Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Η ιστορία του αλατιού που δανείστηκε το όνομα από την παγκόσμια ντίβα της όπερας

   Το 1922 γράφεται μια από τις τραγικότερες σελίδες του ελληνισμού, καθώς καταρρέει το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Μαζί με τον ελληνισμό της Ιωνίας έχει συντριβεί και η ελληνική οικονομία, αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στην πολυδάπανη μικρασιατική εκστρατεία, τον τερματισμό της οποίας υπερθεματίζει η Ελλάδα σχεδόν στο σύνολό της. Για την αντιμετώπιση της κρίσης, η κυβέρνηση Γούναρη προβαίνει στη σύναψη ενός πρωτότυπου αναγκαστικού δανείου, ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, διχοτομώντας το χαρτονόμισμα (το ένα μέρος θα παρέμενε στην κυκλοφορία, αντιπροσωπεύοντας το ήμισυ της αναγραφόμενης αξίας του, ενώ το άλλο θα ανταλλασσόταν με ετήσιο επιτόκιο 6,5%) – ενέργεια που θα επέτεινε τη στενότητα των κεφαλαίων και θα εκτόξευε τον πληθωρισμό.
   Ωστόσο, η χρονολογία αυτή αποτελεί καμπή για την ελληνική βιομηχανία, αφού, επιτέλους, το κράτος αναλαμβάνει τις ευθύνες του, με τη θέσπιση του νόμου 2948, για τη συστηματική βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας, έχοντας ως πρότυπο αντίστοιχους νόμους σε Βουλγαρία και Ρουμανία. Όντως, η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων για την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων, οι φορολογικές απαλλαγές και η ατελής εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού θα αποτελούσαν το εφαλτήριο για την τόνωση της εγχώριας βιομηχανίας.
   Μέσα σε αυτό το ευνοϊκό κλίμα για την ελληνική επιχειρηματικότητα, ένας έμπορος από την Κρήτη, ο Εμμανουήλ Καλαμαράκης, θα δημιουργούσε στο Κουκάκι μια μικρή βιοτεχνία επεξεργασίας άλατος, βάζοντας τα θεμέλια για την δημιουργία της μεγαλύτερης ελληνικής εταιρείας επεξεργασίας, τυποποίησης και διάθεσης θαλασσινού αλατιού και μία από τις μεγαλύτερες στο είδος της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
   Ο Εμμανουήλ Καλαμαράκης γεννήθηκε στο Σέλινο των Χανίων και ήταν ο πρωτότοκος γιος εύπορης οικογένειας. Το 1897, χρονιά της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της Κρήτης αλλά και επικράτησης ενός ρευστού και ταραγμένου πολιτικού σκηνικού, ο νεαρός έμπορος από τα Χανιά καταφθάνει στην Αθήνα, όπου ιδρύει μια εταιρεία συσκευασίας και εμπορίας στον Αγ. Παντελεήμονα Ιλισσού.
   Αρκετά αργότερα, το 1922, διαισθανόμενος την υψηλή διατροφική αξία του αλατιού, ιδρύει στην οδό Μπότσαρη στο Κουκάκι μια μικρή βιοτεχνία επεξεργασίας άλατος, παραγωγής ποτάσας, τουρσιών και ξυδιού, καθώς και των απορρυπαντικών Κρινόλ και Σαπόλ, που διατίθεντο στην αγορά σε πάνινες σακούλες και χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό των δαπέδων εστιατορίων, νοσοκομείων και άλλων μεγάλων βιομηχανικών χώρων.
   Τη δεκαετία του ’50, τα ηνία της επιχείρησης αναλαμβάνει ο Κων/νος  Εμμ. Καλαμαράκης, διπλωματούχος χημικός του Πανεπιστημίου Αθηνών, το μέλλον του οποίου ήταν προδιαγεγραμμένο πριν ακόμη γεννηθεί, με τον πατέρα του να τον προορίζει στη θέση που αυτός κατείχε. Ήδη από τα τρία του χρόνια δεν έπαιζε, όπως όλα τα άλλα παιδιά, με τους βόλους, αλλά με το μύλο και τα ξηραντήρια του εργοστασίου, υπό το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα του.
   Ανήσυχο και εφευρετικό πνεύμα, δεν περιορίζεται απλώς στην παραγωγή απορρυπαντικών, χλωρίνης και ποτάσας, αλλά συλλαμβάνει την ιδέα να τοποθετήσει το αλάτι σε μπουκάλι με πώμα επιλογών ροής. Το προϊόν του, που μέχρι τότε βρισκόταν πίσω από τον πάγκο του μπακάλη, «αναβαθμίζεται» και παίρνει θέση στο ράφι αλλά και στη συνείδηση των καταναλωτών, όντας πρωταγωνιστής σε γνωστή ταινία της εποχής με τον μπακάλη Κώστα Χατζηχρήστο ως «Ζήκο».
   Λάτρης του μάρκετινγκ, το «βαφτίζει» Κάλας (σύντμηση του επωνύμου του) αφήνοντας να εννοηθεί ότι αναφέρεται στη γνωστή αοιδό Μαρία Κάλας. Μάλιστα, για να ενισχύσει αυτή τη φήμη, προχωρεί σε εντατική διαφημιστική καμπάνια, η οποία συνέπεσε με τις πρώτες μεταπολεμικές παραστάσεις της Ελληνίδας ντίβας στο Ηρώδειο. Ο ίδιος, πάντως, μεγαλωμένος μέσα σε μια οικογένεια με συντηρητικές αρχές, όντας χαμηλών τόνων, επιλέγει να κρατηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, απεχθανόμενος τις κοσμικές εκδηλώσεις και τις συνεντεύξεις – αρχή που θα μεταλαμπαδεύσει αργότερα και στον γιο του, που θα τον διαδεχθεί.
   Τη δεκαετία του ’60 η εταιρεία θα εγκατασταθεί στο νέο τότε εργοστάσιο επί της οδού Πειραιώς, όπου, υπό την εποπτεία του Κων/νου Καλαμαράκη, θα βγει στην παραγωγή, σε συνεργασία με τη Unicef και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ιωδιωμένο αλάτι, συμβάλλοντας έτσι στην πρόληψη της ιωδιοπενίας στη χώρα μας. Μια, επίσης, σημαντική καινοτομία ήταν η υιοθέτηση στην παραγωγική διαδικασία της μεθόδου της ανακρυστάλλωσης, χάρη στην οποία προσφέρεται στην αγορά καθαρό αλάτι, απαλλαγμένο από ξένα σώματα, όπως ο γύψος και η άμμος.
   Τις δεκαετίες που ακολουθούν, που σε ένα μέρος τους σημαδεύονται από τον έντονο κρατικό παρεμβατισμό και την απαγόρευση εισαγωγών και εξαγωγών αλατιού, η Κάλας -ως ανώνυμη εταιρεία πλέον, με δύο επιπλέον παραγωγικές μονάδες, με πανελλαδικό δίκτυο διανομής και με έντονη παρουσία στο εξωτερικό- θα καθιερώσει στην αγορά μια σειρά από επωνυμίες, όπως τα αλάτια Ήρα σε διάφανη πλαστική σακούλα, Ερμής, Νίκη, Κορωνίς, καθώς και ειδικά αλάτια που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών.

    Στην αυγή του 21ου αιώνα, η εταιρεία Κάλας, έχοντας καταφέρει να δημιουργήσει ένα όνομα συνώνυμο του προϊόντος που παράγει και με βραβεύσεις τόσο από τη Unicef, την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή του 2004, όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση Επιχειρήσεων και Επιχειρηματιών, περνάει στα χέρια της τρίτης γενιάς της οικογένειας, με τον Εμμανουήλ Καλαμαράκη, ο οποίος, όπως και ο πατέρας του, γαλουχήθηκε στους διαδρόμους του εργοστασίου, να καταφέρνει όχι μόνο να συνεχίσει με επιτυχία τα επενδυτικά σχέδια της εταιρείας, αλλά και να προσδέσει στο άρμα της και νέα προϊόντα, απόρροια της εξαγοράς της ΒΕΜ, όπως σαλάτες, μουστάρδες, μαγιονέζες κ.λπ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου