Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Εστιατόριο απειλεί με μήνυση Βρετανίδα γιατί έκανε αρνητική κριτική στο TripAdvisor…

Η επιστολή που παρέλαβε η 44χρονη Βρετανίδα Σάρα Γκάρντνερ έκρυβε μία δυσάρεστη έκπληξη, καθώς προερχόταν από δικηγορικό γραφείο, το οποίο την προειδοποιούσε ότι ο πελάτης του, το εστιατόριο High Rocks στο Κεντ της Μεγάλης Βρετανίας, προτίθεται να υποβάλει μήνυση εναντίον της για συκοφαντική δυσφήμηση. Ο λόγος; Μία αρνητική κριτική της πριν από λίγο καιρό στο TripAdvisor η οποία -σύμφωνα με το εστιατόριο- ήταν ψευδής.

Η Γκάρντνερ είχε δώσει ένα μόλις αστέρι στο εστιατόριο, καθώς, όπως ισχυρίστηκε, το προσωπικό ήταν αγενές και το φαγητό μέτριο. Λίγες μέρες μετά, ένα δικηγορικό γραφείο επικοινώνησε μαζί της γραπτώς, ενημερώνοντάς την ότι: «Το υλικό που δημοσιεύσατε για τον πελάτη μας στο TripAdvisor είναι δυσφημιστικό και, επομένως, παράνομο». Οπως ανέφερε η επιστολή, «προκάλεσε οικονομική ζημιά ύψους 10 χιλιάδων λιρών (!!!) στο εστιατόριο».
Μάλιστα το εστιατόριο, που λειτουργεί και ως χώρος εκδηλώσεων, αμφισβήτησε το όλο συμβάν, ισχυριζόμενο ότι η πελάτισσα ήταν εξαιρετικά επιθετική στο τηλέφωνο προς το προσωπικό όταν το τελευταίο της αρνήθηκε να προχωρήσει σε κράτηση.

Η απειλή μπορεί να τρομοκράτησε την 44χρονη νοσηλεύτρια, η οποία ωστόσο δεν είναι διατεθειμένη να αναιρέσει τα όσα έγραψε. «Δημοσίευσα μια ειλικρινή κριτική. Ο πελάτης σας θα μπορούσε να απαντήσει, παρουσιάζοντας την δική του εκδοχή. Αντίθετα αυτός επέλεξε να ρίξει λάδι στη φωτιά, υποβάλλοντας μήνυση», έγραψε η γυναίκα.

Πάντως, η Gardner δεν είναι η πρώτη πελάτισσα, που έλαβε προειδοποιητική επιστολή, για την αρνητική της κριτική στο εστιατόριο High Rocks. Πριν από λίγο καιρό μία μαμά με το παιδί της, είχε την ίδια τύχη, όταν «τόλμησε» να γράψει αρνητικό σχόλιο. Τότε ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, Τζουζέπε Καπελάτσι, ανέτρεξε στις κάμερες και, όπως ισχυρίστηκε, η πελάτισσα εμφανιζόταν να απολαμβάνει το γεύμα της.

Στην απάντηση του ο Καπελάτσι αμφισβητεί την αυθεντικότητα των αρνητικών κριτικών τονίζοντας ότι η επιχείρησή του έχει πολύ περισσότερες θετικές κριτικές από αρνητικές, στο TripAdvisor (με βαθμολογία 4,5), στο Google Reviews και στο Facebook, όπου μετράει 92 πεντάστερες κριτικές.
Φαίνεται πάντως ότι ο κύριος Καπελάτσι έσκαψε μόνος του τον λάκκο του, καθώς τον τελευταίο καιρό η σελίδα του στο Facebook βρίθει από κριτικές με ένα αστέρι, κυρίως από χρήστες που αποδοκιμάζουν την ενέργειά του να κινηθεί νομικά. Ενας χρήστης μάλιστα έγραψε: «Η απόλυτη ντροπή, ένας ιδιοκτήτης και οι δικηγόροι του να κυνηγούν μία νοσοκόμα».

Ισως ο κύριος Καστελάτσι αντιληφθεί ότι η ζημιά που έπαθε από την αρνητική δημοσιότητα, απόρροια της επιθετικής του στάσης (η βαθμολογία του στο Facebook έχει κατρακυλήσει στο 2,3 με 123 κριτικές πέντε αστέρων έναντι 307 με ένα μόνο αστέρι) είναι σαφώς μεγαλύτερη από μία κριτική με ένα μόνο αστέρι…

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Τι σημαίνουν τα αρχικά LG;

Σε αντίθεση με αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι, τα αρχικά της νοτιοκορεάτικης εταιρείας LG, δεν σημαίνουν Life's is Good, αλλά Lucky Goldstar (τυχερό χρυσό αστέρι).

Η εταιρεία γεννήθηκε ως Goldstar το 1958 με αντικείμενο την παραγωγή ραδιοφώνων και το 1995, μετά από μία σειρά εξαγωγών και συγχωνεύσεων, μετονομάστηκε σε LG Elecronics.

Το λογότυπο της LG, πέρα από το σλόγκαν Life's Good, εμπεριέχει τα αρχικά μέσα σε έναν κύκλο, που συμβολίζει τον κόσμο, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζει με ανθρώπινο χαμόγελο. 

Γιατί η Domino's εγκατέλειψε την πολιτική παράδοσης πίτσας εντός μισής ώρας

Το 1979 η Domino's Pizza είχε μόλις βρει πώς θα διαφοροποιηθεί από τον ανταγωνισμό. Τη χρονιά εκείνη εγκαινίασε την πολιτική “30 minutes or it’s free”, την υπόσχεση δηλαδή παράδοσης της πίτσας μέσα σε μόλις 30 λεπτά, αλλιώς ο πελάτης δεν θα πλήρωνε τίποτα.

Πράγματι η εν λόγω ενέργεια διεύρυνε το μερίδιο αγοράς της Domino's, καθώς οι καταναλωτές ήταν κερδισμένοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: θα απολάμβαναν ζεστή πίτσα σε λίγα μόλις λεπτά από την παραγγελία ή λιγότερο ζεστή πίτσα δωρεάν.

Ωστόσο η εγγύηση αυτή έμελλε να βαφτεί με αίμα καθώς στα 14 χρόνια που παρέμεινε σε ισχύ καταγράφηκαν δεκάδες ατυχήματα, αρκετά θανατηφόρα (σύμφωνα με μία εκδοχή το επάγγελμα του "ντελιβερά" της Domino's ήταν πιο επικίνδυνο από αυτό ενός εργάτη σε οικοδομή ή ορυχείο), καθώς οι οδηγοί έτρεχαν με υπερβολική ταχύτητα και συχνά παραβίαζαν κόκκινους σηματοδότες για να παραδώσουν την πίτσα μέσα στο 30λεπτο.

Υπό το βάρος της αρνητικής δημοσιότητας και δύο μηνύσεων, το 1993 ο ίδιος ο ιδρυτής της Domino's ανακοίνωσε την παύση της συγκεκριμένης προσφοράς, ισχυριζόμενος ωστόσο ότι δεν ζητήθηκε ποτέ από τα παιδιά που έκαναν παραδόσεις να είναι απρόσεκτα στο δρόμο.


Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Πώς ένα χωριό με 79 κατοίκους μπήκε στον τουριστικό χάρτη χάρη στο Facebook

Το μικροσκοπικό ελβετικό χωριό Ομπερμούτεν των μόλις 79 κατοίκων αποτελεί μία εξαιρετική (και βραβευμένη) μελέτη περίπτωσης για το πώς ένας προορισμός μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δη το Facebook.

Πριν από λίγα χρόνια λοιπόν σε μια προσπάθεια να τονώσουν το τουριστικό ρεύμα προς τα μέρη τους χωρίς να χρειαστεί όμως να δεσμεύσουν υπέρογκα κεφάλαια, οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού απευθύνθηκαν στο πιο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης: το Facebook. Στόχος τους ήταν να αυξήσουν το κοινό τους, κάτι το οποίο, συνδυάζοντας το παραδοσιακό μάρκετινγκ με το σύγχρονο, κατάφεραν και με το παραπάνω.

Μέσα σε λίγους μόλις μήνες το άγνωστο μέχρι τότε χωριό δημιούργησε λογαριασμό στο Facebook και κατάφερε να αποκτήσει περισσότερα likes  από άλλους πιο δημοφιλείς προορισμούς όπως το Σεν Μόριτζ, το Ελσίνκι και τη Φλωρεντία. Για ένα διάστημα μάλιστα ήταν η πιο ενεργή σελίδα στο Facebook συγκριτικά με οποιονδήποτε άλλον ελβετικό λογαριασμό.

Η καμπάνια υπήρξε ιδιαίτερα απλή και με έντονο το προσωπικό στοιχείο: υποσχέθηκαν σε όποιον έκανε like στη σελίδα του χωριού στο Facebook να εκτυπώσουν την φωτογραφία του και να την καρφιτσώσουν στον πίνακα ανακοινώσεων, στο κέντρο της πόλης. Μάλιστα ο δήμαρχος του χωριού εμφανίστηκε σε βίντεο να καρφιτσώνει τις πρώτες 10 φωτογραφίες από ισάριθμα likes.

Η ανταπόκριση ήταν τόσο μεγάλη που ξεπέρασε και τα πιο τρελά όνειρα των λιγοστών κατοίκων του ελβετικού χωριού. Αυτοί κράτησαν την υπόσχεσή τους και, όταν ο πίνακας ανακοινώσεων γέμισε με φωτογραφίες, αυτοί συνέχισαν να καρφιτσώνουν. Σύντομα όλοι σχεδόν οι τοίχοι του χωριού καλύφθηκαν με φωτογραφίες και η όλη καμπάνια είχε ήδη γίνει viral.
Τα οφέλη για το χωριό από αυτή την ιδιότυπη καμπάνια στο Facebook υπήρξαν πολλαπλά: όχι μόνο κατάφερε να προσελκύσει έναν μεγάλο αριθμό τουριστών, αλλά η εν λόγω καμπάνια προσέλκυσε το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου, ηλεκτρονικού και μη. Δεν είναι τυχαίο ότι με τη σελίδα αλληλεπίδρασαν η Lady Gaga, o Justin Bieber καθώς και η Coca-Cola, ενώ υπολογίστηκε ότι υπήρξαν σχετικές αναφορές σε 20 διαφορετικές χώρες.


Ποσοτικοποιώντας τα μεγέθη, τα νούμερα που προκύπτουν είναι άκρως αποκαλυπτικά. Το Ομπερμούτεν ξόδεψε μόλις 8.300 ευρώ και, χάρη στην καινοτόμα καμπάνια, εισέπραξε δύο εκατομμύρια ευρώ, απόρροια του αυξημένου τουριστικού ρεύματος και της προσοχής από τον Τύπο. Σήμερα η σελίδα του στο Facebook φθάνει τους 40.000 φίλους, από όλο σχεδόν τον κόσμο.
Αρκετά καλά για ένα χωριουδάκι με 79 κατοίκους…

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πώς ένα μήλο δίχασε την Apple και τους Beatles...

Τι διαφορά έχει ένα μισοδαγκωμένο μήλο από ένα ολόκληρο; Αν μιλάμε για τη γνωστή Apple, καμία. Το ολόκληρο μήλο, το trademark που έντυσε τη μουσική των Beatles, μέσω της δισκογραφικής που οι ίδιοι έστησαν, είναι πια κατοχυρωμένο σήμα κατατεθέν για τον κολοσσό των υπολογιστών και των gadgets.

Το 1978 ο George Harrison είδε μια διαφήμιση της νεοσύστατης τότε Apple Computers και θεώρησε πως η εταιρεία του Steve Jobs προσπαθούσε να κλέψει λίγη από τη λάμψη των Beatles. Οι δικηγόροι του συγκροτήματος κινήθηκαν νομικά και, τρία χρόνια αργότερα, η Apple έφτασε σε συμβιβασμό που ήθελε την εταιρεία πληροφορικής να πληρώνει 80.000 δολάρια στην δισκογραφική και να υπογράφει ένα συμβόλαιο ότι δεν θα έμπαινε ποτέ στη μουσική βιομηχανία.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε χρόνια από τον συμβιβασμό, όταν το MIDI και η δυνατότητα ηχογράφησης ήχου του Apple IIGS ξαναέστειλε τους δικηγόρους των Beatles στην Καλιφόρνια. Η Αpple Computers αναγκάστηκε να σταματήσει την εξέλιξη του μουσικού hardware στους υπολογιστές της, κάτι που ήταν τεράστιο πλήγμα για την εταιρεία εκείνον τον καιρό.
Το 1991 η Apple ονόμασε έναν από τους ήχους της επόμενης σειράς Macintosh με τον ευρηματικό τίτλο sosumi (so, sue me!). Και αυτό έγινε. Η Apple Corps τους ξανάστειλε στα δικαστήρια για το ελάχιστο αυτό ίχνος μουσικής και ο λογαριασμός έφτασε στα 26,5 εκατ. δολάρια…

Τα λεφτά του προστίμου ήταν αρκετά για να οδηγήσουν σε μια ανακωχή για πάνω από δέκα χρόνια, αλλά το 2003 ήταν αδύνατον για τους δικηγόρους των Beatles να μην αντιδράσουν στο iTunes Music Store. H δίκη ξεκίνησε το 2006 και ανέδειξε νικητή τον Steve Jobs. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια σχεδόν εποχή η Apple, σε μία άλλη δικαστική διαμάχη, πλήρωσε 100 εκατ. δολάρια, ως αποζημίωση για παραβίαση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, στην ινδονησιακή εταιρεία Creative Technology, που είχε εφεύρει μια άκομψη συσκευή ψηφιακής μουσικής.
Η δισκογραφική κατέθεσε έφεση και πλήρωσε τρία εκατ. δολάρια για τα δικαστικά έξοδα. Ένα χρόνο αργότερα, οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν ότι τα βρήκαν εξωδικαστικά και ότι το θέμα έληξε. Ο μακαρίτης ο Steve Jobs μάλιστα σχολίασε: «Λατρεύουμε τους Beatles και ήταν οδυνηρό να βρισκόμαστε σε κόντρα μαζί τους για όλα αυτά τα trademarks. Είναι υπέροχο που το λύσαμε με θετική διάθεση και με ένα τρόπο που εξαλείφει την πιθανότητα άλλων διαφωνιών στο μέλλον».


Πηγή: απόσπασμα από άρθρο στο www.jumpingfish.gr

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Διαφήμιση των McDonald's αποσύρεται γιατί ξυπνάει δυσάρεστες μνήμες...

Στο διαφημιστικό διάρκειας 90 δευτερολέπτων της McDonalds ένας νεαρός προσπαθεί να μάθει πληροφορίες για τον πατέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ.

Το αγόρι λοιπόν ρωτάει την μητέρα του μια σειρά από ερωτήσεις σχετικά με τον μακαρίτη πατέρα του, οι απαντήσεις ωστόσο που παίρνει δείχνουν ότι ελάχιστα κοινά έχει μαζί του. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που θα κάτσουν σε ένα κατάστημα των McDonalds και ο μικρός θα παραγγείλει ένα σάντουιτς Filet-O-Fish. Τότε η μητέρα του, του λέει ότι αυτό ήταν το αγαπημένο πιάτο του πατέρα του

Το εν λόγω διαφημιστικό προκάλεσε την οργή μερίδας καταναλωτών, η οποία καυτηρίασε την επιλογή μιας αλυσίδας fast food να εκμεταλλευτεί εμπορικά τη θλίψη και τον πόνο παιδιών που έχασαν τον πατέρα τους. Αρκετές από τις κριτικές ανέφεραν την ανάκληση δυσάρεστων στιγμών σχετικά με την απώλεια της πατρικής φιγούρας.

Μπροστά σε αυτή την κατακραυγή, η McDonalds ζήτησε συγγνώμη και απέσυρε την αμφιλεγόμενη διαφήμιση.
Δείτε το βίντεο εδώ

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Αυτόματος πωλητής αυτοκινήτων…

Μέχρι τώρα μπορούσαμε να αγοράσουμε τσιπς, αναψυκτικά, προφυλακτικά και σοκολάτες από τα μηχανήματα αυτόματης πώλησης. Πλέον, στην Σιγκαπούρη μπορεί κάποιος να αγοράσει και… πολυτελή αυτοκίνητα.

Η ιδέα προέκυψε μετά από μία επίσκεψη του Γκάρι Χονκ, διευθύνοντα συμβούλου της νεοσύστατης Autobaan Motors, σε ένα κατάστημα με παιχνίδια όπου πρόσεξε μία κάθετη παρουσίαση matchbox αυτοκινήτων.

Μετά από αυτό, ο Χονκ αποφάσισε να απλοποιήσει τον τρόπο αγοράς ενός πολυτελούς αυτοκινήτου δημιουργώντας έναν γυάλινο 15όροφο πύργο από 60 αυτοκίνητα Lamborghini, Bentley και Ferrari, καθώς και ορισμένα vintage μοντέλα.

Με τον τρόπο αυτό αξιοποιείται στο έπακρον η χρήση του εκθεσιακού χώρου, που σπανίζει στις πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς ο επισκέπτης μπορεί να εκτεθεί ταυτόχρονα σε 60 αυτοκίνητα.

Με το πάτημα ενός κουμπιού ο ενδιαφερόμενος, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, μπορεί να έχει σε δύο λεπτά το αυτοκίνητο της αρεσκείας του -βλέποντας ένα σχετικό βίντεο ενώ περιμένει-, να το δοκιμάσει και εν τέλει να το αγοράσει.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

H ιστορία της Bic

Το στυλό µε µπίλια ήταν το πρώτο προϊόν που εµπορεύτηκε ο Μάρσελ Μπιχ, ένας διορατικός Γάλλος επιχειρηµατίας. Αυτό, όµως, που έκανε τη διαφορά από τα άλλα στυλό µε µπίλια ήταν ότι το δικό του ήταν το πρώτο αναλώσιµο στυλό, το πρώτο µε ηµεροµηνία λήξεως. Με αφετηρία το στυλό, ο Μπιχ θα δηµιουργούσε ένα κολοσσό, που στις µέρες µας πουλάει µερικά εκατοµµύρια διαφορετικά προϊόντα ηµερησίως…

Ο Μαρσέλ Μπιχ, δηµιουργός µιας ολόκληρης κουλτούρας που πρέσβευε το «χρησιµοποίησέ το και αργότερα πέταξέ το», γεννήθηκε στην Ιταλία από Γάλλους γονείς και ξεκίνησε την καριέρα του στο Παρίσι πουλώντας φακούς από πόρτα σε πόρτα. Η πρώτη του επαφή µε το στυλό µε την µπίλια ήταν όταν παρατήρησε τους Αµερικάνους στρατιώτες που το χρησιµοποιούσαν κατά τη διάρκεια του πολέµου.

Το 1945, ο Μπιχ και ο φίλος του, Εντουάρ Μπιφάρ, ίδρυσαν την εταιρεία Bic, όταν αγόρασαν σε τιµή ευκαιρίας ένα παλιό εγκαταλελλειμένο εργοστάσιο λίγο έξω από το Παρίσι, όπου κατασκεύαζαν εξαρτήματα για μηχανικά μολύβια και πένες ενώ ξαναγέµιζαν µε µελάνι τα στυλό διαρκείας, που µόλις είχαν κάνει την εµφάνισή τους στη Γαλλία. Εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν τα µοντέλα µε µελανοδοχείο, ενώ κάποια εισαγόµενα στυλό διαρκείας θεωρούνταν ακριβά και σχετικά αναξιόπιστα.

Ο Μπιχ γνώριζε ότι αν µπορούσε να δημιουργήσει ένα στυλό φθηνό και ποιοτικό, τότε θα αποσπούσε σημαντικό µερίδιο αγοράς. Σπεύδει λοιπόν να αγοράσει τα δικαιώματα για το όργανο γραφής με την περιστρεφόμενη μπίλια από τον Ούγγρο-Αργεντινό εφευρέτη, Λάζλο Μπίρο, και αρχίζει να πειραµατίζεται µε διάφορα στυλό διαρκείας, µε σκοπό να δημιουργήσει το πρώτο αναλώσιµο στυλό που θα πετιέται όταν τελειώνει το µελάνι του (οι πένες της εποχής ξαναγέµιζαν µε µελάνι – υπολογίζεται ότι ένα Bic μπορεί να γράφει σε μια απόσταση ως και τρία χιλιόμετρα).

Τελικά, το 1950, έβγαλε το προϊόν που επρόκειτο να αλλάξει για πάντα τον τρόπο γραφής και να απαλλάξει τους µαθητές όλου του κόσµου από το βραχνά του µελανιού και της πένας· το στυλό µε µπίλια ήταν πραγµατικότητα. Το στυλό αυτό, το Cristal Bic, που δεν διέφερε σε τίποτα από το σηµερινό, διέθετε διάφανο σώμα ώστε να είναι ευδιάκριτο το επίπεδο του μελανιού, αλλά το κυριότερο ήταν ότι µπορούσε να κατασκευαστεί και να πωληθεί πολύ φθηνά.

Η δημιουργία του πολυµήχανου επιχειρηµατία είχε άµεση ανταπόκριση από το γαλλικό κοινό. Ο Μπιχ ονόµασε το νέο στυλό «Bic», θεωρώντας ότι ήταν πιο εύηχο από το «Bich», καθώς η προφορά του επωνύμου του στα αγγλικά παραπέμπει σε λέξη που δεν ταιριάζει σε ονομασία προϊόντος. Μέσα σε δύο µόλις χρόνια, το στυλό µε την µπίλια γνωρίζει αναπάντεχη επιτυχία και πουλάει 21 εκατοµµύρια τεµάχια σε όλο τον κόσµο .

Το γράψιµο είχε ήδη γίνει ταχύτερο και η εφεύρεση µε την προσιτή σε όλους τιµή έγινε σύµβολο της νέας εποχής. Η επιτυχηµένη και βραβευµένη διαφηµιστική καµπάνια που το συνόδεψε  –µε σλόγκαν «The First Time, Every Time»– απογείωσε τις πωλήσεις (στις αρχές Σεπτεμβρίου 2005 πωλήθηκε το στιλό διαρκείας νούμερο 100 δισ.) και µαζί την επιχείρηση του Μπιχ, η οποία στα επόµενα τριάντα χρόνια µεταµορφώθηκε σε ένα πολυεθνικό κολοσσό αξίας εκατοντάδων εκατοµµυρίων δολαρίων.

Το 1961, σε µια προσπάθεια να προσεγγιστούν τα παιδιά, δηµιουργήθηκε το λογότυπο µε σήµα τον µαθητή, που έχει στην πλάτη του ένα στυλό και αντί για κεφάλι µία µπίλια. Δίπλα στον µαθητή υπήρχε το όνοµα «Bic», µέσα σε ένα κόκκινο παραλληλόγραµµο µε στρογγυλεµένες γωνίες. Το λογότυπο δεν άλλαξε ποτέ, παρόλο που η εταιρεία επεκτάθηκε αργότερα και σε άλλες αγορές άσχετες µε τα στυλό (καλτσόν, γραφική ύλη, καραµέλες, εσώρουχα, αφρούς ξυρίσµατος κ.ά.).

Το 1971, ο άνθρωπος που «εκδημοκράτησε» τη γραφή, ενθαρρυµένος από την επιτυχία του στυλό, αποφάσισε να συνδέσει το όνοµά του και µε άλλα καθηµερινά και σύγχρονα αναλώσιµα είδη. Ένα χρόνο αργότερα, λάνσαρε δοκιµαστικά στη Σουηδία τον αναπτήρα Bic, τον πιο εύκολο σε χρήση που γνώρισε ποτέ ο καπνιστής: ελαφρύς, µε ελεγχόµενη φλόγα, άναβε ως και 3.000 φορές. Σύντοµα ο νέος αναπτήρας κατέκλυσε όλο τον κόσµο.

Την ίδια εποχή, η Bic ένωσε τις δυνάµεις της µε µία πρωτοπόρο ελληνική επιχείρηση κατασκευής ξυριστικών λεπίδων, τη Violex, και δηµιούργησε το πρώτο ξυραφάκι µίας χρήσεως, ίσως το πιο επαναστατικό ανδρικό αξεσουάρ της ιστορίας. Η ελληνική αγορά ήταν έτσι η πρώτη παγκοσµίως που υποδέχτηκε τα ξυραφάκια µίας χρήσεως της Bic.

Το 1976, τα ξυραφάκια εισήχθησαν στην Αµερική, όπου ανταγωνίστηκαν µε αυτά της Gillette. Ο αµερικάνικος γίγαντας είχε προηγούµενα µε τη γαλλική επιχείρηση αφού είχε δει δύο προϊόντα της (την πένα Papermate και τον αναπτήρα Cricket) να χάνουν την πρωτιά. Η µάχη και αυτή τη φορά ήταν σκληρή, όµως η Gillette κέρδισε περιορίζοντας την Bic σε µερίδιο αγοράς λιγότερο του 20%. Αυτή ήταν ίσως η µοναδική αποτυχηµένη κίνηση του Μπιχ, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί από το Time ως «τολµηρός επιχειρηµατίας, αλλά απίστευτα ξεροκέφαλος και ισχυρογνώµων».

Τη δεκαετία του ’70, ο Μαρσέλ Μπιχ, σε μια εμβληματική επιστολή προς τους μετόχους (αυτούσια η επιστολή έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της εταιρείας), αναφέρει κάποια από τα μυστικά της επιτυχίας του: «…Δεν είναι αποτέλεσμα σπουδών σε ένα πανεπιστήμιο της Αμερικής ή της Γαλλίας, αλλά αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς από τα 18 μου χρόνια στον επιχειρηματικό στίβο… Ο δρόμος για την επιτυχία βασίστηκε στην καλή πληροφόρηση, το ρίσκο, την καινοτομία και το επιθετικό μάρκετινγκ…».

Το µεγάλο πάθος του, όµως, ήταν η ιστιοπλοΐα, όπου επιχείρησε τέσσερις φορές, ανεπιτυχώς, να κατακτήσει το America’s Cup. Την πρώτη φορά, το 1970, όντας ο πρώτος από µη αγγλόφωνη χώρα που συμμετείχε, επένδυσε τρία εκατοµµύρια δολάρια και δούλευε 14 ώρες την ηµέρα για να ετοιµαστεί για το µεγάλο γεγονός. Δυστυχώς για τον ίδιο, το ιστιοφόρο του έχασε από νωρίς τον προσανατολισµό του µέσα στην οµίχλη.
Οι ιστιοπλοϊκές δραστηριότητες του Γάλλου επιχειρηµατία ήταν ίσως οι µοναδικές δηµόσιες εµφανίσεις του. Διατήρησε χαμηλό προφίλ, απεύφευγε τις συνεντεύξεις, ούτε επέτρεπε σε κανέναν να τον φωτογραφίσει. Όταν δεν ήταν στο γιοτ του, βρισκόταν στο σπίτι µαζί µε τη σύζυγο και τα 10 παιδιά τους. Πάντως, τη χρονιά του θανάτου του, το 1994, σε ηλικία 80 χρονών, η εταιρεία του πουλούσε 21 εκατοµµύρια προϊόντα ηµερησίως.



Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Πώς μία ταμίας έδιωξε ένα εκατ. δολάρια...

Η ιστορία δεν είναι καινούρια, ωστόσο είναι άκρως διδακτική.

Τον Οκτώβριο του 1988, ο Τζον Μπάριερ βρέθηκε στη National Bank της Ουάσινγκτον προκειμένου να εξαργυρώσει μία επιταγή. Όταν έφθασε στο ταμείο, η ταμίας είδε τα παλιά ρούχα της δουλειάς που φορούσε και αρνήθηκε να του επικυρώσει το χαρτάκι που είχε πάρει παρκάροντας το φορτηγάκι του, αξίας μισού μόλις δολαρίου.

Για να τον ξεφορτωθεί του είπε ότι η τράπεζα επικυρώνει μόνο τα εισιτήρια πάρκινγκ όσων κάνουν συναλλαγές με την τράπεζα και ότι η εξαργύρωση ενός τσεκ δεν συνιστούσε συναλλαγή.

Εντονα ενοχλημένος, ο πελάτης ζήτησε να δει τον διευθυντή, ο οποίος όμως αφού τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιφρονητικό ύφος, αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει.

Αυτό ήταν. Ο Μπάριερ, που είχε δημιουργήσει μία περιουσία αγοράζοντας παλιά σπίτια και ανακαινίζοντάς τα, απευθυνόμενος στον διευθυντή του λέει «Ωραία, δεν με χρειάζεστε και δεν σας χρειάζομαι». Κατόπιν σηκώνει ένα εκατομμύριο δολάρια και τα πάει σε άλλη τράπεζα δύο στενά πιο κάτω.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Πόσο υγιεινή επιλογή είναι η Σαλάτα του Καίσαρα;

Σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, η Σαλάτα του Καίσαρα (Caesar Salad) δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται.

Μάλιστα, αν συγκριθεί με το εμβληματικό προϊόν των McDonald's, το Double Big Mac, τότε διαπιστώνουμε ότι έχει περισσότερες θερμίδες, περισσότερο λίπος και περισσότερο αλάτι.

Άλλος έχει το όνομα και άλλος τη χάρη...

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η Βενετία λέει "όχι" στο γρήγορο φαγητό

Η Βενετία απαγορεύει το γρήγορο φαγητό σε μία προσπάθεια να μην υποβαθμιστεί περαιτέρω ο παραδοσιακός χαρακτήρας της.

Στο δρόμο που χάραξε η Βερόνα αλλά και εν μέρει η Φλωρεντία, που επιβάλει στα καταστήματα του ιστορικού κέντρου να σερβίρουν κατά 70% τοπικά προϊόντα και συνταγές (για το λόγο αυτό μηνύθηκε για 20 εκατ. ευρώ ο δήμαρχος της πόλης από την McDonald's), κινείται πλέον και η ιστορική πόλη της Βενετίας, μία πόλη που πνίγεται από τουρίστες, κρουαζιερόπλοιων κυρίως, κάθε χρόνο, η οποία απαγόρευσε δια νόμου το άνοιγμα νέων καταστημάτων που θα πωλούν σουβλάκια, κεμπάμπ και γενικότερα έτοιμο φαγητό.

Ο νόμος περιορίζει ακόμα και τα καταστήματα που πωλούν πίτσες με το κομμάτι, ενώ εξαιρούνται όσοι πωλούν χειροποίητα παγωτά, που είναι μια κλασική ιταλική παράδοση. Ο στόχος αυτών των ενεργειών είναι διττός: αφενός να περιοριστεί η κατανάλωση γρήγορου φαγητού στους δρόμους, ώστε να κρατηθούν καθαροί οι υπαίθριοι χώροι (ένα πρόβλημα που μαστίζει την ιταλική πόλη), αφετέρου για να προστατευτούν τα παραδοσιακά προϊόντα.

Πάντως η πόλη σκέφτεται να αναπτύξει περιοχές για πικνίκ ώστε να αποθαρρύνει τους τουρίστες να καταλήγουν με τα φαγητά στο χέρι στα πιο πολυσύχναστα σημεία της πόλης.

Η συναρπαστική ιστορία της Vespa

Το τέλος του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου θα έβρισκε το εργοστάσιο της Piaggio γεµάτο µε µικρές ρόδες, πάνω στις οποίες προορίζονταν να µεταφερθούν τα πολυβόλα. Το εναποµείναν απόθεµα, σε συνδυασµό µε το επιχειρηµατικό πνεύµα του Ενρίκο Πιάτζιο, θα οδηγούσε στη δηµιουργία ενός θρύλου σε δύο ρόδες. Αυτός ο θρύλος παρέπεμπε σε… σφήκα.

Το 1884 στην Τζένοα της Ιταλίας, ο µόλις 20 ετών Ρινάλντο Πιάτζιο ίδρυσε µια εταιρεία µε αντικείµενο την κατασκευή µικρών πλοίων, σκαφών, βαγονιών, λεωφορείων και τρένων. Κατά τη διάρκεια του Α´ Παγκοσµίου Πολέµου η εταιρεία του επεκτάθηκε στο χώρο της αεροναυτικής κατασκευάζοντας πολεµικά, επιβατικά αεροπλάνα και υδροπλάνα.

Όµως, το τέλος του Β´ Παγκοσµίου Πολέµου βρήκε την Ιταλία σε άσχηµη οικονοµική κατάσταση και µε µισοκατεστραµµένο οδικό δίκτυο. Για τον Πιάτζιο τα πράγµατα ήταν εξίσου δύσκολα αφού και τα τρία εργοστάσια της Piaggio Co. είχαν βοµβαρδιστεί από τους Συµµάχους, µε αποτέλεσµα να καταστραφούν σε µεγάλο βαθµό.

Ο Ενρίκο Πιάτζιο, γιος του ιδρυτή, αποφάσισε να µην ασχοληθεί πλέον µε την αεροναυτική και να εστιάσει την προσπάθειά του στην κατασκευή ενός οικονοµικού και αξιόπιστου µεταφορικού µέσου. Βέβαια, η κατασκευή αυτοκινήτου ήταν απαγορευτική, καθώς οι δρόµοι ήταν σε κακή κατάσταση και οι Ιταλοί δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κάτι τέτοιο. Οπότε, ο Πιάτζο αναπόφευκτα προσανατολίστηκε στην παραγωγή ενός μέσου μεταφοράς που θα ήταν οικονομικό, εύκολο στην οδήγηση και προσιτό σε κάθε κοινωνική τάξη.

Εν τω µεταξύ, στις αποθήκες της εταιρείας είχαν ξεµείνει χιλιάδες ρόδες, οι οποίες προορίζονταν να ενσωµατωθούν στα πολυβόλα ώστε να µπορούν να µεταφέρονται µε ευκολία. Όµως, η µεγάλη αυτή παραγγελία από τον ιταλικό στρατό δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού η Ιταλία καταλήφθηκε από τους Γερµανούς. Μετά τη λήξη του πολέµου, ο Πιάτζιο είχε τη φαεινή ιδέα να κατασκευάσει ένα µικρό και εύχρηστο µηχανάκι, προσαρµόζοντας σ’ αυτό τις ρόδες που περίσσευαν. Έτσι θα γεννιόταν ο µεγαλύτερος ευρωπαϊκός θρύλος των δύο τροχών, ένα οικονοµικό, αξιόπιστο και φινετσάτο µηχανάκι, το οποίο θα µπορούσε να οδηγηθεί άνετα και εύκολα από άνδρες και γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας.

Το εγχείρηµα ανατέθηκε στον έµπειρο µηχανικό Κοραντίνο Ντασκάνιο, ο οποίος ήταν στην Piaggio από το 1934. Η εµπειρία του στον τοµέα της αεροναυτικής (είχε επίσης κατασκευάσει και οδηγήσει το πρώτο µοντέρνο ελικόπτερο), αλλά και η απέχθειά του απέναντι στις κλασικές µοτοσικλέτες -τις οποίες έβρισκε άβολες, ογκώδεις, με τροχούς που δεν άλλαζαν εύκολα αν τρυπούσαν και το χειρότερο, με αλυσίδα που λέρωνε- τον οδήγησαν να κατασκευάσει ένα επαναστατικό νέο όχηµα.

Το πρωτότυπο που αρχικά κατασκευάστηκε, το οποίο είχε ονομαστεί περιπαικτικά «Paperino» («Ντόναλντ Ντακ») λόγω του αλλόκοτου σχήματός του, δεν ενθουσίασε τον Πιάτζιο, ο οποίος ζήτησε από τον Ντασκάνιο να το επανασχεδιάσει. Όταν µετά από λίγο καιρό ο Πιάτζιο είδε το νέο πρωτότυπο, ονόµατι ΜΡ6, και άκουσε τη µηχανή του, αναφώναξε: «Αυτό µοιάζει µε σφήκα (vespa)», και το όνοµα έµεινε.

Το νέο δίτροχο είχε τη µηχανή στον πίσω τροχό, τις ταχύτητες µπροστά ώστε να µπορούν να αλλάζουν µε το χέρι, ενώ διέθετε ένα άνετο κάθισµα που χωρούσε δύο επιβάτες. Επιπλέον, το µπροστινό µέρος διέθετε ένα µηχανισµό παρόµοιο µε το µπροστινό τροχό του αεροπλάνου, ώστε να µπορεί να αλλαχθεί το λάστιχο µε ευκολία, ενώ όλα τα µηχανικά µέρη της µηχανής καλύπτονταν µε ατσάλινο κάλυµµα για να µην λερώνεται ο οδηγός από την αλυσίδα ή τις σκόνες του δρόµου.

Οι πρώτες 15 βέσπες που βγήκαν από το εργοστάσιο τον Απρίλιο του 1946 είχαν τρεις ταχύτητες, διέθεταν 3,5 άλογα και έπιαναν τα 60 χιλιόµετρα - μάλιστα, η τρίτη vespa που παράχθηκε, βρέθηκε τυχαία πριν λίγους μήνες στον αχυρώνα ενός αγρότη. Μέχρι το τέλος του 1949 είχαν παραχθεί 35.000 κοµµάτια, ενώ στα µέσα της επόµενης δεκαετίας κατασκευάστηκαν εργοστάσια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης προκειµένου να καλυφθεί η συνεχώς αυξανόµενη ζήτηση. Όµως, και ο κινηµατογράφος συνέβαλε στη διάδοση της βέσπας, µε πρώτη και καλύτερη την ταινία «Διακοπές στη Ρώµη» µε τον Γκρέγκορι Πεκ και την Οντρεϊ Χέπµπορν.

Την εποχή εκείνη τα µέλη του Vespa club ξεπερνούσαν τις 50.000, πολλοί από τους οποίους τροποποιούσαν τη βέσπα ανάλογα µε τις ανάγκες τους. Στη δεκαετία του ’60, η βέσπα ήταν συνώνυµο της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και του νέου, εκείνη την εποχή, τρόπου ζωής. Η επιτυχία του φθηνού και αξιόπιστου δίκυκλου ήταν τόσο µεγάλη, που κυριολεκτικά ταυτίστηκε µε µία ολόκληρη χώρα, καθώς οι ξένοι ανταποκριτές συνήθιζαν να αποκαλούν την Ιταλία ως «Vespa country». Οι δε Times το αποκάλεσαν «αμιγώς ιταλικό προϊόν, που είχε να εμφανιστεί από τον καιρό των Ρωμαϊκών αρμάτων».

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Πώς ο Σινάτρα εκτόξευσε τις πωλήσεις του Jack Daniel's...

Μελετώντας την εξέλιξη ενός επιτυχημένου brand name, κάποιος δεν θα δυσκολευτεί να εντοπίσει κάποια χρονιά-ορόσημο, χρονιά δηλαδή κατά την οποία άλλαξε άρδην το περιβάλλον προς όφελος της κάθε εταιρείας.

Για την εταιρεία Jack Daniels, που σήμερα είναι ηγέτης στην κατηγορία του ουίσκι, η χρονιά αυτή ήταν το 1955. Παρότι είχε ήδη ιστορία 100 ετών η εν λόγω εταιρεία παρέμεινε σχετικά μικρή, περιφερειακή μάρκα, που διέθετε στην αγορά 150.000 κάσες black-labeled Tennessee whiskey. Ένα μόλις χρόνο μετά, στα τέλη του 1956, το νούμερο αυτό είχε διπλασιαστεί, στις 300.000 κάσες, γεγονός που οδήγησε σε σοβαρές ελλείψεις στην τροφοδοσία της αγοράς για τα επόμενα χρόνια.

Τι ήταν όμως αυτό που εκτόξευσε τις πωλήσεις του Jack Daniels; Η εταιρεία είχε μόλις κερδίσει την αναπάντεχη υποστήριξη (endorsement) μιας επιφανούς προσωπικότητας, ενός πολύ σημαντικού φίλου του ουίσκι. Είναι αυτό που οι μαρκετίστες αποκαλούν influencer marketing, την επιστράτευση δηλαδή ενός επωνύμου προσώπου, που ασκεί επιρροή (σήμερα, στην εποχή του διαδικτύου, αυτός μπορεί να είναι και ένας blogger που ακολουθείται από πιστό κοινό), σε μια προσπάθεια να τονωθούν οι πωλήσεις ή η αναγνωρισιμότητα της μάρκας.

Το πρόσωπο αυτό ήταν ο Φρανκ Σινάτρα, ένας δηλωμένος λάτρης του ουίσκι και από το 1947 του Jack Daniels No 7, ο οποίος στην περιοδεία του το 1955 είχε πάντα μαζί του στη σκηνή ένα ποτήρι Jack, το οποίο μάλιστα δεν δίσταζε να εξυμνήσει με τη φράση που θα τον χαρακτήριζε “Ladies and gentlemen, this is Jack Daniels, and its the nectar of the gods” (Κυρίες και Κύριοι, αυτό είναι το Jack Daniels, το νέκταρ των θεών).

Στο πρόσωπο του Σινάτρα, η αμερικάνικη εταιρεία μόλις είχε βρει τον άνθρωπο που θα την ανέβαζε επίπεδο, που θα την έκανε παγκοσμίως γνωστή. Όλα αυτά ανιδιοτελώς, χωρίς να υπάρχει συμβόλαιο ή κάποια επιταγή…

Ως αντάλλαγμα, η Jack Daniels φρόντιζε πάντα το ποτήρι του Φρανκ να μην μένει ποτέ άδειο. Είχε μάλιστα αναθέσει σε έναν πωλητή της να διασφαλίσει την ομαλή τροφοδοσία με ουίσκι του διάσημου τραγουδιστή όπου και αν βρισκόταν αυτός, σε όποιο κλαμπ και αν τραγουδούσε.

Ακόμη πάντως και μετά θάνατον, ο Φρανκ Σινάτρα, που ετάφη μαζί με ένα φλασκί με το αγαπημένο του ουίσκι, συνέχισε να προωθεί την εταιρεία, η οποία το 2013, στην επέτειο 100 ετών από τη γέννησή του, έβγαλε στην παραγωγή μία συλλεκτική σειρά (μόλις 100 βαρέλια), την Sinatra Century, σε μία περίτεχνη συσκευασία των 499 δολαρίων.