πάρει λιγάκι προσωπικά το θέµα.
Στρώθηκε λοιπόν αµέσως στη δουλειά και αφού ετοίµασε ορισµένες προδιαγραφές, ζήτησε από έναν σχεδιαστή να του ετοιµάσει µερικά σχέδια. Ο σχεδιαστής τα παρέδωσε µετά από λίγες µέρες, αναγράφοντας σε ένα από αυτά τη λέξη «Holiday Inn», που ήταν ο τίτλος µιας ταινίας που είχε δει το προηγούµενο βράδυ. Ο Ουίλσον έµεινε ικανοποιηµένος από τα σχέδια αλλά και από το όνοµα, και αφού επέλεξε µία τοποθεσία σε ένα κεντρικό δρόµο του Μέμφις που οδηγούσε στην πόλη, άρχισε να κατασκευάζει το πρώτο ξενοδοχείο, το οποίο ήταν έτοιµο το καλοκαίρι του 1952.
Ο διορατικός επιχειρηµατίας είχε παρατηρήσει ότι τα περισσότερα ξενοδοχεία υπάγονταν σε δύο κατηγορίες: τα µεγάλα και ακριβά ξενοδοχεία των πόλεων και τα µικρά οικογενειακά µοτέλ που ήταν φθηνά αλλά µέτριας ως κακής ποιότητας και τα οποία ήταν διάσπαρτα στους αυτοκινητόδροµους. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να µην τα ανταγωνιστεί και να διεισδύσει κάπου στη µέση, προσφέροντας καθαρά δωµάτια µε άνετα κρεβάτια (ήταν μάλιστα ο πρώτος που τοποθέτησε δύο κρεβάτια σε ένα δωμάτιο), τηλεόραση, κλιµατισµό και τηλέφωνο – τη διακόσμηση των πρώτων 100 ξενοδοχείων την ανέλαβε η μητέρα του. Επίσης, είχε προβλέψει εστιατόριο, σαλονάκι, πισίνα, στεγνοκαθαριστήριο, µηχάνηµα για δωρεάν παγάκια και άνετο πάρκινγκ. Φυσικά, τα παιδιά που θα έµεναν στο ίδιο δωµάτιο δεν θα πλήρωναν τίποτα παραπάνω.
Το 1953 κατασκευάστηκαν τρία ακόµη Holiday Inn, έντεκα το 1954 και έκτοτε άρχισε η ανάπτυξη µέσω franchise, µε προσεκτική επιλογή των υποψηφίων. Τα πρώτα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Ελλείψει ρευστότητας, ο Ουίλσον πλήρωνε τα χριστουγεννιάτικα δώρα των υπαλλήλων του με υποσχετικές επιστόλες. Όμως, δεκαπέντε χρόνια αργότερα είχε το μεγαλύτερο σύστημα ξενοδοχείων στον κόσμο, με 300.000 δωμάτια σε 2.000 πανομοιότυπα ξενοδοχεία, με μία από τις πιο αναγνωρίσιμες επωνυμίες στον κλάδο της φιλοξενίας.
Ο Κέµµονς Ουίλσον ασχολήθηκε µε την επιχείρησή του µέχρι το 1979 (τη χρονιά εκείνη υπήρχαν 1.734 Holiday Inn σε όλο τον κόσµο), οπότε αποσύρθηκε. Λίγο πριν πεθάνει, το 2003, σε ηλικία 90 ετών, ο πατέρας της σύγχρονης ξενοδοχειακής αλυσίδας δήλωσε ότι «το µόνο που ήθελα ήταν να τυποποιήσω τις ξενοδοχειακές υπηρεσίες, ώστε να ξέρει ο επισκέπτης τι να περιµένει». Προφανώς το πέτυχε…


Πηγή: "Γνωστά Ονόματα, Αγνωστες Ιστορίες" (4η έκδοση - εκδ. Σταμούλης)







Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Πώς η Singer κατάφερε να γίνει η πιο επιτυχημένη ραπτομηχανή παγκοσμίως

Το ράψιµο γινόταν στο χέρι µέχρι τα µέσα του 19ου αιώνα, ενώ υπολογίζεται ότι µια έµπειρη ράφτρα έκανε 30 περίπου βελονιές το λεπτό. Όπως ήταν αναµενόµενο, αρκετοί εφευρέτες προσπάθησαν να κατασκευάσουν ένα µηχάνηµα που θα έκανε τη ζωή πιο εύκολη. Ένας από αυτούς ήταν ένας φτωχός µετανάστης, το όνοµα του οποίου σύντοµα θα ταυτιζόταν µε την ραπτομηχανή.
Ο Ισαάκ Σίνγκερ γεννήθηκε το 1811 στη Νέα Υόρκη από φτωχούς Γερµανοεβραίους µετανάστες, το µικρότερο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας. Το όνειρό του ήταν να γίνει ηθοποιός, γι’ αυτό και πήρε µέρος σε περιοδεύοντα θεατρικό θίασο, που όµως δεν τα πήγε καλά και σύντοµα διαλύθηκε. Ο νεαρός έπρεπε λοιπόν να αναζητήσει άλλο τρόπο για να βγάλει λεφτά και να ζήσει το «αµερικάνικο όνειρο». Σε ηλικία 28 ετών είχε ήδη ανακαλύψει ένα µηχάνηµα που άνοιγε τρύπες σε βράχους, όµως η ανακάλυψή του δεν βρήκε ευήκοα ώτα, αναγκάζοντάς τον έτσι να το πουλήσει µισοτιµής.
Το 1850 εγκαταστάθηκε σε ένα υπόγειο, όπου προσπάθησε ανεπιτυχώς να πουλήσει ένα τυπογραφικό µηχάνηµα που είχε δηµιουργήσει. Όµως το «φως ήταν στο τέλος του τούνελ» και είχε το όνοµα του ιδιοκτήτη του υπογείου, ο οποίος κατασκεύαζε ραπτοµηχανές. Αυτός λοιπόν παρέδιδε τις προβληµατικές µηχανές στον Σίνγκερ για να τις επιδιορθώσει. Ο Σίνγκερ, που δεν είχε κάποια µόρφωση, όµως «έπιαναν τα χέρια του», γρήγορα αντιλήφθηκε ότι θα µπορούσε να κατασκευάσει µια ραπτοµηχανή καλύτερη από αυτές που κυκλοφορούσαν στην αγορά.
Δανείστηκε λοιπόν 40 δολάρια και έπεσε µε τα µούτρα στη δουλειά, µε αποτέλεσµα µέσα σε 11 µόλις µέρες να δημιουργήσει τη ραπτοµηχανή που θα τον έκανε διάσηµο. Η µηχανή του διέθετε µια τρυπητή βελόνα που κινείτο πάνω-κάτω, ένα τραπέζι που κρατούσε το ύφασµα και έναν τροχό που λειτουργούσε µε την κίνηση του ποδιού.
Η νέα ραπτοµηχανή του Σίνγκερ τον έφερε αντιµέτωπο µε τον Ελίας Χόου, τον πιο ισχυρό άνδρα της Αµερικής και εφευρέτη της ραπτοµηχανής, ο οποίος είχε κατασκευάσει και κατοχυρώσει τη δική του ραπτοµηχανή από το 1846. Ο Χόου ξεκίνησε δικαστική διαµάχη µε τον Σίνγκερ και τον συνεταίρο του, την οποία τελικά κέρδισε ύστερα από ένα ιστορικό συµβιβασµό αποκοµίζοντας 15.000 δολάρια, αλλά και δικαιώµατα επί των πωλήσεων (πέντε δολάρια για κάθε µηχανή που θα πωλείτο στην Αµερική).
Η πρώτη ραπτοµηχανή του Σίνγκερ πωλήθηκε το 1853 έναντι 100 δολαρίων, τιµή αρκετά χαµηλή ώστε να προσεγγίσει τις απλές νοικοκυρές, έως τότε η ραπτομηχανές προορίζονταν για βιομηχανική χρήση, ενώ τα επόµενα χρόνια οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατακόρυφα χάρη στην υιοθέτηση της μαζικής παραγωγής, απόρροια της οποία ήταν η δραστική μείωση του κόστους. Σ’ αυτό συντέλεσαν όχι µόνο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της συγκεκριµένης ραπτοµηχανής, αλλά και η υιοθέτηση µιας πρωτοποριακής προσέγγισης πώλησης.
Καθιερώθηκε η εξόφληση σε µηνιαίες δόσεις (τρία δολάρια το µήνα και προκαταβολή µόλις πέντε δολάρια), η αντικατάσταση των παλαιών µηχανών έναντι 40 δολαρίων (οι µεταχειρισµένες καταστρέφονταν για να µην ξαναπωληθούν), η πώληση από πόρτα σε πόρτα, η μίσθωση της ραπτομηχανής, καθώς και η χρησιµοποίηση καλλίγραµµων κοριτσιών που παρουσίαζαν τις µηχανές σε εκθεσιακούς χώρους.
Την ίδια στιγµή, ο συνεργάτης του Σίνγκερ, Έντουιν Κλαρκ, προσέλαβε έµπειρες ράφτρες που επιδείκνυαν στις βιτρίνες καταστηµάτων την ευκολία χρήσης µιας τέτοιας ραπτοµηχανής. Αλλά και ο ίδιος ο Σίνγκερ περιόδευε παντού, σε βιοµηχανίες, διαγωνισµούς, ακόµη και τσίρκα για να προωθήσει τις µηχανές του. Ήταν γεννηµένος σόουµαν και η υποκριτική του κατά τη διαδικασία της πώλησης σύντοµα τον έκανε διάσηµο.
Το 1863, η Singer Co. πούλησε 20.000 ραπτοµηχανές, περισσότερες από κάθε άλλο ανταγωνιστή, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν η πρώτη επιχείρηση που ξεκίνησε παραγωγή στην Ευρώπη. Όσο για τον ιδρυτή της, ήταν ήδη ζάπλουτος και διάσημος σε όλη την Αµερική. Φρόντιζε να βρίσκεται στο επίκεντρο της δηµοσιότητας χάρη στα πανάκριβα πάρτι που διοργάνωνε, τις πολυτελείς άµαξες που χρησιµοποιούσε (τα παιδιά έτρεχαν από πίσω για να µαζέψουν κανένα κέρµα που θα τους πέταγε), αλλά και τον έκλυτο βίο του, αφού συνολικά είχε πέντε ίσως και έξι συζύγους, κάµποσες ερωµένες και περίπου 24 παιδιά.
Μετά από σειρά επικριτικών άρθρων στον Τύπο σχετικά µε την άστατη προσωπική του ζωή, ο Γερµανός µετανάστης εγκατέλειψε την Αµερική και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου, αποκοµµένος από την αριστοκρατία, ξεκίνησε την κατασκευή µιας υπερπολυτελούς έπαυλης. Όµως το 1874, πριν ακόµη ολοκληρωθεί η κατασκευή, ο Σίνγκερ πέθανε από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 63 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκε πλήθος κόσµου, που τον πένθησε για πολλές ηµέρες, ενώ η τεράστια περιουσία του µοιράστηκε ανάµεσα σε συζύγους, ερωµένες και παιδιά. Πάντως, η τελευταία σύζυγός του θεωρείτο ως η πιο όµορφη γυναίκα της Ευρώπης και εικάζεται ότι ενέπνευσε το Γάλλο σχεδιαστή του Αγάλµατος της Ελευθερίας.

   Η ραπτοµηχανή του Σίνγκερ είναι ένα από τα 25 προϊόντα που διατήρησε την πρωτιά στις πωλήσεις από το 1923 µέχρι και σήµερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν τη δύση του 19ου αιώνα το μερίδιο αγοράς της παγκοσμίως έφθανε το 80%. Ακόµα και ο Μαχάτµα Γκάντι, που έµαθε να ράβει πάνω σε µια Singer, είπε κάποτε ότι «η ραπτοµηχανή είναι από τα λίγα χρήσιµα πράγµατα που ανακαλύφθηκαν ποτέ».

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες (Εκδόσεις Σταμούλης)



Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Η διαφήμιση που έπεισε τις γυναίκες να βάφουν τα μαλλιά τους

Μπορεί μια διαφήμιση να αλλάξει στερεότυπα  και να καθιερώσει ως "must" κάτι που μέχρι τότε ήταν κοινωνικά ανεπίτρεπτο; Η απάντηση είναι "ναι", ιδιαίτερα όταν εμπλέκεται η γυναικεία φιλαρέσκεια. Διότι, όπως θα δούμε από την ιστορία που ακολουθεί, "αν θέλεις σήμερα να είσαι όμορφη, πρέπει να τα βάφεις"...

Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα  στην Αµερική ελάχιστες γυναίκες έβαφαν τα µαλλιά τους. Αυτές ήταν ορισµένες διάσημες ηθοποιοί του κινηµατογράφου που υιοθετούσαν το πλατινένιο ξανθό χρώµα, µεσήλικες για να καλύψουν τις γκρίζες τρίχες, αλλά και όσες ασκούσαν το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου. Χαρακτηριστικά, τη δεκαετία του ’50 μόλις το 7% των γυναικών άλλαζε το χρώμα των μαλλιών του.

Όλα αυτά όμως έμελλε να αλλάξουν χάρη σε μια διαφημιστική καμπάνια που θα άφηνε εποχή. Το σλόγκαν της Clairol «Τα βάφει ή δεν τα βάφει;» ήταν ίσως ένα από τα πλέον επιτυχηµένα στην ιστορία της διαφήµισης.

Η καµπάνια, που «έτρεξε» το 1956 στο περιοδικό Life (το σημαντικότερο ίσως διαφηµιστικό µέσο της εποχής) αλλά και την τηλεόραση, θεωρήθηκε προκλητική και δίχασε τους διαφηµιστές, οι οποίοι αρχικά την απέρριψαν. Στις εν λόγω καταχωρίσεις εµφανιζόταν εκλεπτυσμένες γυναίκες που –αφηνόταν έντεχνα να εννοηθεί ότι– είχαν βάψει τα µαλλιά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, η Clairol ζήτησε από το Life να ρωτήσει τη γνώµη των γυναικών υπαλλήλων του για τις διαφηµίσεις. Καµιά από αυτές δεν την έκρινε προκλητική, και έτσι αποφασίστηκε να βγει στον «αέρα».
Χάρη στη διαφήμιση αυτή, στην οποία «παρέλασαν» διάσημα top-models όπως η Ράκελ Ουέλς, η Τζέην Φόντα και η Κατρίν Ντενέβ (γυναίκες-πρότυπα ή opinion leaders όπως αποκαλούνται στη γλώσσα του μάρκετινγκ), στα μέσα της δεκαετίας του ’70, περίπου το 40% των γυναικών θα έβαφαν μόνες τους τα μαλλιά τους στο σπίτι, μια διαδικασία που κρατούσε μόλις 20 λεπτά. Πλέον η βαφή των µαλλιών ήταν τόσο εύκολη υπόθεση που όποιος ήθελε µπορούσε να αλλάξει χρώµα χωρίς να χρειαστεί να πάει στο κοµµωτήριο ή σε κάποιο σαλόνι οµορφιάς.


Μάλιστα, η κειμενογράφος των διαφημίσεων της Clairol -που εμπνεύστηκε το σλόγκαν «τα βάφεις ή δεν τα βάφεις» όταν συνάντησε τη µέλλουσα πεθερά της, µια γυναίκα παλαιών αρχών εβραϊ­κής καταγωγής, την οποία άκουσε να λέει µε δυσαρέσκεια ότι «αυτή η γυναίκα µάλλον βάφει τα µαλλιά της»- εμπνεύστηκε και το επιτυχημένο σλόγκαν «αν έχω μια ζωή, επιτρέψτε μου να τη ζήσω ως ξανθιά», το οποίο καθιέρωσε το ξανθό χρώμα στις συνειδήσεις όλων των γυναικών. Μισό σχεδόν αιώνα μετά, 90 εκατ. Αμερικανίδες (περίπου τα 3/4 του ενήλικου γυναικείου πληθυσμού) βάφουν τα μαλλιά τους ξανθά…

Πηγή: απόσπασμα από το βιβλίο "Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 3" (εκδ. Σταμούλης)


Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Η ιστορία του αλατιού που δανείστηκε το όνομα από την παγκόσμια ντίβα της όπερας

   Το 1922 γράφεται μια από τις τραγικότερες σελίδες του ελληνισμού, καθώς καταρρέει το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Μαζί με τον ελληνισμό της Ιωνίας έχει συντριβεί και η ελληνική οικονομία, αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στην πολυδάπανη μικρασιατική εκστρατεία, τον τερματισμό της οποίας υπερθεματίζει η Ελλάδα σχεδόν στο σύνολό της. Για την αντιμετώπιση της κρίσης, η κυβέρνηση Γούναρη προβαίνει στη σύναψη ενός πρωτότυπου αναγκαστικού δανείου, ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, διχοτομώντας το χαρτονόμισμα (το ένα μέρος θα παρέμενε στην κυκλοφορία, αντιπροσωπεύοντας το ήμισυ της αναγραφόμενης αξίας του, ενώ το άλλο θα ανταλλασσόταν με ετήσιο επιτόκιο 6,5%) – ενέργεια που θα επέτεινε τη στενότητα των κεφαλαίων και θα εκτόξευε τον πληθωρισμό.
   Ωστόσο, η χρονολογία αυτή αποτελεί καμπή για την ελληνική βιομηχανία, αφού, επιτέλους, το κράτος αναλαμβάνει τις ευθύνες του, με τη θέσπιση του νόμου 2948, για τη συστηματική βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας, έχοντας ως πρότυπο αντίστοιχους νόμους σε Βουλγαρία και Ρουμανία. Όντως, η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων για την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων, οι φορολογικές απαλλαγές και η ατελής εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού θα αποτελούσαν το εφαλτήριο για την τόνωση της εγχώριας βιομηχανίας.
   Μέσα σε αυτό το ευνοϊκό κλίμα για την ελληνική επιχειρηματικότητα, ένας έμπορος από την Κρήτη, ο Εμμανουήλ Καλαμαράκης, θα δημιουργούσε στο Κουκάκι μια μικρή βιοτεχνία επεξεργασίας άλατος, βάζοντας τα θεμέλια για την δημιουργία της μεγαλύτερης ελληνικής εταιρείας επεξεργασίας, τυποποίησης και διάθεσης θαλασσινού αλατιού και μία από τις μεγαλύτερες στο είδος της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
   Ο Εμμανουήλ Καλαμαράκης γεννήθηκε στο Σέλινο των Χανίων και ήταν ο πρωτότοκος γιος εύπορης οικογένειας. Το 1897, χρονιά της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της Κρήτης αλλά και επικράτησης ενός ρευστού και ταραγμένου πολιτικού σκηνικού, ο νεαρός έμπορος από τα Χανιά καταφθάνει στην Αθήνα, όπου ιδρύει μια εταιρεία συσκευασίας και εμπορίας στον Αγ. Παντελεήμονα Ιλισσού.
   Αρκετά αργότερα, το 1922, διαισθανόμενος την υψηλή διατροφική αξία του αλατιού, ιδρύει στην οδό Μπότσαρη στο Κουκάκι μια μικρή βιοτεχνία επεξεργασίας άλατος, παραγωγής ποτάσας, τουρσιών και ξυδιού, καθώς και των απορρυπαντικών Κρινόλ και Σαπόλ, που διατίθεντο στην αγορά σε πάνινες σακούλες και χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό των δαπέδων εστιατορίων, νοσοκομείων και άλλων μεγάλων βιομηχανικών χώρων.
   Τη δεκαετία του ’50, τα ηνία της επιχείρησης αναλαμβάνει ο Κων/νος  Εμμ. Καλαμαράκης, διπλωματούχος χημικός του Πανεπιστημίου Αθηνών, το μέλλον του οποίου ήταν προδιαγεγραμμένο πριν ακόμη γεννηθεί, με τον πατέρα του να τον προορίζει στη θέση που αυτός κατείχε. Ήδη από τα τρία του χρόνια δεν έπαιζε, όπως όλα τα άλλα παιδιά, με τους βόλους, αλλά με το μύλο και τα ξηραντήρια του εργοστασίου, υπό το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα του.
   Ανήσυχο και εφευρετικό πνεύμα, δεν περιορίζεται απλώς στην παραγωγή απορρυπαντικών, χλωρίνης και ποτάσας, αλλά συλλαμβάνει την ιδέα να τοποθετήσει το αλάτι σε μπουκάλι με πώμα επιλογών ροής. Το προϊόν του, που μέχρι τότε βρισκόταν πίσω από τον πάγκο του μπακάλη, «αναβαθμίζεται» και παίρνει θέση στο ράφι αλλά και στη συνείδηση των καταναλωτών, όντας πρωταγωνιστής σε γνωστή ταινία της εποχής με τον μπακάλη Κώστα Χατζηχρήστο ως «Ζήκο».
   Λάτρης του μάρκετινγκ, το «βαφτίζει» Κάλας (σύντμηση του επωνύμου του) αφήνοντας να εννοηθεί ότι αναφέρεται στη γνωστή αοιδό Μαρία Κάλας. Μάλιστα, για να ενισχύσει αυτή τη φήμη, προχωρεί σε εντατική διαφημιστική καμπάνια, η οποία συνέπεσε με τις πρώτες μεταπολεμικές παραστάσεις της Ελληνίδας ντίβας στο Ηρώδειο. Ο ίδιος, πάντως, μεγαλωμένος μέσα σε μια οικογένεια με συντηρητικές αρχές, όντας χαμηλών τόνων, επιλέγει να κρατηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, απεχθανόμενος τις κοσμικές εκδηλώσεις και τις συνεντεύξεις – αρχή που θα μεταλαμπαδεύσει αργότερα και στον γιο του, που θα τον διαδεχθεί.
   Τη δεκαετία του ’60 η εταιρεία θα εγκατασταθεί στο νέο τότε εργοστάσιο επί της οδού Πειραιώς, όπου, υπό την εποπτεία του Κων/νου Καλαμαράκη, θα βγει στην παραγωγή, σε συνεργασία με τη Unicef και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ιωδιωμένο αλάτι, συμβάλλοντας έτσι στην πρόληψη της ιωδιοπενίας στη χώρα μας. Μια, επίσης, σημαντική καινοτομία ήταν η υιοθέτηση στην παραγωγική διαδικασία της μεθόδου της ανακρυστάλλωσης, χάρη στην οποία προσφέρεται στην αγορά καθαρό αλάτι, απαλλαγμένο από ξένα σώματα, όπως ο γύψος και η άμμος.
   Τις δεκαετίες που ακολουθούν, που σε ένα μέρος τους σημαδεύονται από τον έντονο κρατικό παρεμβατισμό και την απαγόρευση εισαγωγών και εξαγωγών αλατιού, η Κάλας -ως ανώνυμη εταιρεία πλέον, με δύο επιπλέον παραγωγικές μονάδες, με πανελλαδικό δίκτυο διανομής και με έντονη παρουσία στο εξωτερικό- θα καθιερώσει στην αγορά μια σειρά από επωνυμίες, όπως τα αλάτια Ήρα σε διάφανη πλαστική σακούλα, Ερμής, Νίκη, Κορωνίς, καθώς και ειδικά αλάτια που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών.

    Στην αυγή του 21ου αιώνα, η εταιρεία Κάλας, έχοντας καταφέρει να δημιουργήσει ένα όνομα συνώνυμο του προϊόντος που παράγει και με βραβεύσεις τόσο από τη Unicef, την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή του 2004, όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση Επιχειρήσεων και Επιχειρηματιών, περνάει στα χέρια της τρίτης γενιάς της οικογένειας, με τον Εμμανουήλ Καλαμαράκη, ο οποίος, όπως και ο πατέρας του, γαλουχήθηκε στους διαδρόμους του εργοστασίου, να καταφέρνει όχι μόνο να συνεχίσει με επιτυχία τα επενδυτικά σχέδια της εταιρείας, αλλά και να προσδέσει στο άρμα της και νέα προϊόντα, απόρροια της εξαγοράς της ΒΕΜ, όπως σαλάτες, μουστάρδες, μαγιονέζες κ.λπ.