Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Γιατί η ελληνική φέτα χάνει τη μάχη

Δυστυχώς η ελληνική φέτα δείχνει να χάνει τη μάχη παραχωρώντας τα πρωτεία στο, κατώτερο ποιοτικά,  λευκό τυρί. Αυτή η καθίζηση, που καταγράφεται και στην διαρκώς μειούμενη παραγωγή από το 2011 και μετά, αποδίδεται όχι τόσο στην αδυναμία-αδιαφορία της Ε.Ε να προστατέψει ένα προϊόν της  που διακινείται σε τρίτες χώρες, αλλά κυρίως στην κοντόφθαλμη στρατηγική μάρκετινγκ ιδιωτών και ελληνικής πολιτείας.
Σήμερα, μπορεί η ελληνική φέτα να χαρακτηρίζεται ως προϊόν τύπου ΠΟΠ (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης), όμως το λευκό τυρί νικάει κατά κράτος στο ράφι. Αν αναρωτιέστε για ποιο λόγο ένα τόσο ποιοτικό αγαθό να μην μπορεί να σταθεί με αξιώσεις στη διεθνή αγορά, η απάντηση θα σας απογοητεύσει. Διότι ο Ελληνας αρέσκεται να βγάζει τα μάτια του μόνος του.
Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στα σούπερ μάρκετ των Βρυξελλών πωλείται «λευκό τυρί» στα 13,95 ευρώ το κιλό, δύο ευρώ πιο ακριβά από την ελληνική φέτα. Υπάρχει μάλιστα και βιολογικό λευκό τυρί, για απαιτητικούς πελάτες, σε ακόμη υψηλότερη τιμή. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές εταιρείες, εκμεταλλευόμενες την απουσία εθνικής στρατηγικής μάρκετινγκ στα ελληνικά προϊόντα, επινοούν brands για λευκά τυριά που θυμίζουν Ελλάδα και τα πουλούν ακριβότερα από την ελληνική φέτα. Για παράδειγμα  η γερμανική εταιρεία λευκού τυριού “Sirtakis”, με έδρα την Στουτγάρδη, έχει  ιστοσελίδα με φωτογραφίες ελληνικών νησιών και φαγητών θέλοντας να ταξιδέψει τους επισκέπτες στην χώρα της φέτας. Την ίδια στιγμή, η Νέα Ζηλανδία πουλάει μέσω του διαδικτύου «ελληνική φέτα» και «παλαιωμένη ελληνική φέτα», που έχει παρασκευαστεί αποκλειστικά από κατσικίσιο γάλα στην τιμή των 50 δολαρίων το κιλό.
Γιατί όμως φθάσαμε ως εδώ, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να χάσουμε την πατρότητα της φέτας από τους Καναδούς; Δεν είναι μόνο ότι τα Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) δείχνουν, σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, να έχουν κλείσει τον κύκλο της αποδοτικότητάς τους, αλλά ότι δεν δείχνουμε διάθεση να επενδύσουμε πραγματικά στο μάρκετινγκ, branding ή στον έλεγχο παραγωγής.
Οι περισσότεροι καταναλωτές στο εξωτερικό δεν γνωρίζουν τι γεύση έχει και πώς μοιάζει η αυθεντική φέτα. Μάλιστα πολλοί που την δοκίμαζαν διατείνονται ότι  δεν είναι έτσι η πραγματική φέτα. Όλοι αυτοί, στις διακοπές τους στην χώρα μας, είχαν γευτεί φέτα που στην πραγματικότητα ήταν λευκό τυρί.  Είναι σύνηθες φαινόμενο στα ξενοδοχεία να προσφέρεται λευκό τυρί χωρίς καμία ένδειξη (σ.σ. έτσι δεν υπάρχει παρανομία τυπικά) και οι τουρίστες θεωρούν ότι, αφού βρίσκονται στην Ελλάδα, τρώνε φέτα. Στα δε εστιατόρια επιμένουμε να προσφέρουμε λευκό τυρί στους τουρίστες, ακόμα και μέσα στη χωριάτικη σαλάτα.
Ο Ενιαίος Οργανισμός Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) πραγματοποιεί μεν σεμινάρια στους παραγωγούς και ελέγχει δειγματοληπτικά την παραγωγή φέτας με βάση πλάνο ελέγχων που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο αυτό γίνεται αποσπασματικά. Η πολιτεία οφείλει να λάβει τα μέτρα της σε συνεργασία με τον κλάδο των τυροκομικών προκειμένου να διασφαλίσουμε και την φέτα ΠΟΠ, αλλά κυρίως την αυθεντικότητα του προσφερόμενου προϊόντος σε όλες τις εκφάνσεις του. Πάνω από όλα όμως απαιτείται μια ενιαία στρατηγική μάρκετινγκ, αν πραγματικά επιθυμούμε να περισώσουμε ότι μπορούμε.
Ο Έλληνας κατάφερε και ακύρωσε ο ίδιος ένα από τα πιο σημαντικά όπλα που είχε στη διάθεσή του. Να μετατρέψει τα εκατομμύρια τουριστών που έρχονται κάθε χρόνο στη χώρα μας σε «πρεσβευτές» της αυθεντικής φέτας στο εξωτερικό. Ομως για να συμβεί αυτό θα έπρεπε το προϊόν να είναι ομοιογενές, αυθεντικό (σ.σ. η νόθευση της φέτας είναι προσφιλής πολιτική αρκετών παραγωγών φέτας). Αντ’ αυτού, επέλεξε να χάσει τη μεγάλη εικόνα και να εστιάσει αποκλειστικά στη μείωση του κόστους, υιοθετώντας την λογική της αρπαχτής. Ως εκ τούτου, το όπλο εκπυρσοκρότησε στα χέρια του.

Σήμερα λοιπόν ζητάμε κανένας σε όλο τον κόσμο να μην έχει δικαίωμα να παράγει φέτα, όταν εμείς οι ίδιοι την υποβαθμίζουμε προωθώντας το λευκό τυρί ή κάθε τυρί τύπου φέτας – κάτι το οποίο γνωρίζουν πολύ καλά οι Δανοί και οι Ολλανδοί που θέλουν να μας πάρουν την επωνυμία «φέτα».  


Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Kalimera. Καντίνα στο Λονδίνο με ελληνικές γεύσεις

Η ελληνική γαστρονομία μολονότι διαθέτει πολύ καλή φήμη παγκοσμίως, δυστυχώς συχνά δεν έχει στο εξωτερικό την παρουσία που της αρμόζει. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, αρκετοί Ελληνες που μετανάστευσαν στο εξωτερικό προσπαθούν να αναδείξουν τα πλεονεκτήματα της ελληνικής κουζίνας. Ενας από αυτούς είναι ο Τηλέμαχος Αργυρίου, που παράτησε τη δουλειά του ως τραπεζικό στέλεχος και άνοιξε μια καντίνα με ελληνικά προϊόντα.
Η αρχή έγινε στα τέλη Νοεμβρίου όταν πήρε τη γενναία απόφαση να παραιτηθεί και να ανοίξει μια καντίνα εκεί ακριβώς όπου μέχρι πρότινος εργαζόταν. Όπως λέει και ο ίδιος: «πελάτες μου ήταν οι πρώην συνάδελφοί μου». Ξεκίνησε προσφέροντας μουσακά, παστίτσιο, σουβλάκι, με αβοκάντο τζατζίκι ή μελιτζανοσαλάτα, σαλάτα με σπανάκι και παντζάρια, ρυζόγαλο και σπιτική κομπόστα. Οι πρώτες ύλες του είναι προϊόν συνεργασίας με εισαγωγείς/διανομείς ελληνικών προϊόντων, ενώ σύντομα θα διατίθεται προς πώληση το οικογενειακό παρθένο ελαιόλαδο που χρησιμοποιείται στην καντίνα. Επιλέγει μάλιστα ως επωνυμία το Kalimera, μία γνώριμη, τουλάχιστον για όσους έχουν ταξιδέψει έστω και μία φορά στην Ελλάδα, ευκολοπρόφερτη και ευκολομνημόνευτη λέξη.
Όλα βασικά ξεκίνησαν από ένα παράπονο. Εργαζόμενος στο City του Λονδίνου, αυτός και οι συνάδελφοί του δεν είχαν, στο κενό τους, πολλές αξιόπιστες και υγιεινές διατροφικές επιλογές. Επίσης, δεν υπήρχε καμία προσφορά ελληνικού φαγητού στην ευρύτερη περιοχή, Αποφασίζει λοιπόν να δραστηριοποιηθεί στον τομέα του γρήγορου φαγητού, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στο Λονδίνο λόγω του τρόπου ζωής και των εργασιακών συνθηκών, προσφέροντας προϊόντα από την ελληνική κουζίνα και δη την μοντέρνα ελληνική κουζίνα, τη σύγχρονη.
Ενώ ακόμη εργάζεται στην τράπεζα, έχει αποκρυσταλλωθεί στο μυαλό του η φιλοσοφία της εταιρείας που επιθυμεί να δημιουργήσει. Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη και αρχίζει να διερευνά την αγορά. Συναντά ανθρώπους του χώρου, συνομιλεί μαζί τους, ακούει, καταγράφει. Δεν θα αργήσει, μέσα από την εξονυχιστική έρευνα, να αντιληφθεί τι ακριβώς αναζητά η αγορά-στόχος του: τι αγοράζει για φαγητό, από πού, ποιο μενού της αρέσει, τι αλλαγές θα επιθυμούσε, π΄τε και πού το καταναλώνει κ.λπ. Διαμορφώνει έτσι μια ξεκάθαρη εικόνα για το στυλ, το design και το μενού, έχοντας πάντα στο μυαλό του ότι το κλειδί της επιβίωσης και της ευημερίας είναι η διαφοροποίηση από τους ανταγωνιστές.
Η καντίνα του κ. Αργυρίου σταθμεύει τρεις φορές την εβδομάδα σε δύο νευραλγικά σημεία, στο City του Λονδίνου, στην καρδιά του χρηματοοικονομικού μέρους της πρωτεύουσας και επίσης στο Χόκστον, στο ανατολικό Λονδίνο. Η ανταπόκριση του κόσμου υπήρξε εντυπωσιακή, από την πρώτη κιόλας ημέρα, ενώ τα σχόλια ήταν διθυραμβικά, σε σημείο μάλιστα να μελετά την επέκταση του όλου εγχειρήματος και σε άλλα σημεία πώλησης.

Ενδεικτικό της επιτυχίας του είναι ότι πολλοί πελάτες στέλνουν με e-mail την παραγγελία τους από τις 5 τα ξημερώματα ενώ άλλοι πηγαίνουν με λίστα και παίρνουν φαγητό για τους συναδέλφους τους. Γνωρίζοντας ότι ο παράγοντας χρόνος είναι καθοριστικής σημασίας, φροντίζει ώστε το σέρβις να είναι εξαιρετικά γρήγορο, ώστε οι πελάτες του να προλάβουν όλοι να φάνε στο διάλειμμά τους.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

“Καφές σε Αναμονή” - Μία δράση αλληλεγγύης στην Ελλάδα της κρίσης

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα όπου βιώνουμε έντονα τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, άρχισε να ξεπροβάλλει δειλά δειλά μια ιδιαίτερη δράση αλληλεγγύης. Η δράση «ένας καφές σε περιμένει» ξεκίνησε από την πρωτοβουλία του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», που είχε ως στόχο να μπορούν όλοι να απολαύσουν έναν καφέ, ακόμη και εκείνοι που αδυνατούν να πληρώσουν.




Το όλο αυτό εγχείρημα δεν είναι καινούργιο, αλλά έχει ως πηγή έμπνευσης ένα ξεχασμένο κίνημα, γνωστό ως «caffé sospeso», δηλαδή «καφές που περιμένει», το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στα «φτωχικά» εργατικά καφενεία της Νάπολης, στη Νότια Ιταλία, πριν από περίπου έναν αιώνα. Μεταπολεμικά το κίνημα αυτό ατόνησε μέχρι που εξαφανίστηκε. Πριν από μια δεκαετία όμως, επανεμφανίστηκε ακόμα πιο δυνατό και άρχισε να εξαπλώνεται και σε άλλες χώρες, από την Ιταλία μέχρι τη Ρωσία και την Αυστραλία, φτάνοντας τις 17 και με 112 πόλεις συνολικά να συμμετέχουν.
Η λογική του κινήματος και της σύγχρονης σε εμάς δράσης είναι πολύ απλή. Πηγαίνοντας σε ένα καφενείο, ή καφέ-μπαρ, παραγγέλνοντας τον δικό σου καφέ, μπορείς να προπληρώσεις παράλληλα και έναν ακόμη. Έτσι δίνεται η δυνατότητα σε έναν συμπολίτη μας, οποιαδήποτε ώρα εκείνος το επιθυμεί να μπορεί και αυτός να απολαύσει όχι μόνο τη ζεστή (ή δροσερή) συντροφιά ενός καφέ, αλλά και να έρθει σε επαφή με άλλο κόσμο, να μιλήσει, να ακουστεί, να αισθανθεί θαλπωρή και να νιώσει (έστω και στο ελάχιστο), ότι δεν είναι μόνος του, αλλά ότι υπάρχουν κάποιοι που μπορεί να είναι εκεί γι’ αυτόν σε αυτή τη δύσκολη εποχή.
Τα συνεργαζόμενα καφενεία και οι καφετέριες που έχουν ενστερνιστεί την ιδέα αυτή, βρίσκονται πλέον σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και φέρουν σε εμφανές σημείο το ειδικό λογότυπο που έχει φτιάξει το περιοδικό «Σχεδία» για το σκοπό αυτό.
Επίσης, από την πλευρά τους τα καταστήματα προσφέρουν το δεύτερο προπληρωμένο καφέ, δηλαδή τον «καφέ σε αναμονή» με έκπτωση 35%, όση είναι και η έκπτωση περίπου για τους καφέδες που αγοράζονται και καταναλώνονται συνήθως εκτός καταστήματος. Οπότε, όπως αναγράφεται και στην ιστοσελίδα του περιοδικού Σχεδία «αν κάποιος θέλει να βάλει ένα καφέ να περιμένει…θα τον πληρώσει 35% φθηνότερα σε σχέση με την αρχική του τιμή που αναγράφεται στον τιμοκατάλογο». Για τον κάθε προπληρωμένο «καφέ που περιμένει», ο καταστηματάρχης θα πρέπει να κόβει την αντίστοιχη απόδειξη και να την τοποθετεί σε εμφανές σημείο (πίνακα κ.λπ.) και να σημειώνει τους διαθέσιμους καφέδες. Με αυτό τον τρόπο, θα γνωρίζουν όλοι τη συναλλαγή και, βεβαίως, ότι υπάρχει διαθέσιμος ένας «καφές σε αναμονή».
Φυσικά σε αρκετές περιπτώσεις το όλο αυτό εγχείρημα φτάνει να έχει αμφίδρομη συμβολή, καθώς τονώνεται και η ίδια η αγορά του καφέ, με πολλές μικρές τοπικές επιχειρήσεις-καφενεδάκια της γειτονιάς, να καταφέρνουν με αυτό τον τρόπο να ενισχύονται και να διατηρούν το συνοικιακό και παρεΐστικο χαρακτήρα τους.
Παράλληλα με όλα αυτά, το τελευταίο διάστημα μια ομάδα φοιτητών με κύριο εμπνευστή τον Δημήτρη Πανέλη και τον καθηγητή τους Νίκο Τουλιάτο, δημιούργησαν και ανέβασαν στο διαδίκτυο ένα video για να προωθήσουν ακόμη περαιτέρω την ιδέα. Έτσι σε συνδυασμό με τη χρήση των Social Media και του «word of mouth», η ιδέα αυτή έχει αρχίσει όχι μόνο να εδραιώνεται σε όλη την Ελλάδα, αλλά και να εξαπλώνεται και σε άλλου είδους επιχειρήσεις, όπως εστιατόρια, ταχυφαγεία, φούρνους, ζαχαροπλαστεία, κρεοπωλεία ακόμη και σε κομμωτήρια – συνολικά περισσότερες από 200 επιχειρήσεις έχουν ανταποκριθεί σε αυτό το κάλεσμα αλληλεγγύης. Ενώ, στόχος όπως αναφέρεται είναι να προστεθούν ακόμη και φαρμακεία που να μπορούν να παρέχουν τα απαραίτητα φάρμακα σε όσους αδυνατούν να τα αγοράσουν. Αρχίζει να δημιουργείται έτσι μια «αλυσίδα καταστημάτων αλληλεγγύης» η οποία θα μπορεί να καλύπτει ορισμένα από τα κενά που έχει δημιουργήσει η οικονομική κρίση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μαζί με την κοινωνία θα πρέπει να βαδίζει και να εξελίσσεται και η ίδια η αγορά. Αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, γι’ αυτό και η εταιρική φιλοσοφία πρέπει να προσανατολίζεται ολοένα και περισσότερο στο κοινωνικό μάρκετινγκ (Social Marketing), που έχει ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο-πελάτη και την κοινωνία ως σύνολο. Μια επιχείρηση δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την κοινωνία, αλλά αντιθέτως πρέπει να «ζει» και να αναπτύσσεται σε αρμονία με την κοινωνία. Θα πρέπει να συμμετέχει πάντοτε (στο μέτρο του δυνατού), σε κοινές κοινωνικές δράσεις και να συνεισφέρει μέρος από τις πωλήσεις της σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα μέλλον που να είναι βιώσιμο για όλους. «Γιατί όταν δεν μπορεί να χαμογελάει ο διπλανός σου, μέχρι πότε θα μπορείς να χαμογελάς μόνος σου εσύ;»     

Πηγή: εργασία του Παναγιώτη Μαλούχου

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Η ιστορία του διάσημου ουίσκι Jack Daniel's

Ο Τζακ Ντάνιελ έµεινε γνωστός όχι µόνο για το εξαίσιο ουίσκι του, αλλά και την εξωτερική του εµφάνιση. Από τη στιγµή που έγινε 21 χρονών µέχρι το θάνατό του,  φορούσε πάντα ένα µακρύ παλτό, καπέλο καλλιεργητή, µεταξωτό γιλέκο, άσπρο υφασµάτινο πουκάµισο και πλατύ παπιγιόν. Ακόµα και όταν τα µαλλιά και το µεγάλο δασύτριχο µαύρο µουστάκι του γκρίζαραν, αυτός δεν πτοήθηκε και τα έβαφε µαύρα. Για πολλούς, η εµµονή του στην εξωτερική εµφάνιση είχε να κάνει µε το ότι ήταν μικροκαμωμένος, όµως στις καρδιές των εραστών τού ουίσκι το όνοµά του θα βρίσκεται πάντα ψηλά.
Ο Ντάνιελ ήταν ο µικρότερος από τα δέκα αδέρφια µιας φτωχής οικογένειας. Το πότε ακριβώς γεννήθηκε παραμένει μυστήριο καθώς τα αρχεία γεννήσεων καταστράφηκαν σε μία πυρκαγιά. Όταν η µητέρα του πέθανε και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, κατάλαβε ότι δεν θα τον φρόντιζε κανείς, γι’ αυτό και πήγε να µείνει σε µια γειτονική οικογένεια. Ήταν µόλις επτά χρονών όταν δούλεψε σε έναν ιεροκήρυκα, ο οποίος παράλληλα παρασκεύαζε και πουλούσε ουίσκι από το µαγαζί του.
Το µικρό αγόρι από το Τενεσί εργάστηκε σκληρά και αποδείχτηκε ικανότατος µαθητής. Έδειχνε µεγάλο ενδιαφέρον για την παρασκευή του ουίσκι και είχε µάθει τη διαδικασία τόσο καλά, που ο ιεροκήρυκας τον έκανε συνεταίρο του. Όταν αργότερα αποσύρθηκε για να ασχοληθεί αποκλειστικά µε τα ιερατικά, πούλησε το µερίδιό του στον 13χρονο.
Στόχος του Ντάνιελ ήταν να παράγει όσο το δυνατόν καλύτερο ουίσκι. Το έφτιαχνε από καλαµπόκι, σίκαλη και βύνη, έχοντας ως αρχή το κατακάθι της προηγούµενης επεξεργασίας να το χρησιµοποιεί στην επόµενη φουρνιά. Επίσης, εφήρμοσε µια ξεχωριστή διαδικασία «καθαρισµού» µε σκοπό να «εξευγενίσει» το ουίσκι που έβγαινε από το αποστακτήριο. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε επιπλέον 10-12 µέρες, ώστε να καθαρίσει το ουίσκι τελείως από το ξυλοκάρβουνο των βαρελιών, τα οποία παρεμπιπτόντως κατασκευάζονταν μέσα στο αποστακτήριο, όµως ο ίδιος πίστευε ότι άξιζε το χρόνο και την προσπάθεια.
Κατά τη διάρκεια του εµφυλίου πολέµου, ο Ντάνιελ µαζί µε ένα φίλο του φόρτωναν το καµουφλαρισµένο µε σανό ουίσκι σε µια άµαξα και μετέβαιναν στην πόλη, ογδόντα χιλιόµετρα µακριά, για να το πουλήσουν. Ο κίνδυνος ήταν µεγάλος για τους δύο νέους, αφού αν τους περνούσαν για Βόρειους θα τους σκότωναν, ενώ πάντα υπήρχε ο φόβος να τους λεηλατήσουν στο δρόµο. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο σερίφης τούς είχε απαγορεύσει να πουλάνε ουίσκι, γεγονός που τους ανάγκαζε να περιµένουν ως τα µεσάνυχτα έξω από την πόλη και να το πουλούν µε προσοχή τις πρώτες πρωινές ώρες. Όµως, ακόµα και όταν η πόλη καταλήφθηκε από τους Βόρειους, αυτοί δεν ενόχλησαν τον Ντάνιελ αφού δεν ήθελαν να ξεµείνουν από ουίσκι.
Καθώς το ουίσκι άρχισε να γίνεται δηµοφιλές, ο Ντάνιελ αναζήτησε µέρη µε απεριόριστη ποσότητα νερού µε ασβεστόλιθο. Τελικά, βρήκε στο κοίλωµα ενός σπηλαίου, στην είσοδο του οποίου σήμερα δεσπόζει ο ανδριάντας του, µία τρεχούµενη πηγή όπου το νερό δεν είχε υπολείµµατα σιδήρου και µε θερµοκρασία 10 βαθµών Κελσίου «φάνταζε» ως ιδανικό για την παραγωγή µοναδικού ουίσκι.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, η Οµοσπονδιακή Κυβέρνηση άρχισε να νοµιµοποιεί, ώστε να φορολογεί, τις εταιρείες παραγωγής ουίσκι, και έτσι το 1866 η εταιρεία Jack Daniel Distillery ήταν η πρώτη εγγεγραµµένη οινοπνευµατοποιία στην Αµερική. Το 1890 ήταν ο µεγαλύτερος παραγωγός στο Τενεσί, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα η φήµη του εξαπλώθηκε σε όλη την Αµερική όταν κέρδισε έναν γευστικό διαγωνισµό για το καλύτερο ουίσκι.
Στην αρχή, το ουίσκι εµφιαλωνόταν σε πήλινες στάµνες µε χαραγµένο το όνοµα του ιδρυτή, το οποίο λειτουργούσε και ως διαφήµιση, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 καθιερώθηκαν τα γυάλινα µπουκάλια. Αν και τα πρώτα μπουκάλια ήταν σχετικά στρογγυλά, ο Ντάνιελ, που πάντα θεωρούσε ότι η συσκευασία έπρεπε να τραβάει την προσοχή, εισήγαγε το 1895 ένα τετράγωνο µπουκάλι µε ραβδωτό λαιµό, µοναδικό για την εποχή.
Αναμφίβολα, χρονολογία-ορόσημο αποτελεί το 1876 όταν παρουσιάστηκε το Jack Daniels Old No. 7. Υπάρχουν διάφορες εικασίες σχετικά με την επιλογή του εν λόγω αριθμού. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το επτά ήταν ο αγαπημένος αριθμός του Ντάνιελ, άλλοι ότι τα εμπορεύματά του μεταφέρονταν από το έβδομο βαγόνι του τρένου ή ότι ο ίδιος είχε επτά φιλενάδες. Πάντα υπάρχει ένας μύθος για ένα προϊόν που θα έγραφε ιστορία…
Ο Ντάνιελ δεν είχε παιδιά και έτσι ανέθεσε στον αγαπηµένο του ανιψιό, Λεµ Μότλοου, την τήρηση των βιβλίων της επιχείρησης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν πια ήταν ιδιαίτερα εύπορος, δώρισε µεγάλα ποσά στην εκκλησία και σε κοινωνικές οργανώσεις. Παρέµεινε εργένης σε όλη του τη ζωή, μολονότι γνώρισε αρκετές όµορφες κοπέλες, ορισµένες αρκετά µικρές για να είναι κόρες του.

Το 1907, προβλήµατα υγείας τον ανάγκασαν να παραδώσει την επιχείρηση στον ανιψιό του. Μερικά χρόνια αργότερα, η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Συγχυσµένος επειδή δεν µπορούσε να θυμηθεί το συνδυασμό για να ανοίξει το χρηµατοκιβώτιο στο γραφείο του, το κλώτσησε. Με το χτύπημα έσπασε το δάχτυλο του ποδιού του και μολύνθηκε, με αποτέλεσμα να προκληθεί σηψαιμία που οδήγησε στο θάνατό του το 1911, στα 61 ή στα 65 του χρόνια. Την ίδια χρονιά παρασκευάστηκε και το άλλο διάσημο προϊόν της εταιρείας, το Black Label, το οποίο εικάζεται ότι διέθετε μαύρη ετικέτα ως φόρο τιμής στον ιδρυτή. Πάντως ο Μότλοου, όπως και οι τέσσερις γιοι του που τον διαδέχτηκαν, σεβάστηκε την ποιότητα, την παράδοση και τις µοναδικές διαδικασίες παραγωγής του ουίσκι, που όρισε ο Τζακ Ντάνιελ πριν από 140 περίπου χρόνια.

Πηγή; ''Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 1'' (εκδ. Σταμούλης)



Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Πώς ένας τουρίστας με σακίδιο δημιούργησε μία επιτυχημένη startup

«Πώς μετέτρεψα τα ταξίδια μου με ένα απλό σακίδιο στην πλάτη σε μια επιχείρηση που εκτείνεται σε όλη την Ευρώπη και προσέλκυσε μια επένδυση 50 εκατομμυρίων λιρών κι όλα αυτά μέχρι την ηλικία των 32». Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του νεαρού κυρίου Naren Shaam, ο οποίος είναι ο εμπνευστής και ιδρυτής του site GoEuro.com, μιας εξειδικευμένης ιστοσελίδας που συγκρίνει προορισμούς, εισιτήρια και κόστη μεταφοράς και διαμονής για να προτείνει σε κάθε χρήστη το φθηνότερο τρόπο για να πάει κάπου, προς το παρόν καλύπτοντας κάθε πιθανό ή απίθανο προορισμό σε όλη την Ευρώπη.
Αφού πέρασε τεσσεράμισι χρόνια ταξιδεύοντας σε όλη την Ευρώπη με ένα απλό σακίδιο στην πλάτη και κρατώντας αναλυτικό ηλεκτρονικό ημερολόγιο, αποφάσισε να μετατρέψει την προσωπική του σελίδα σε ένα site μέσω του οποίου θα μοιραζόταν τις εμπειρίες του και τα... μυστικά για οικονομική μετακίνηση με όποιον ενδιαφερόταν. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ιστοσελίδα GoEuro.com, η οποία σχεδόν αμέσως έγινε viral στα social media και σε όσους χρήστες ανήκουν στην κατηγορία έως των 35 ετών.
Ξαφνικά ο κ. Shaam ανακάλυψε πως το πάθος του για ταξίδια μοιράζονται εκατομμύρια άτομα και τις ανησυχίες του για τα κόστη ενός ταξιδιού πολύ περισσότεροι! Μεταξύ αυτών και έμπειροι αναλυτές και διαχειριστές κεφαλαίων που "είδαν" την επενδυτική ευκαιρία. Κάπως έτσι, έναν χρόνο μετά την ίδρυσή του, το site GoEuro.com έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη start up επιχείρηση, έχει ήδη προσελκύσει περίπου 70 εκατομμύρια δολάρια (50 εκατομμύρια στερλίνες) σε χρηματοδότηση μέσω επιχειρηματικών κεφαλαίων, έχει εκατομμύρια επισκέψεις κάθε μήνα και απασχολεί πια 150 άτομα από 34 χώρες. Οι περισσότεροι "συνεργάτες" ταξιδεύουν κατά μέσο όρο 4 μήνες κάθε χρόνο για να βρουν νέους τρόπους οικονομικής μετακίνησης και νέους προορισμούς!
Ο τρόπος που "δουλεύει" το Goeuro.com είναι απλός: το site "τρέχει" ένα πρόγραμμα που συγκρίνει όλες τις επιλογές του ταξιδιού σας όταν ταξιδεύετε στην Ευρώπη. Μόλις βρείτε το σημείο όπου θέλετε να ταξιδέψετε – από και προς αυτό – αυτομάτως το site σας δίνει τις καλύτερες επιλογές για το ταξίδι με τρένο, αεροπλάνο, λεωφορείο ή ενοικίαση αυτοκινήτου. Σας δείχνει επίσης πόσος χρόνος απαιτείται για κάθε μία από τις τέσσερις επιλογές (συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που θα χρειαστείτε για να φτάσετε στο αεροδρόμιο), έ

τσι ώστε αν ο χρόνος είναι για σας πιο σημαντική παράμετρος από την τιμή να έχετε και αυτή την επιλογή.
Εκτός των ανεξάρτητων επιλογών μέχρι στιγμής το site καλύπτει και τα οργανωμένα προγράμματα 350 τουριστικών επιχειρήσεων και γραφείων ταξιδίων από 11 ευρωπαϊκές χώρες. Στόχος για τη χρονιά είναι να ενσωματώσει τα προγράμματα άλλων 1000 γραφείων ταξιδίων και να καλύψει πλήρως τους ταξιδιωτικούς προορισμούς σε Ιρλανδία και Πορτογαλία.
Κι όπως λέει ο ιδρυτής του GoEuro.com: "Η Ευρώπη έχει 35 χώρες να καλύψουμε. Και μετά είναι η σειρά της Ασίας..."!


Πηγή: www.newmoney.gr

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Τι είναι το Guerilla Marketing

Άραγε πως θα σας φαινόταν, αν ένα ηλιόλουστο πρωινό, καθώς περπατάτε αμέριμνοι στην παραλία, αντικρίσετε ξαφνικά από μακριά μια παράξενη και αλλόκοτη μορφή να διαγράφεται πάνω στην αμμουδιά. «Μα δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο! Εστιάζετε το βλέμμα σας, για να σιγουρευτείτε ότι δε σας ξεγελούν τα μάτια σας και επιταχύνετε το βήμα σας. Όσο πλησιάζετε, η μορφή αυτή αρχίζει να παίρνει όλο και πιο συγκεκριμένο σχήμα, ενώ η έκπληξη που νιώθετε μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Ώσπου φτάνετε σε τέτοια απόσταση και είναι πλέον ξεκάθαρο αυτό που έχετε μπροστά σας. Μα πως; Πώς είναι δυνατόν; Τα οστά ενός τεράστιου Δράκου!»

Σας φαίνεται απίστευτο και σοκαριστικό; Πολύ πιθανόν έτσι να φάνηκε σε όλους όσοι επισκέφθηκαν μια πολυσύχναστη παραλία του Dorset στη νότια Αγγλία, τον Ιούλιο του 2013.
Βέβαια, ο 12 μέτρων δράκος ήταν μέρος μιας «ασύμβατης» διαφημιστικής καμπάνιας από γνωστή τηλεοπτική πλατφόρμα του διαδικτύου, προωθώντας με αυτό τον τρόπο την έναρξη της νέας τηλεοπτικής σεζόν για το πασίγνωστο σε όλους “Game of Thrones”.
Αντίστοιχα στην Ελλάδα, «η αλήθεια βρίσκεται εκεί έξω» και τις τελευταίες μόλις ημέρες έχει «συντριβεί» ένα U.F.O. ακριβώς μπροστά από το Δημοτικό θέατρο του Πειραιά, σηματοδοτώντας την επανέναρξη της τηλεοπτικής σειράς των X-Files από το κανάλι FOX.
Το Guerilla Marketing και στις δυο περιπτώσεις πέτυχε το σκοπό του. Σε συνδυασμό με το word of mouth και τη μετέπειτα έκταση που πήραν τα γεγονότα, κατάφερε να προωθήσει τις τηλεοπτικές σειρές με ελάχιστο σχετικά κόστος.

Αλλά τι ακριβώς είναι ο όρος Guerilla Marketing και πως προέκυψε;
Ο πρώτος που επινόησε τον όρο αυτό ήταν ο Jay Conrad Levinson, το 1984. Το Guerilla Marketing στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «Αντάρτικο» Μάρκετινγκ. Ο όρος Guerilla πηγάζει από τη στρατιωτική ορολογία, όπου στα ισπανικά είναι το υποκοριστικό της λέξης Guerra που σημαίνει πόλεμος, έχοντας έτσι την έννοια του «μικρού» δηλαδή του αντάρτικου πολέμου. Ο σκοπός του αντάρτικου (ανορθόδοξου) πολέμου είναι να αιφνιδιάσει, να δημιουργηθεί ισχυρό σοκ στον αντίπαλο και να πληγεί στρατηγικά σε συγκεκριμένα, καίρια σημεία, με όσον το δυνατόν μικρότερο κόστος και μέσα.
Έτσι η εν λόγω έννοια μεταφέρθηκε στο παραδοσιακό Marketing με θεμελιώδες χαρακτηριστικό τη μη συμβατική της φύση. Έχουμε δηλαδή μια αντισυμβατική-χαμηλού κόστους στρατηγική Marketing, η οποία καταφέρνει να επιτυγχάνει σημαντικής αξίας αποτελέσματα συγκρινόμενη με άλλες παραδοσιακές στρατηγικές.
Με άλλα λόγια, οι εταιρείες άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι ο παραδοσιακός τρόπος διαφήμισης δεν αποδίδει πλέον. Η δεκτικότητα του καταναλωτικού κοινού διαρκώς ελαττώνεται καθώς γίνεται αποδέκτης μιας στατικής και επαναλαμβανόμενης ροής πληροφοριών η οποία καταλήγει να γίνεται βαρετή και ανούσια. Έτσι άρχισαν να προσανατολίζονται σε νέες καινοτόμους μεθόδους, ώστε να κρατούν σε εγρήγορση τους καταναλωτές. Το Guerilla Marketing καταφέρνει να διεισδύσει και να εισάγει στη συνείδηση του καταναλωτή ένα προϊόν ή μια ιδέα με έναν αναπάντεχο (συνήθως) τρόπο, προκαλώντας του μεγάλη έκπληξη ή απλά ιντριγκάροντας τον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ατάκα περιπλανώμενου παλιατζή «Όλα τα παλιά αγοράζω… Δεν ξέρω αν με συμφέρει να τα πάρω από εσάς ή από το Media Markt…».

Τα μόνα συστατικά που χρειάζεται το Guerilla Marketing για να είναι επιτυχημένο είναι η ευρηματικότητα και η έμπνευση. Τα χρήματα σε αυτή την περίπτωση παίζουν πραγματικά δευτερεύοντα ρόλο. Tη συγκεκριμένη λοιπόν στρατηγική Marketing, εξαιτίας της απλότητας της ως προς την εφαρμογή, σε συνδυασμό με το πολύ χαμηλό της κόστος, μπορούν να την εφαρμόσουν όλοι. Από εταιρείες κολοσσούς, τράπεζες, μέχρι και πολύ μικρές επιχειρήσεις που έχουν εξαιρετικά περιορισμένο budget και αδυνατούν να διαφημιστούν με κάποιο παραδοσιακό μέσο (τηλεόραση ή ραδιόφωνο). Επίσης χρησιμοποιείται ιδιαίτερα και με εξαιρετική επιτυχία από μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που θέλουν να περάσουν κάποιο κοινωνικό-περιβαλλοντικό μήνυμα στην κοινωνία, προκαλώντας συνήθως μεγάλη αίσθηση.
Ειδικά για τις μικρές εταιρείες, είναι προτιμότερο να επενδύσουν σε μια καμπάνια που να βασίζεται στο Guerilla Marketing, παρά να ξοδέψουν τα περιορισμένα και πολύτιμα χρήματα τους για τρία μόνο διαφημιστικά σποτ, που θα παιχτούν στην τηλεόραση και που θα τα προσέξει πολύ λιγότερος κόσμος. Άλλωστε πολλές επιχειρήσεις πτώχευσαν επειδή και μόνο επένδυαν σε ακριβές διαφημίσεις, χωρίς ανταπόκριση.

Σε συνδυασμό με τα πανίσχυρα Social Media, που έχουν δώσει ένα εντελώς καινούργιο νόημα στην ιδέα της διάδοσης των νέων μέσω του word of mouth, τα νέα ταξιδεύουν ασύλληπτα γρηγορότερα σε σχέση με το παρελθόν ενισχύοντας ακόμη περισσότερο αυτή την τακτική. Αυτό σημαίνει ότι έξυπνες και επιτυχημένες Guerilla διαφημιστικές προσπάθειες που ανεβαίνουν στο YouTube, στο Facebook κ.α.,  καταφέρνουν γρήγορα, μέσα σε λίγες μόνο ώρες και γίνονται «Viral». Με αυτό τον τρόπο δίνεται ταυτόχρονα η δυνατότητα σε ένα παγκόσμιο κοινό να γίνει μάρτυρας μιας Guerilla εμπειρίας σε δεύτερο χρόνο, βλέποντας παράλληλα και τις αντιδράσεις των πρώτων που τη βίωσαν από πρώτο χέρι.
Μπορεί οι συνθήκες στην οικονομία να είναι εξαιρετικά δύσκολες, αλλά είναι γνωστό ότι «οι ικανοί καπετάνιοι στις άγριες και βαθιές θάλασσες σφυρηλατούνται».

Στην κατάσταση που βιώνουμε σήμερα με τις οικονομικές, τεχνολογικές αλλά και κοινωνικές αλλαγές, στρατηγικές όπως το Guerilla Marketing ίσως να είναι πιο χρήσιμες από ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα που να παραμένει σταθερό και να μην αλλάζει». Αυτός είναι ο νόμος της φύσης και στη φύση δεν επιβιώνει ο πιο δυνατός ή ο πιο έξυπνος, αλλά αυτός που προσαρμόζεται πιο γρήγορα στις αλλαγές.   

Πηγή: προσαρμογή σε εξαίρετη εργασία του Παναγιώτη Μαλούχου





Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Τα θρυλικά τσιγάρα Sante έριξαν τίτλους τέλους

Επί 85 συναπτά έτη τα Santé συντρόφευσαν θερμά τις προσωπικές στιγμές γενιών και γενιών Ελλήνων καπνιστών. Με το βαρύ τους χαρμάνι και το vintage κατακόκκινο πακέτο με τη μυστηριώδη γυναίκα μιας άλλης εποχής υπήρξαν τα πιο καλτ και παράλληλα αρχοντικά ελληνικά τσιγάρα. Όμως πριν από λίγες ημέρες οι τίτλοι τέλους έπεσαν, καθώς η κατασκευάστριά τους, η Philip Morris, τα αποσύρει (όπως και τα Ασσος άφιλτρο και την 'Ασσος φίλτρο κασετίνα) λόγω αναιμικών πωλήσεων.
Όλα ξεκίνησαν το 1931 όταν ο Χαρίλαος Κωνσταντίνου έβγαλε στην αγορά το θρυλικό τσιγάρο και το ονόμασε Santé, γαλλική παραλλαγή της λέξης sanitas, που στα λατινικά σημαίνει υγεία – ισχυρισμός μάλλον ανυπόστατος καθώς περιείχε 0,7 mg νικοτίνη και 18mg πίσσα. Βέβαια, την εποχή του μεσοπολέμου το κάπνισμα όχι μόνο δεν αποτελούσε επιβλαβή συνήθεια, αλλά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ακόμα και των γιατρών, ήταν ευεργετικό για την υγεία.
Τα γραφεία της εταιρείας Κωνσταντίνου ήταν στην οδό Λυκούργου αλλά τα τσιγάρα παρασκευάζονταν στο δημόσιο καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν. Όπως ανέγραφε στο  πακέτο, η εταιρεία κατείχε «Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας αρ. 2373» και «Πιστοποιητικόν Χημείου Εθνικού Πανεπιστημίου ότι περιέχει ελάσσονα νικοτίνην αρ.2373».
 Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποίησε το «υγιεινό τσιγάρο» από άλλα τσιγάρα της εποχής ήταν η συσκευασία, καθώς απεικόνιζε τη μορφή μιας αινιγματικής γυναίκας που καπνίζει. Η εταιρεία ανέθεσε σε ζωγράφο να στολίσει το πακέτο με το πρόσωπο μιας όμορφης γυναίκας που καπνίζει - ανέκαθεν η δημιουργία μυστηρίου ήταν ένα από τα όπλα του μάρκετινγκ.
Η μυστηριώδης ξανθιά γυναίκα τράβηξε αμέσως την προσοχή του κοινού, που αναρωτιόνταν αν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ορισμένοι διατείνονταν ότι ήταν η αγαπημένη του ζωγράφου, άλλοι ότι ήταν γνωστή Αθηναία της εποχής, μέχρι που αποκαλύφθηκε ποια ήταν η όμορφη γυναίκα που κοσμούσε την κατακόκκινη κασετίνα.
Ήταν η Ζωζώ Νταλμάς, διάσημη ηθοποιός, τραγουδίστρια της όπερας και χορεύτρια. Ήταν όμορφη, ατίθαση, τολμηρή και απρόβλεπτη. Πάνω από όλα ήταν μια αινιγματική γυναίκα, μια γυναίκα-σκάνδαλο (σε σημείο να χαρακτηριστεί και ως κατάσκοπος), καθώς έζησε έναν θυελλώδη έρωτα με τον Κεμάλ Ατατούρκ – η Νταλμάς πέθανε λησμονημένη από τους πάντες το 1988 σε γηροκομείο της Αθήνας.
Τα Sante θα γνωρίσουν στιγμές δόξας στην μεταπολεμική Ελλάδα. Μάλιστα, ακολουθώντας τις επιταγές του μάρκετινγκ και της «τοποθέτησης προϊόντος», εμφανίστηκαν στα χέρια διάσημων πρωταγωνιστών του ελληνικού κινηματογράφου.
Στα τέλη του 1990 η εταιρεία Κωνσταντίνου εξαγοράστηκε από την Παπαστράτος, που κυκλοφόρησε το Santé φίλτρο κασετίνα. Το 2003, η παραγωγή του τσιγάρου πέρασε στην Philip Morris, που εξαγόρασε τον Παπαστράτο (η τρίτη γενιά της εταιρείας αποδείχθηκε ανίκανη να την οδηγήσει σε ασφαλή μονοπάτια και απλώς την πούλησε), η οποία απλώς το μετονόμασε από Santé σε Zante, για να μην παραπέμπει στην λατινική εκδοχή της λέξης «υγεία».

Απευθυνόμενο σε μία όλο και πιο μειούμενη πελατειακή βάση, το Zante είχε ανάγκη από μία πιο φρέσκια εικόνα (όπως αλλαγή συσκευασίας), μια επανατοποθέτηση, που δεν ήρθε ποτέ, προκειμένου να παραμείνει βιώσιμο. Έχοντας μπει οριστικά στην φάση της παρακμής (φάση κατά την οποία πωλήσεις και κέρδη συρρικνώνονται), η αμερικάνικη πολυεθνική έκρινε, με βάση την ψυχρή λογική, ότι το μακροβιότερο ελληνικό τσιγάρο-θρύλος δεν είχε καμία θέση στην προϊόντική της γκάμα.




Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Επιχειρήσεις που ξεκίνησαν ταπεινά, μέσα σε ένα γκαράζ


Barbie. Η Πρώτη Ενήλικη Κούκλα
Το 1935, η 19χρονη Ρουθ Χάντλερ μετέβη στο Χόλιγουντ για να σπουδάσει βιοµηχανικό σχέδιο, όπου παντρεύτηκε τον συµµαθητή της, Έλιοτ Χάντλερ. Το ζευγάρι έστησε ένα ολόκληρο εργαστήριο παραγωγής ειδών δώρου µέσα στο γκαράζ του σπιτιού τους στη νότια Καλιφόρνια, που µοιράζονταν µε τον γείτονά τους, ο οποίος όµως έπεισε τον ιδιοκτήτη να τους διώξει επικαλούµενος το θόρυβο που έκαναν.
Καθώς οι Χάντλερ έψαχναν άλλο γκαράζ, συνάντησαν τον Ματ Μάτσον, παλιό φίλο και συµµαθητή του Έλιοτ, ο οποίος κατασκεύαζε κορνίζες στο γκαράζ του. Οι τρεις µαζί ίδρυσαν το 1945 τη Mattel (από τα αρχικά των ονοµάτων των δύο φίλων), µία βιοτεχνία που αρχικά κατασκεύαζε κορνίζες και αργότερα µινιατούρες, έπιπλα και παιχνίδια για παιδικές κούκλες.
Το 1947, η Mattel έβγαλε το πρώτο της παιχνίδι, µια χαβανέζικη κιθάρα, όµως έκανε το λάθος να την παρουσιάσει στην αγορά δύο µήνες πριν από το µεγάλο φεστιβάλ παιχνιδιού στη Νέα Υόρκη, µε αποτέλεσµα να αντιγραφεί µε ευκολία από τους ανταγωνιστές. Τα επόµενα χρόνια, οι Χάντλερ, µαθαίνοντας από τα λάθη τους, έβγαζαν τα παιχνίδια για πρώτη φορά στο φεστιβάλ και ταυτόχρονα τα κατοχύρωναν, ώστε να µην µπορούν να αντιγραφούν.
Το 1956, σε ένα ταξίδι στην Ευρώπη, η Χάντλερ και η 15χρονη κόρη της, Μπάρμπαρα, εντυπωσιάστηκαν από µια ευμεγέθη κούκλα 30 εκατοστών, τη Λίλι, που είδαν στη βιτρίνα ενός καταστήματος, η οποία αναπαρίστανε την ηρωίδα ενός δηµοφιλούς, την εποχή εκείνη, γερµανικού κόµικ. Η Λίλι είχε καµπύλες και ψηλά τακούνια και έβγαζε τα «προς το ζην» κάνοντας το αρχαιότερο επάγγελµα του κόσµου, κάτι που η Χάντλερ δεν είχε αντιληφθεί τότε. Έβαλε, λοιπόν, τρεις Λίλι στις αποσκευές της και όταν γύρισε πίσω άρχισε να σχεδιάζει µία ανάλογων διαστάσεων κουκλίτσα.
Η ιδέα τής είχε έρθει όταν πρόσεξε την κόρη της και τις φίλες της να παίζουν µε µεγάλες χάρτινες κούκλες που έκοβαν από εφηµερίδες και βιβλία και να διασκεδάζουν δίνοντάς τους ρόλους ενήλικων γυναικών. Αποφάσισε λοιπόν να την ονοµάσει Barbie (χαϊδευτικό της κόρης της) και βάλθηκε να πείσει τον σύζυγό της (ο Μάτσον είχε ήδη εγκαταλείψει, διαφωνώντας µε την εστίαση της εταιρείας στα παιχνίδια) να κατασκευάσει κουκλίτσες Barbie, οι οποίες είχαν ένα διακριτικό χαρακτηριστικό αφού αναπαρίσταναν µία έφηβη µε στήθος, ντυµένη µε ρουχαλάκια της µόδας αλλά πάντως όχι προκλητικά.
Η ιδέα δεν ενθουσίασε τον ανδρικό πληθυσµό της Mattel, που πίστευε ότι τα κοριτσάκια ήθελαν να παίζουν µε κούκλες-µωρά. Τα κοριτσάκια, της έλεγαν, παίζουν µε κούκλες-µωρά επειδή θέλουν να αναπαριστούν τις µαµάδες τους. Ένα ακόµη εµπόδιο για τη Χάντλερ προέκυψε µε τη σχεδίαση και παραγωγή των µικροσκοπικών ρούχων της κούκλας, τα οποία η ίδια επέµεινε να πωληθούν ξεχωριστά. Τελικά, µία ιαπωνική εταιρεία ανέλαβε την παραγωγή για 20 διαφορετικά συνολάκια (σήµερα, οι σχεδιαστές της εταιρείας ράβουν κάθε χρόνο τουλάχιστον 100 διαφορετικά κοµµάτια).
Ανήσυχο πνεύμα, μολονότι ήταν πεπεισμένη ότι τα κοριτσάκια θα λατρέψουν την κούκλα, διατηρούσε αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρούσαν οι γονείς τους. Ανέθεσε, λοιπόν, σε μία ψυχολόγο να παρατηρήσει επί έξι μήνες 23 πατεράδες, 45 μαμάδες και 357 παιδιά, η οποία συμπέρανε ότι οι μαμάδες θα ζήλευαν την κούκλα με τις θεϊκές αναλογίες (σύμφωνα με έρευνες, µόνο ένα στα 100.000 κοριτσάκια έχει πιθανότητες να τις αποκτήσει) και θα την απέρριπταν. Πρότεινε, μάλιστα, τη χρησιμοποίηση της τηλεόρασης ως διαφημιστικού μέσου, με σλόγκαν «κάποια μέρα θα γίνω ακριβώς σαν και σένα», προκειμένου να τις «καθησυχάσει»
Η Χάντλερ επέµεινε µέχρι τέλους και έτσι το 1959 εισήχθησαν από την Ιαπωνία ένα εκατοµµύριο κούκλες. Η ίδια ήταν αρκετά αισιόδοξη, έχοντας ως στόχο να πουλήσει την εβδοµάδα του φεστιβάλ 20.000 κούκλες και δύο εκατοµµύρια ρουχαλάκια. Η ανταπόκριση όµως δεν ήταν η αναµενόµενη, απογοητεύοντας τη δηµιουργό της. Όμως, δεν είχε συνυπολογίσει μία παράμετρο: τη δύναμη του παιδιού.
Όταν λοιπόν η Barbie προβλήθηκε στην τηλεόραση, προκάλεσε φρενίτιδα στα κοριτσάκια, τα οποία έσπευσαν στα καταστήµατα µε τις µαµάδες τους για να την προµηθευτούν. Η τιμή της ήταν προσιτή καθώς κόστιζε μόλις τρία δολάρια, ήταν όμως τα έξτρα ρουχαλάκια τα οποία –στην «αλμυρή» τιμή των 1-3 δολαρίων- αποδείχθηκαν «χρυσωρυχείο», όπως ακριβώς είχε προβλέψει η δημιουργός της, που θεωρούσε ότι η αλλαγή των ρούχων της κούκλας θα προσέδιδε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση στα κοριτσάκια. Τη χρονιά εκείνη πουλήθηκαν 350.000 κούκλες, ενώ την εποµένη η Mattel µπήκε στη Wall Street και κατευθείαν στον κατάλογο των 500 µεγαλύτερων επιχειρήσεων του περιοδικού Fortune.
Έκτοτε έχουν πωληθεί περισσότερες από ένα δισεκατοµµύριο Barbie, οι περισσότερες κατασκευασµένες στην Κίνα και σε άλλες χώρες της Άπω Ανατολής, ενώ ο ετήσιος τζίρος της Mattel φθάνει τα 2 δισ. δολάρια. Σήµερα, πωλούνται σε 150 χώρες δύο κούκλες ανά δευτερόλεπτο, ενώ έχει υπολογιστεί ότι αν όλες οι κούκλες απλώνονταν σε µία σειρά, θα περικύκλωναν τη Γη τρεισήµισι φορές.
Κάθε κοριτσάκι στις ΗΠΑ, ηλικίας 3-11 ετών, έχει στην κατοχή του 10 Barbie ή κούκλες άλλων µελών της «οικογένειας», καθώς εδώ και χρόνια απέκτησε έναν καλό φίλο, τον Κεν (το όνοµα του γιου της Χάντλερ – αντίθετα με την Barbie, θεωρείται πιο «ανθρώπινος», αφού τις αναλογίες του έχει ένας στους 50 άνδρες), καθώς και άλλους φίλους και φίλες που φέρουν τα ονόµατα των εγγονιών της εφευρέτριας.
Τα επόμενα χρόνια, η Χάντλερ, που εξωθήθηκε σε παραίτηση µαζί µε το σύζυγό της από τη Mattel στη δεκαετία του ’70, επιβίωσε μιας μαστεκτομής (αντιλαμβανόμενη πόσο κακής ποιότητας ήταν τα προσθετικά στήθους, δημιούργησε δική της εταιρεία, καταφέρνοντας μάλιστα να διαθέσει ένα εκατομμύριο τεμάχια στην αγορά) και μιας δικαστικής περιπέτειας, όπου κατηγορήθηκε για λογιστικές παρατυπίες (καταδικάστηκε σε 41 έτη φυλάκισης, όμως απέφυγε τα χειρότερα πληρώνοντας 57 χιλιάδες δολάρια και παρέχοντας 500 ώρες κοινοφελούς εργασίας).
Η Ρουθ Χάντλερ απεβίωσε το 2002 σε ηλικία 85 ετών, το όνειρό της όμως εξακολουθεί να παραµένει ζωντανό, αφού η Barbie, που από το 2004 ακολουθεί σόλο καριέρα καθώς «χώρισε» από τον Κεν, συνεχίζει να πουλάει (αν και τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί αισθητή κάµψη), αρνούµενη πεισµατικά να ολοκληρώσει τον κύκλο της και να ξεχαστεί όπως τόσα άλλα παιχνίδια που κάποτε κέντριζαν τη φαντασία των παιδιών.


Πηγή: «Γνωστά Ονόματα, Άγνωστες Ιστορίες 1» (Εκδ. Σταμούλης)