Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Η ιστορία του ζαχαροπλαστείου Zonar's

Νικητής, λένε, είναι αυτός που θα πέσει επτά φορές και θα σηκωθεί οκτώ. Αυτή η ρήση ταιριάζει απόλυτα στον Καλλικλή Ζωναρά, ιδρυτή του Zonars, ενός ανθρώπου με αστείρευτες δυνάμεις που κατάφερνε πάντα να στέκεται όρθιος και να υπερπηδάει τα εμπόδια που εμφανιζόταν στο διάβα του.

Ο Καλλικλής Ζωναράς γεννήθηκε το 1873 στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης. Πρωτότοκος γιος παντοπώλη, προερχόταν από πολυμελή οικογένεια με άλλους τέσσερις αδελφούς και δύο αδελφές. Φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στην Πόλη. Μόλις αποφοίτησε, πήγε στο Βουκουρέστι να εργαστεί σε έναν θείο του. Σε ηλικία 27 ετών, φεύγει μετανάστης στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Οχάιο, όπου είχε γνωστούς.

Εκεί εργάζεται ως υπάλληλος σε ελληνικό ζαχαροπλαστείο και σύντομα θα μυηθεί στα μυστικά της σοκολάτας. Αλλάζει το όνομά του σε Charles Zonars (Κάρολος Ζόναρς), που ήταν πιο ευκολοπρόφερτο για τους Αμερικανούς, και μέσα σε έξι μήνες ανοίγει το δικό του κατάστημα. Η επιχείρησή του ευημερεί. Μέχρι το 1908 έχει ανοίξει άλλα δύο μαγαζιά, με αποτέλεσμα να μετακομίσει ολόκληρη η οικογένεια στο Οχάιο μαζί με τους γονείς.

Οι καλές μέρες θα κρατήσουν μέχρι το 1912, όταν  μια τρομερή πλημμύρα πλήττει ολόκληρη την πόλη, με αποτέλεσμα τα μαγαζιά του Ζωναρά να καταστραφούν ολοσχερώς. Αισιόδοξη φύση, ο έλληνας μετανάστης δεν θα το βάλει κάτω. Βρήκε ένα αυτοκίνητο και επισκέφθηκε γειτονικές πόλεις και χωριά, όπου κλείνει συμφωνίες με ζαχαροπλαστεία για να τον προμηθεύουν καθημερινά γλυκά και παγωτά. Κατόπιν τούτου,  τοποθετεί μια ταμπέλα έξω από τα καταστήματά του: «Cheer Up. The worse is yet to come. Zonars has got ice cream!» (Μη χάνετε το κέφι σας. Τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Ο Ζόναρς έχει παγωτό!).

Ήταν μία κίνηση-ματ. Μέσα σε ένα μόλις μήνα ο Ζωναράς ανοίγει εκ νέου όλα τα μαγαζιά του. Για ένα χρόνο αποσύρεται από την ενεργό δράση και κάνει το όνειρό του πραγματικότητα: κάνει τον γύρο του κόσμου ως ένας σύγχρονος Φιλέας Φογκ. Γεμάτος εμπειρίες, επιστρέφει το 1920 στην μητέρα πατρίδα, όπου δημιουργεί ένα εργοστάσιο κυτιοποιίας με αμερικάνικα μηχανήματα, μία ενασχόληση που αποδεικνύεται θνησιγενής.

Από την Ελλάδα δεν θα φύγει ξανά. Εύπορος πια, με τις επιχειρήσεις στην Αμερική να ευημερούν, νυμφεύεται μία Αθηναία καλλονή και για χάρη της αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα. Ωστόσο, έρχεται το Κραχ του ’29 και ισοπεδώνει τα πάντα, μαζί και τις επιχειρήσεις του πολυμήχανου Ελληνα.

Για μία ακόμη φορά, ο Ζωναράς θα ξεκινήσει από το μηδέν. Ιδρύει μια βιοτεχνία με σοκολατάκια σε έναν μικροσκοπικό χώρο στη Λιοσίων, όπου τα συσκευάζει σε ωραία κουτιά και τα παραδίδει σε άλλα καταστήματα με την επωνυμία «Zonar’s». Στη συνέχεια ανοίγει ένα μικρό κατάστημα απέναντι από το σημερινό, το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία - τότε λάνσαρε για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά  το παγωτό Σικάγο.

Οταν ξεκίνησε να χτίζεται το Μετοχικό Ταμείο Στρατού, ο πολυμήχανος επιχειρηματίας διέγνωσε μία απειλή, καθώς αν άνοιγε ζαχαροπλαστείο στο ισόγειο, θα του έπαιρνε όλη την πελατεία. Χάρη στην οξυδέρκειά του, θα καταφέρει να μετατρέψει την απειλή σε ευκαιρία, καθώς σπεύδοντας πρώτα αυτός να το ενοικιάσει, πληρώνοντας όσο όσο και εξουδετερώνοντας τον Φλώκα, που καραδοκούσε.
Οραματίζεται τη δημιουργία ενός χώρου εστίασης, που εφάμιλλό του δεν θα υπάρχει στην πόλη. Επιστρατεύει τους καλύτερους μάστορες και αρχιτέκτονες, τους οποίους επιβλέπει στενά. Φέρνει, επίσης, τις πιο δεξιοτέχνες κεντήστρες για να του φτιάξουν τα λινά τραπεζομάντιλα.

Τον Αύγουστο του ’40, στον απόηχο του βομβαρδισμού της «Έλλης», γίνονται τα επίσημα εγκαίνια,  με πολλούς επισήμους να δίνουν το παρών. Στην ταραχώδη περίοδο που ακολουθεί θα καταφέρει να το κρατήσει ανοικτό μέχρι και τον Απρίλιο του 1941. Τότε, οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα και το επιτάσσουν.

Εμφανίζονται μάλιστα μπροστά στον Ζωναρά δύο παλιά γκαρσόνια με στολή ναζί, κατάσκοποι που ανήκαν στην Πέμπτη Φάλαγγα και είχαν εργαστεί στο μαγαζί για να συγκεντρώνουν πληροφορίες από τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους αλλά και τους Βρετανούς που σύχναζαν εκεί.

Η οικογένεια Ζωναρά θα επιβιώσει χάρη  στο παρακείμενοι μικρό κατάστημα, που συνέχισε να φτιάχνει σοκολατάκια. Ελλείψει πρώτων υλών και συγκεκριμένα ζάχαρης, ο εφευρετικός Ζωναράς χρησιμοποιεί μέλι, σταφίδες, ξηρούς καρπούς, ακόμη και κρέμα φουντουκιού.

Μετά τους Γερμανούς, το κατάστημα επέταξαν οι Βρετανοί, για να καταλήξει ξανά στην οικογένεια Ζωναρά το 1950. Με μια μικρή αποζημίωση  και ένα δάνειο ο Ζωναράς το ανακαινίζει και το λειτουργεί εκ νέου. Κάπου εδώ ξεκινάει η χρυσή εποχή του ζαχαροπλαστείου, καθώς αποτελεί το αγαπημένο στέκι πολιτικών, διανοούμενων, ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, όπως του Οδυσσέα Ελύτη, του Νίκου Γκάτσου, του Μάνου Χατζιδάκι, της Μελίνας Μερκούρη, της Σοφίας Λόρεν, του Άντονι Κουίν και πολλών άλλων.

Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, ο Ζωναράς είναι κάθε μέρα εκεί, χωρίς να ξεκουράζεται ή να πλήττει, έχοντας  πλήρη εποπτεία των πάντων. Μάλιστα, ένα μέρος των εσόδων το διοχετεύει σε κοινωφελείς δράσεις και συγκεκριμένα στην ανέγερση σχολείων στην Πελοπόννησο, που είχαν τότε χτυπηθεί από τον εγκέλαδο.



Το 1968, χρονιά του θανάτου του, ο Κάρολος Ζωναράς, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι κανένα από τα δύο παιδιά του δεν επιθυμεί να συνεχίσει την επιχείρηση, πήρε την απόφαση να την πουλήσει στους επιχειρηματίες που είχαν τον «Διόνυσο». Το μαγαζί άλλαξε χέρια το 2000, κατέβασε ρολά για ένα διάστημα, και το 2016 άνοιξε ξανά, μεταμορφωμένο από τον Χρύσανθο Πανά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου