Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

"Ας αγκαλιάσουμε την τελευταία παραλία της Ευρώπης''. Αποθεωτική επιστολή Ιταλίδας τουρίστριας.

Μια επιστολή που εξυμνεί την Ελλάδα έγραψε Ιταλίδα τουρίστρια, την οποία δημοσιεύει η ηλεκτρονική αλλά και έντυπη έκδοση της Corriere della Sera με τον τίτλο: «Ας αγκαλιάσουμε σφιχτά την Ελλάδα, την τελευταία παραλία της Ευρώπης».

Η Κιάρα Φεραρέζε επισκέφθηκε φέτος διάφορα ελληνικά νησιά και, ούσα απόλυτα ενθουσιασμένη, αποθεώνει την ελληνική φιλοξενία, χαρίζοντάς μας μια απρόσμενη θετική δημοσιότητα, που αντάξιά της (όσον αφορά το περιεχόμενο και την απήχηση) δεν θα μπορούσε να ήταν και η πιο ευφυής διαφημιστική καμπάνια.

Ολόκληρη η επιστολή, όπως την παρουσιάζει η  iefimerida.gr, αναφέρει:

«Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι την πολύ σύντομη εβδομάδα των διακοπών που πέρασα στα ελληνικά νησιά. Μαζί με το χώρο των χειραποσκευών του αεροπλάνου που έκλεισα, εδώ και μερικές εβδομάδες, έκλεισα και εκείνο το φωτεινό παράθυρο που βλέπει στο γαλάζιο ή μάλλον στα τόσα γαλάζια του Αιγαίου. Με τα μάτια κλειστά και με ένα αίσθημα θλίψης, προσπαθώ να διατηρήσω τις αναμνήσεις εκείνες, που θα μου χρησιμεύσουν ως απόθεμα ομορφιάς και ανθρωπιάς για όλο το χρόνο.
Ανήκω στην μεγάλη κατηγορία των εραστών της Ελλάδας, που συναντιούνται σε κάθε παραλία, πάντα έτοιμοι να απαριθμήσουν όλα τα νησιά που έχουν επισκεφθεί, να προτείνουν τα πιο όμορφα, να νιώσουν ικανοποίηση για κάποιες κοινές απόψεις, αλλά και με λίγο φθόνο για όσους έχουν επισκεφθεί περισσότερες.
Σε αυτές τις παραλίες ανταμώνουν Γάλλοι, Βέλγοι, Γερμανοί, Ρώσοι, Ολλανδοί, Σκανδιναβοί και φυσικά Ιταλοί. Σε αυτές τις παραλίες που μιλάμε μπερδεμένα αγγλικά και που αισθάνεται κανείς ότι ανήκει σε έναν και μόνο λαό.
Ναι γιατί η Ελλάδα είναι ακριβώς η παραλία της Ευρώπης, το ακραίο τέλος: Αρκετά μακριά για να δραπετεύσεις από την καθημερινότητα, αρκετά κοντά και οικεία για να νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Είναι όμως κυρίως οι Έλληνες που σε κάνουν να νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Είναι αυτοί που συνεννοούνται σε όλες τις γλώσσες της τρελής Ευρώπης, που αναγνωρίζουν από μακριά, με μια ματιά τις ποικίλες εθνικότητες των τουριστών και χαιρετούν τον καθένα στη σωστή γλώσσα, αυτοί που σου νοικιάζουν ομπρέλες σε προσιτές τιμές και που σου σερβίρουν πιάτα λαχανικών με γεύση λαχανικών. Είναι αυτοί που λατρεύουν τις εικόνες μιας αρχαίας και συναρπαστικής πίστης, αλλά δε δυσφορούν μπροστά σε εκείνους που πιστεύουν σε διαφορετικό Θεό.

Γνωρίζουμε όλοι ότι η Ελλάδα είναι φτωχή, ότι τα αεροδρόμια έχουν δοθεί στους Γερμανούς, ότι με δυσκολία τα βγάζουν πέρα. Ωστόσο, δεν τους λείπει η ευγένεια, κανείς δε σε κοιτάζει με περιφρόνηση αν δεν ξέρεις αγγλικά, όλοι είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν αν έχεις ξεχάσει αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου και βρεθείς χωρίς μπαταρία. 
Σχεδόν παντού υπάρχουν Ευρωπαίοι που εγκατέλειψαν τη χώρα τους και ήρθαν εδώ για να καλλιεργήσουν πεπόνια ή να πουλήσουν χειροποίητα καφτάνια. Σίγουρα θα υπάρχει λόγος. Στην Ελλάδα αισθάνεται κανείς πραγματικά Ευρωπαίος, Ευρωπαίος όπως θα έπρεπε να είναι: πολιτισμένος, φιλικός, ανεκτικός. Ας αγκαλιάσουμε σφιχτά αυτούς τους Έλληνες όχι μόνο επειδή μας έδωσαν τον Όμηρο και τον Πλάτωνα, αλλά και για αυτό που μας δωρίζουν τώρα, από άποψη ανθρωπιάς».

Ολοι όσοι ασχολούνται με τον τουρισμό (και όχι μόνο) στην χώρα μας, ας συγκρατήσουν αυτή την επιστολή. Ας μην ξεχάσουν ότι ένας ενθουσιασμένος επισκέπτης (προσέξτε, χρησιμοποιώ αυτό τον όρο αντί του "ικανοποιημένος" - θεωρώ ότι η διαφορά είναι αντιληπτή) αποτελεί τον καλύτερο διαφημιστή, τον "πρεσβευτή" μας στον έξω κόσμο.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Το πιο βρώμικο εστιατόριο είναι... ελληνικό

O ιδιοκτήτης και σεφ του Zorbas, ελληνική ταβέρνα στο Λονδίνο, έχει κάθε λόγο να είναι περήφανος, καθώς προσέλκυσε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας. Η ταβέρνα του, που βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα από τον Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Σοφίας στο Bayswater του Λονδίνου και η οποία «προβαλλόταν» από έναν τσολιά-βλάχο (ο ορισμός του κιτς) που λειτουργούσε ως κράχτης, κατάφερε κάτι μοναδικό, κάτι ανεπανάληπτο. Χαρακτηρίστηκε επάξια ως το «πιο βρώμικο εστιατόριο στον κόσμο»…

Στην εν λόγω ταβέρνα έκαναν πριν λίγες μέρες έφοδο οι υγειονομικές αρχές, οι οποίες δεν πίστευαν στα μάτια τους από αυτά που αντίκρισαν. Τι βρήκαν; Αβγά κατσαρίδων στα ντουλάπια που φυλάσσονταν οι φακές και άλλα όσπρια, καθώς και περιττώματα ποντικών στον πάγκο προετοιμασίας φαγητού. Μέσα δε σε βάζο με ταχίνι ήταν έτοιμα να εκκολαφτούν αβγά μύγας. Ακόμη και στον ψυγειοκαταψύκτη υπήρχαν σάπια προϊόντα, ενώ στην αποθήκη και σε ράφια αποθήκευσης τροφίμων εντοπίστηκαν κατσαρίδες.

Στον 60χρονο ιδιοκτήτη του Zorbas, Παύλο Πίττα, ασκήθηκαν τέσσερις διαφορετικές ποινικές διώξεις που αφορούν τη δημόσια υγεία και την προστασία του καταναλωτή (έννοιες άγνωστες για τον κύριο Πίττα). Επίσης, του επιβλήθηκε πρόστιμο 13.500 ευρώ. Ο δικαστής του απαγόρευσε επ’ αορίστου να ασκήσει ξανά το επάγγελμα του εστιάτορα, ενώ σχολίασε ότι «ο Zorbas ήταν ένα από τα πιο βρώμικα εστιατόρια που έχω δει». Η ταβέρνα, όπως ήταν φυσικό, έκλεισε δια παντός.

Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που μπαίνει λουκέτο στον Zorbas. Το εστιατόριο έχει κλείσει για τους ίδιους λόγους από τις αρμόδιες υπηρεσίες αρκετές φορές στο παρελθόν. Ο ελεεινός και τρισάθλιος ιδιοκτήτης παραδέχθηκε στο δικαστήριο ότι τα τρόφιμα του μαγαζιού ήταν γεμάτα με παράσιτα και έντομα, καθιστώντας το φαγητό «ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση».
Οι Ελληνες, πάντως, του Λονδίνου γνώριζαν τι διαδραματιζόταν στο συγκεκριμένο εστιατόριο και απείχαν όλα αυτά τα χρόνια. Οι ξένοι, ωστόσο, όχι μόνο πλήρωναν 24 ευρώ για greek mouzaka, αλλά έτρωγαν και σαβούρα.

Από τους 194 πελάτες που βαθμολόγησαν τον Zorbas στο TripAdvisor, το 67% του έδωσε τη χαμηλότερη δυνατή βαθμολογία, μόλις ένα αστέρι, χαρακτηρίζοντάς το «απαίσιο». Πελάτες που έφαγαν στο ελληνικό εστιατόριο το περιέγραψαν ως «βρώμικο, αηδιαστικό, απαίσιο, φριχτό». Ένας από τους πελάτες είπε ότι είναι «το πιο βρόμικο εστιατόριο που έχω δει στον κόσμο», «ένα απαίσιο και επικίνδυνο μέρος για να φας».

Η καλύτερη κριτική, ωστόσο είναι αυτή:
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έφαγα εκεί. Ο σερβιτόρος ήταν φιλικός και αποφασίσαμε να πάμε ... όμως, μόλις παραγγείλαμε, είδα φρικτά πράγματα: α) ο σερβιτόρος φορούσε ένα άσπρο σακάκι που ήταν βρώμικο, μπροστά και πίσω, β) τα νύχια του ήταν βρώμικα και έριχνε το λάδι στο τζατζίκι τοποθετώντας το δάχτυλο πάνω στο μπουκάλι, γ) έπεσε ένα πιρούνι στο πάτωμα και το επέστρεψε χωρίς να το καθαρίσει, δ) πήρε τα ορεκτικά (ελιές και πιπεριές με τα χέρια του, χρησιμοποιώντας τα ρούχα του για να τα καθαρίσει). Αποφύγετε αυτό το μέρος…»

Ωστόσο, για να κάνουμε και λίγο το συνήγορο του διαβόλου, ποιος καταναλωτής θα επέλεγε, εν έτει 2017, να δειπνήσει σε ένα εστιατόριο -και να πληρώσει 25 ευρώ τον μουσακά (διανθισμένο με περιττώματα ποντικού)- που έχει κράχτη τσολιά, που η εξωτερική του εμφάνιση καταμαρτυρά το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών, που έχει ένα κοινότοπο όνομα (Zorbas, έλεος, λίγο φαντασία δεν βλάπτει) και το οποίο στοTripAdvisor έχει βαθμολογηθεί με μόλις δύο αστέρια; Κάτι τέτοιοι πελάτες, όμως, συντηρούν κακούς και ανεκδιήγητους επαγγελματίες σαν τον κύριο Πίττα…



Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Σκλαβενίτης μπαίνει στην αγορά ειδών σπιτιού

Η εποχή που τα όρια μεταξύ των καταστημάτων σούπερ μάρκετ, ρούχων, ζαχαροπλαστείων και ειδών σπιτιού ήταν ευδιάκριτα, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Πλέον ο καταναλωτής μπορεί να αγοράσει ακόμη και έτοιμο φαγητό, αλλά και να "ντύσει" το σπίτι του με έπιπλα, κουρτίνες, πετσέτες, σκεύη, κ.α. με μια μόνο επίσκεψή του στο σούπερ μάρκετ.

Η απόσταση μεταξύ των ειδών σούπερ μάρκετ και των ειδών για το σπίτι (έπιπλα, οικιακά είδη, μικροσυσκευές και λευκά είδη) απέχει το πολύ έναν όροφο. Το φαινόμενο σίγουρα δεν είναι σημερινό. Σήμερα όμως λόγω της εξόντωσης, ελέω κρίσης, των μεμονωμένων – παραδοσιακών καταστημάτων ειδών σπιτιού από τη μία και της πίεσης που δέχεται συνολικά η κατανάλωση από την άλλη, έχει ανοίξει την όρεξη στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ και δη αυτές που διαθέτουν και hypermarkets, δηλαδή καταστήματα άνω των 2.500 τ.μ., να στραφούν σε αυτή την αγορά.

Μια από αυτές είναι και η αλυσίδα Σκλαβενίτης. Η αλυσίδα, που κληρονόμησε από τον  Μαρινόπουλο μεταξύ όλων των άλλων και 33 hypermarkets ανά την Ελλάδα, αναγκαστικά (καθώς καλείται να αξιοποιήσει τον πλεονάζοντα χώρο) "ποντάρει" και στα προϊόντα ειδών σπιτιού για να αυξήσει τον τζίρο της. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το εγχείρημά της το διαφημίζει κιόλας μέσω φυλλαδίου (σ.σ. το πρώτο που εκδίδει η αλυσίδα, η οποία έχει αρνηθεί πεισματικά να το πράξει όλα αυτά τα χρόνια που δραστηριοποιείται στην αγορά).

Ήδη οκτώ καταστήματά της διαθέτουν την πλήρη συλλογή επίπλων εσωτερικού χώρου, οικιακών ειδών και λευκών ειδών. Την ίδια στιγμή 32 καταστήματά της διαθέτουν μεγάλο μέρος της συλλογής, επίπλων εσωτερικού χώρου, οικιακών ειδών και λευκών ειδών, ενώ προϊόντα της συλλογής διατίθενται και σε άλλα επιλεγμένα καταστήματά της σε όλη την Ελλάδα.

Το ακανθώδες ερώτημα είναι αν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, εν προκειμένω η Σκλαβενίτης, ανταγωνίζονται τα καταστήματα επίπλων εσωτερικού χώρου, οικιακών ειδών και λευκών ειδών, όπως π.χ. η IKEA η οποία διαθέτει στην Ελλάδα πέντε καταστήματα, πέντε σημεία παραγγελιοληψίας (Pick up & Order Points) προϊόντων της καθώς και ηλεκτρονικό κατάστημα. Αναμφίβολα οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν άμεσο ανταγωνιστή για το επιτυχημένο και καθιερωμένο μοντέλο των IKEA, ωστόσο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως έμμεσοι. Συχνά, ωστόσο, ο έμμεσος ανταγωνιστής είναι και ο πιο επικίνδυνος…


Πηγή: προσαρμογή σε άρθρο του www.capital.gr

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Cesar Ritz. Ο βουκόλος που όρισε τις αρχές της φιλοξενίας

Ο Σίζαρ Ριτζ, ο άνθρωπος που κάποτε δήλωσε το ιστορικό «ο πελάτης δεν έχει ποτέ άδικο», δεν ήταν απλώς ένας ακόµη ξενοδόχος που κατάφερε να γίνει διάσηµος, αλλά ένας θρύλος. Μία ιδιοφυΐα που ουσιαστικά εφηύρε αυτό που σήµερα ορίζουµε ως πολυτελές ξενοδοχείο, ο οποίος κατάφερε να ικανοποιήσει τις ανάγκες των πελατών του όπως κανένας άλλος µέχρι τότε.
Το ένα από τα 13 παιδιά ενός φτωχού βουκόλου, ο Σίζαρ Ριτζ, που γεννήθηκε το 1850 σε ορεινό χωριό της Ελβετίας, είχε µία αρετή: ήταν φιλόδοξος. Στα 16 του µπήκε στη βιοπάλη, όταν έφυγε από το σπίτι για να εργαστεί στο εστιατόριο ξενοδοχείου, όπου όµως δεν θα µακροηµέρευε, αφού µετά από λίγους µήνες το αφεντικό τον απέλυσε λέγοντάς του: «Δεν θα γίνεις ποτέ ξενοδόχος, διότι δεν διαθέτεις τις ικανότητες και το ταλέντο για να “σταθείς” στο χώρο»…
Αργότερα εργάστηκε ως σερβιτόρος, πάλι χωρίς επιτυχία, αφού σύντοµα απολύθηκε. Χωρίς να απογοητευτεί, φεύγει για το Παρίσι όπου θα αναλάβει να αδειάζει τα ακάθαρτα νερά από διάφορα µικρά ξενοδοχεία. Αφού συγκέντρωσε στο ενεργητικό του δύο ακόµα απολύσεις, κατάφερε να βρει δουλειά ως βοηθός σερβιτόρου σε ένα καθώς πρέπει εστιατόριο. Εκεί, επιτέλους, κατάφερε να στεριώσει και να ανέβει στην ιεραρχία φτάνοντας ως τη θέση του διευθυντή. Ήταν ήδη 19 ετών, όταν ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου τού ζήτησε να γίνει συνεταίρος του, µια δελεαστική πρόταση την οποία όµως ο φιλόδοξος νεαρός απέρριψε ευγενικά.
Σύντοµα βρέθηκε να εργάζεται στο Voisin, το πιο κοµψό και φηµισµένο εστιατόριο της περιοχής, σηµείο αναφοράς για τους απανταχού βασιλιάδες και καλοφαγάδες. Ξεκινώντας από χαµηλά, ως βοηθός σερβιτόρου, θα κατάφερνε να µάθει τα µυστικά του επαγγέλµατος, όπως πώς να τεµαχίζει το ψητό, να βάζει το κρασί στο ποτήρι και να σερβίρει το φαγητό κατά τρόπο αισθητικά και γευστικά σωστό.
Έχοντας αναπτύξει τις δεξιότητές του, ο Ριτζ κατάφερε να γίνει αγαπητός στην αριστοκρατία της εποχής. Όταν, µάλιστα, οι γερµανικές δυνάµεις εισχώρησαν στη Γαλλία, µε αποτέλεσµα να παρατηρηθούν σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιµα, ο δήµαρχος του Παρισιού ζήτησε να σφαγιαστούν δύο ελέφαντες του ζωολογικού κήπου. Τότε, το Voisin, που αγόρασε τις προβοσκίδες τους, παρουσίασε ένα γκουρµέ πιάτο, επιµεληµένο από τον Ριτζ, που εντυπωσίασε του συνδαιτυµόνες και έκανε αίσθηση στους µαγειρικούς κύκλους.
Ο Ριτζ, που συνέχισε την περιπλάνησή του, εργάστηκε σε διάφορα εστιατόρια ανά την Ευρώπη, για να καταλήξει στη Βιέννη, όπου ένα τυχαίο συµβάν άλλαξε τη ζωή του. Μία κρύα νύχτα, λίγο πριν την άφιξη 40 εύπορων Αµερικάνων, ενηµερώθηκε ότι το σύστηµα θέρµανσης δεν λειτουργούσε. Τότε ζήτησε το φαγητό να σερβιριστεί στο σαλόνι αντί για την τραπεζαρία, που «φάνταζε» πιο ζεστό εξαιτίας των µεγάλων κόκκινων κουρτινών του. Ζήτησε, επίσης, από τους σερβιτόρους να ρίξουν αλκοόλ µέσα σε χάλκινα τσουκάλια και να ανάψουν φωτιά, αλλά και να τοποθετήσουν τούβλα δίπλα στους φούρνους. Το δωµάτιο, τελικά, ήταν ζεστό όταν κατέφθασαν οι Αµερικάνοι, ενώ στον καθένα τους δόθηκε από ένα τούβλο τυλιγµένο σε φανέλα για να ζεστάνουν τα πόδια τους.
Το απίστευτο επίτευγµα του πρώην βουκόλου τον έκανε διάσηµο σε όλο τον κόσµο και του άνοιξε διάπλατα την πόρτα για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του. Έτσι, σε ηλικία 27 ετών βρέθηκε να διευθύνει ένα ξενοδοχείο, το οποίο, αν και ζημιογόνο επί δύο συναπτά έτη, κατάφερε να το επαναφέρει στην κερδοφορία. Ο Ριτζ, που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, είχε τον τρόπο του για να κάνει τους πελάτες να τον αγαπήσουν. Γνώριζε τις προσωπικές επιθυµίες τους, ποιος προτιµούσε τούρκικα τσιγάρα, ποιος λάτρευε να έχει γαρδένιες στο δωµάτιό του, τις διατροφικές ιδιαιτερότητες του καθενός. Αν ο πελάτης δεν ήταν ικανοποιηµένος µε το φαγητό, το πιάτο του θα αντικαθίστατο αµέσως χωρίς καµία ερώτηση. Ο πελάτης είχε πάντα δίκιο.

Γνωρίζατε ότι...
Ο Ριτζ θα πρωτοτυπούσε σε έναν ακόµη τοµέα, αφού ήταν ο πρώτος που προσέλκυσε το γυναικείο κοινό το βράδυ της Κυριακής, αµέσως µετά το θέατρο, στο εστιατόριο όπου εργαζόταν ως µάνατζερ. Μάλιστα, µία από αυτές, η Ελίζαµπεθ ντε Γκραµόντ, ήταν η πρώτη που εν έτει 1896 «τόλµησε», προς γενική έκπληξη του ανδρικού πληθυσµού, να ανάψει τσιγάρο για πρώτη φορά σε δηµόσιο χώρο.

Ήταν τέτοια η απήχηση του Ριτζ, που όταν κάποια στιγµή βρέθηκε χωρίς εργασία, ο πρίγκιπας της Ουαλίας είχε πει χαρακτηριστικά «Όπου πάει ο Ριτζ, εµείς θα ακολουθήσουµε». Όµως είχε έρθει πια η ώρα να εξαργυρώσει τη δηµοτικότητά του και να κυνηγήσει το όραµά του. Με τη βοήθεια των εύπορων φίλων του, ο Ριτζ εν έτει 1898 κατασκευάζει στο Παρίσι το πρώτο του ξενοδοχείο, πάνω στο οποίο θα έχτιζε το επιχειρηµατικό του όνειρο.
Στα 225 δωµάτια του Ritz (αργότερα, µε την εξαγορά των ξενοδοχείων Carlton, η αλυσίδα θα ονοµαστεί Ritz-Carlton), τα οποία διέθεταν προηγµένο αποχετευτικό δίκτυο, υπήρχαν µοναδικής ποιότητας έπιπλα, ενώ πολλά από αυτά διέθεταν δικό τους µπάνιο. Ο Ριτζ, επίσης, καθιέρωσε την παραδοσιακή, σήµερα, ενδυµασία του υπαλληλικού προσωπικού, το µαύρο παπιγιόν για τον µετρ, το άσπρο για τον σερβιτόρο, καθώς και τα µπρούντζινα κουµπιά για τους υπηρέτες.
Τα σαλόνια και το µπαρ του ξενοδοχείου σύντοµα προσέλκυσαν την αφρόκρεµα του Παρισιού, όπως ο Μαρσέλ Προυστ και η Κοκό Σανέλ, η οποία θα το µετατρέψει σε δεύτερο σπίτι της. Χαρακτηριστικά, την ηµέρα των εγκαινίων άνθρωποι συνέρρευσαν από µίλια µακριά για να περπατήσουν στους διαδρόµους του ξενοδοχείου.

Όµως, η επιτυχία είχε το τίµηµά της για τον εργασιοµανή Ελβετό. Το 1902, καθώς ετοίµαζε µία δεξίωση για τον φίλο του πρίγκιπα της Ουαλίας, καταρρέει εξαντληµένος. Καταφέρνει όµως να επανέλθει στην ενεργό δράση µέχρι να καταρρεύσει ξανά το 1911, αυτή τη φορά χωρίς να µπορέσει ποτέ να ανακάµψει πλήρως. Μετά από εφτά χρόνια, και ενώ ο Σίζαρ Ριτζ ήταν πια σκιά του καλού του εαυτού, το πλήρωµα του χρόνου έχει πια φτάσει. Ετοιµοθάνατος, τον Οκτώβριο του 1918, πιστεύοντας ότι δίπλα του είναι η σύζυγός του, της ζητάει να φροντίσει την κόρη τους. Το ζευγάρι δεν είχε κόρη – «κόρη» αποκαλούσαν πάντα το ονειρεµένο τους ξενοδοχείο στο Παρίσι. Το τέλος για τον θρυλικό «ξενοδόχο των βασιλέων» είχε φτάσει.


Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Υπάρχουν και "κακοί" πελάτες...

Η περίφημη φράση «Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» παρουσιάζει κενά και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει καθολική και κυριολεκτική έννοια. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται πελάτες για να ευημερήσουν, ωστόσο είναι κοινώς αποδεκτό ότι ορισμένοι από αυτούς είναι «τοξικοί». Με άλλα λόγια, υπάρχουν πελάτες οι οποίοι περισσότερο κακό παρά καλό κάνουν σε μία επιχείρηση.

Ποιοι είναι «κακοί» πελάτες
Ως «κακοί» πελάτες ορίζονται αυτοί που, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σας προκαλούν διάφορα προβλήματα. Μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, οι κακοπληρωτές, οι άξεστοι και αγενείς που νομίζουν ότι επειδή πληρώνουν μπορούν να έχουν ή να κάνουν τα πάντα, οι εκβιαστές, οι γκρινιάρηδες που δεν ικανοποιούνται με τίποτα κ.ά. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι πελάτες που παραπονούνται σε εμάς, ακόμη και αν τύχει μία φορά να ξεπεράσουν τα όρια, σπάνια υπάγονται σε αυτή την κατηγορία.
Είθισται οι «κακοί» πελάτες (ιδιαίτερα όσοι γίνονται επιθετικοί και αυθαδιάζουν, έχουν παράλογες απαιτήσεις, εκβιάζουν ότι θα ανεβάσουν αρνητικές κριτικές ή απαιτούν μεγάλες εκπτώσεις) να «απολύονται» από την εταιρεία. Ιδιαίτερα όταν ο χρόνος και η ενέργεια που ξοδεύεται για λογαριασμός του, είναι δυσανάλογα υψηλός. Αυτό βέβαια πρέπει να γίνει με τακτ και διπλωματία.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα
Ο Herb Kelleher, διευθύνων σύμβουλος της Southwest Airlines, αεροπορικής εταιρείας χαμηλού κόστους, παρατήρησε ότι μία επιβάτης που ταξίδευε τακτικά με την εταιρεία του έκανε συνεχώς παράπονα. Μετά από κάθε ταξίδι έστελνε γράμμα στην εταιρεία διαμαρτυρόμενη κυριολεκτικά για οτιδήποτε: την έλλειψη γευμάτων και καθισμάτων πρώτης θέσης, την εμφάνιση και τη συμπεριφορά των αεροσυνοδών, τις διαδικασίες επιβίβασης που ακολουθούσε η εταιρεία, τη χαλαρή ατμόσφαιρα κ.λπ. Χρειάστηκε μόλις 60 δευτερόλεπτα, μετά που διάβασε το τελευταίο γράμμα της κυρίας, για να της γράψει: «Αγαπητή κα Crabapple, θα μας λείψετε. Με αγάπη Herb».

Πώς να χειριστείτε έναν τέτοιο πελάτη
Αφού εξετάσετε όλες τις εναλλακτικές, είναι πολύ πιθανό να καταλήξετε στην εξής… μία έσχατη λύση: «απόλυση του «κακού» πελάτη. Ορισμένες χρήσιμες συμβουλές για την «απόλυση» τέτοιων πελατών είναι οι εξής: εκφράστε τη λύπη σας επειδή δεν καταφέρατε να αντεπεξέλθετε στις προσδοκίες τους, μην τους προσβάλλετε, αποζημιώστε τους (αν το απαιτεί η περίσταση – π.χ. εταιρεία επέστρεψε 2.000 δολάρια σε πελάτη που αυθαδίασε απέναντι στον συντηρητή της) και στείλτε τους στην ευχή του θεού…
Καλό είναι επίσης να τους συστήσετε άλλες επιχειρήσεις, που θα μπορούσαν να τους ικανοποιήσουν καλύτερα - π.χ. «βλέποντας το ιστορικό σας, διαισθάνομαι ότι η εταιρεία μας δυστυχώς δεν μπορεί να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες σας, κάτι που ίσως μπορούν να κάνουν πιο αποτελεσματικά άλλες επιχειρήσεις».

Γιατί πρέπει να τους «απολύσετε»

Μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν δίκαια τόσο απέναντι στους υπολοίπους «φυσιολογικούς» πελάτες σας (καθότι δεν θα χρειαστεί να σπαταλάτε χρόνο και ενέργεια σε πελάτες που δεν το αξίζουν) όσο και απέναντι στους υπαλλήλους σας, που συχνά πυκνά βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να υποστούν την παρουσία τέτοιων πελατών. Ιδιαίτερα όσον αφορά τους τελευταίους, αρκετές μεγάλες επιχειρήσεις έχουν ως βασική αρχή να «ξεφορτώνονται» με συνοπτικές διαδικασίες πελάτες που μιλούν πολύ άσχημα και υποτιμητικά στο προσωπικό τους.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η "πλούσια" ιστορία του τραγουδιού ''Happy Birthday to You''

«Happy Birthday to You». Πρόκειται για ένα τραγούδι –το πιο αναγνωρίσιμο στον αγγλόφωνο κόσμο, σύμφωνα με το βιβλίο των ρεκόρ «Γκίνες»-. που όλοι έχουμε τραγουδήσει για να γιορτάσουμε τα γενέθλια κάποιου αγαπημένου μας προσώπου.

Αυτό όμως που δεν γνωρίζουμε είναι ότι η εν λόγω μελωδία  έχει μια «πλούσια» (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) ιστορία. Τι σημαίνει αυτό; Το τραγούδι υπήρξε για χρόνια πατενταρισμένο (copywrite) και κάθε φορά που χρησιμοποιήθηκε σε δημόσιο χώρο ή σε κάποια ταινία στη μεγάλη οθόνη θα έπρεπε να πληρωθούν δικαιώματα στους φερόμενους ως ιδιοκτήτες του.

Το «Happy Birthday to You» εικάζεται ότι έλκει την καταγωγή του από ένα παιδικό τραγούδι με εύθυμους στίχους με τίτλο «Good Morning to All», που έγραψε το 1893 η νηπιαγωγός Patty Hill, σε μουσική της αδελφής της Mildred J. Hill, για τις ανάγκες της διδασκαλίας της σε νηπιαγωγείο του Κεντάκι.

Οι στίχοι «Happy Birthday to You» προστέθηκαν το 1912 και αμέσως έγινε δημοφιλές στις σχολικές γιορτές. Την ίδια χρονιά, οι στίχοι εμφανίστηκαν και σε έντυπη μορφή, σε βιβλίο μουσικής με στίχους και νότες, που επιμελήθηκε ο Robert Colman.

Το 1935 ξεκινάει η εμπορευματοποίηση του τραγουδιού, καθώς στο «Happy Birthday to You» αναγνωρίστηκαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, με δημιουργούς τους συγγραφείς R.R. Forman και Preston Ware Orem. Μισό σχεδόν αιώνα μετά, το 1988, τα δικαιώματα του τραγουδιού αγόρασε –έναντι 25 εκατ. δολαρίων- η μουσική εταιρεία Warner. Εκτοτε το τραγούδι ορίστηκε να προστατεύεται πνευματικά έως το 2030 – τα ευρωπαϊκά δικαιώματα έληξαν στα τέλη του 2016.

H Warner χρέωνε περίπου 7.000 δολάρια για κάθε εμπορική χρήση του τραγουδιού, γι’ αυτό και οι κινηματογραφικοί παραγωγοί το απέφευγαν και είτε το διέκοπταν μετά τους πρώτους στίχους είτε χρησιμοποιούσαν παραλλαγές, όπως το «For He’s a Jolly Good Fellow», που δεν έχει δικαιώματα. Πάντως, υπολογίζεται ότι στα ταμεία της Warner κάθε χρόνο κατέληγαν, χάρη στα δικαιώματα του τραγουδιού, περίπου δύο εκατ. δολάρια.

Ωστόσο, η ανακάλυψη μιας θολής φωτογραφίας, από ένα βιβλίο μουσικής του 1927, το οποίο περιλαμβάνει το «Happy Birthday» με τους στίχους του, καταδεικνύει πέραν πάσης υποψίας ότι οι δύο συγγραφείς δεν ήταν οι δημιουργοί του τραγουδιού – αμφιβολίες υπάρχουν και για τις δύο αδερφές, οι οποίες εικάζεται ότι χρησιμοποίησαν τους στίχους παλιότερου τραγουδιού.

Μετά από αυτή την εξέλιξη οι μηνύσεις και οι αγωγές ενάντια στην εταιρεία έπεσαν βροχή. Εντέλει, η Warner αναγκάστηκε να πληρώσει 14 εκατ. δολάρια και πλέον το τραγούδι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον καθένα χωρίς να καταβληθούν δικαιώματα.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Τι σκαρφίστηκε επιχειρηματίας για να τονώσει τις πωλήσεις...

O Nathan Handwerker, μετανάστης από την Πολωνία, υπήρξε ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας. Όταν το 1916 εγκατέλειψε τη δουλειά του σε ένα εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει: θα άνοιγε ένα μαγαζί με hot dog ακριβώς απέναντι από τον πρώην εργοδότη του. Αυτός βέβαια, θα χρέωνε το hot dog στη μισή τιμή από ό,τι χρέωνε ο πρώην εργοδότης του, μόλις πέντε σεντς.

Ακόμα και όταν διαπίστωσε ότι το φθηνό του προϊόν δεν υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές, καθώς το κοινό είχε αμφιβολίες για την ποιότητά του, είχε έτοιμη τη λύση: πλήρωσε άτομα, τα οποία φορούσαν ιατρικές ποδιές και ήταν εφοδιασμένα με στηθοσκόπιο, για να παριστάνουν τους γιατρούς παρακείμενου νοσοκομείου για να στέκονται έξω από το μαγαζί του τρώγοντας hot dog.

Αργότερα, τοποθέτησε ταμπέλα στη βιτρίνα που ανέγραφε «αν οι γιατροί τρώνε τα hot dog που φτιάχνουμε, τότε ξέρετε ότι είναι καλά».

Το κόλπο έπιασε και ο κόσμος άρχισε να συρρέει στο μαγαζί του Handwerker. Σήμερα η εταιρεία του συνεχίζει να ευημερεί μετρώντας 400 καταστήματα εντός και εκτός Αμερικής.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ενα εξαιρετικό παράδειγμα υποδειγματικής εξυπηρέτησης του πελάτη

Υπάρχουν δύο απλοί αλλά εξίσου σημαντικοί κανόνες στην ποιοτική εξυπηρέτηση πελατών: «Πάντα να δίνετε στους πελάτες σας περισσότερα από όσα προσδοκούν» και «Προσφέρετε εξατομικευμένες υπηρεσίες».

Πολλές επιχειρήσεις διατείνονται ότι στόχος τους είναι να δώσουν το κάτι παραπάνω (more for less στη γλώσσα του μάρκετινγκ), να αντιμετωπίσουν τον κάθε πελάτη ξεχωριστά, να προσφέρουν μία αλησμόνητη εμπειρία. Από όλες αυτές, λίγες, δυστυχώς, το κάνουν πράξη. Σύμφωνα με έρευνες, για κάθε 10.000 επιχειρήσεις που ισχυρίζονται ότι παρέχουν «εξαιρετική» εξυπηρέτηση, μόλις 100 (το 1%) το κάνει πράξη…

Μία από αυτές είναι ένα ξενοδοχείο πέντε αστέρων στην Κασσάνδρα της Σκιάθου (το μοναδικό του είδους στην περιοχή), για το οποίο ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ζούλας έγραψε ένα εξαιρετικό άρθρο με τίτλο «Παράδειγμα προς μίμηση» στο περιοδικό Ταξίδια της Καθημερινής, το οποίο μου κίνησε το ενδιαφέρον και έτσι αποφάσισα να το μοιραστώ. Σας παραθέτω αυτούσιο ένα απόσπασμά του:

«Δεν θα σας μιλήσω για τη διαρκή καθαριότητα όλων των εγκαταστάσεων, το καταπληκτικό πρωινό με ελληνικά προϊόντα, τα δύο εξαιρετικά εστιατόρια με διαφορετικά μενού το καθένα, την ανεπιτήδευτη ευγένεια των υπαλλήλων». Για πολλούς, αυτά αρκούν για να απολαύσει ο επισκέπτης μία αλησμόνητη εμπειρία. Ωστόσο, το εν λόγω ξενοδοχείο δεν περιορίστηκε σε αυτά και πήγε ένα βήμα παραπέρα.
«Θα σταθώ μόνο σε ένα παράδειγμα που με έκανε να ξαναθυμηθώ τι είναι τελικά αυτό που κάνει τη διαφορά στην παροχή υπηρεσιών. Ο ανιψιός μου έχει μια σπάνια αλλεργία που του απαγορεύει να τρώει από ψάρι, κοτόπουλο και όσπρια μέχρι ζυμαρικά, γάλα, αυγά, σόγια και ξηρούς καρπούς. Δηλαδή σχεδόν τα πάντα. Ήδη από το πρώτο μεσημέρι –όταν τυχαία ο σερβιτόρος αντιλήφθηκε το πρόβλημα– ήταν ενημερωμένο όλο το προσωπικό και των δύο εστιατορίων. 
Τον ήξεραν όλοι με το μικρό του όνομα και προσπάθησαν τις πέντε μέρες που έμεινε εκεί να τον κάνουν να ξεχάσει εντελώς το πρόβλημά του.
Για να καταλάβετε πόσο υποδειγματικά ανταποκρίθηκε το ξενοδοχείο, ο σεφ κάθε μέρα πρότεινε ή και μαγείρευε 1-2 διαφορετικά πιάτα μόνο για τον ανιψιό μου, γεγονός που έκανε και την οικογένειά του να ξεχάσει το καθημερινό αυτό άγχος. Όλα αυτά, με υποδειγματική ευγένεια και χωρίς καμία επιτήδευση. Οι εργαζόμενοι σε έκαναν να αισθάνεσαι ότι όχι μόνο αγαπούν αυτό που κάνουν, αλλά και ότι νοιάζονται να είναι πραγματικά ξεχωριστή η επιχείρηση για την οποία εργάζονται».

Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της υποδειγματικής εξυπηρέτησης του επισκέπτη, της πραγματικής φιλοξενίας, τότε δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να είναι…

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Η άγνωστη ιστορία πίσω από το διάσημο μπουκάλι της Coca-Cola

Μέχρι το 1915 η Coca-Cola,  δημιουργός του πρώτου αναψυκτικού τύπου cola, είχε να αντιμετωπίσει τον έντονο ανταγωνισμό από επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν αποσπάσει ένα σεβαστό μερίδιο της αγοράς,  που χρησιμοποιούσαν παραπλήσια ονόματα και διέθεταν τα προϊόντα τους σε πανομοιότυπα μπουκάλια.

Η αμερικάνικη εταιρεία αντιλήφθηκε ότι ήταν η στιγμή ώστε να διαφοροποιήσει τη συσκευασία της, το «περιτύλιγμα», κοινώς να σχεδιάσει ένα διακριτό μπουκάλι που θα αναδείκνυε τα ποιοτικά της συστατικά. Διοργάνωσε λοιπόν εθνικό διαγωνισμό για ένα μπουκάλι που θα ήταν «αναγνωρίσιμο μέσω της αφής στο σκοτάδι, ακόμη και αν κείτονταν σπασμένο στο έδαφος» και το οποίο θα μπορούσε να παραχθεί μαζικά από τον υπάρχον εξοπλισμό. 

Νικητής του διαγωνισμού ήταν μία εταιρεία από την Ιντιάνα, η οποία, αναζητώντας λέξεις παρεμφερείς με το coca, εμπνεύστηκε ένα νέο μπουκάλι από το φασόλι του κακάο (cocoa), που –όπως ισχυρίστηκε- είχε ένα περίεργο αλλά «ελκυστικό» σχήμα. Το επαναστατικό μπουκάλι με τις ανάγλυφες γραμμές ονομάστηκε από τον εμπνευστή του, Earl R. Dean, “μπουκάλι περιγράμματος” (“contour bottle”) και “μπουκάλι-στενή φούστα” (“hobble skirt bottle” – δημοφιλή φούστα της εποχής, που στένευε αρκετά στη μέση της γάμπας), καθώς παρέπεμπε σε γυναικεία σιλουέτα.

Το νέο μπουκάλι, που βγήκε στην αγορά –με ελαφρώς πράσινο χρώμα- το 1916 και μέχρι το 1920 είχε καθιερωθεί από την εταιρεία σε όλη την Αμερική, έμελλε να κατακτήσει την αγορά, όντας το πρώτο εμπορικό προϊόν που φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του Time, το 1950.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Πώς η Apple απαντούσε στα παράπονα για την υπερθέρμανση του Apple ΙΙΙ...

Ο Apple III βγήκε στην αγορά το 1980 και ήταν η απάντηση της εταιρείας στις επιθυμίες των επαγγελματιών χρηστών που αναζητούσαν ένα πιο ισχυρό εργαλείο από ότι ήταν ο Apple II.

Ο νέος υπολογιστής ήταν δημιούργημα περισσότερο του τμήματος μάρκετινγκ παρά των μηχανικών της εταιρείας, τους οποίους αγνόησε επιδεικτικά ο Στιβ Τζομπς. Αποτέλεσμα: ο Apple III έβριθε ελαττωμάτων.
Ίσως το πιο σημαντικό ελάττωμά του θνησιγενούς μοντέλου  ήταν η συχνή υπερθέρμανσή του, με αποτέλεσμα τα κυκλώματά του να βραχυκυκλώνουν. Η λύση προφανώς ήταν τα ανεμιστηράκια, τα οποία όμως ο συνιδρυτής της Apple τα είχε ξορκίσει καθώς τα μισούσε γιατί ήταν θορυβώδη.

Ελλείψει σωστού εξαερισμού, το μηχάνημα υπερθερμαίνονταν με αποτέλεσμα τα δεδομένα να εμφανίζονται ανακατεμένα στην οθόνη.

Τα παράπονα έπεφταν βροχή και οι υπάλληλοι δεν ήξεραν πώς να τα αντιμετωπίσουν. Μέχρι που ένας μηχανικός, όντας σαστισμένος, έπιασε τον υπολογιστή και τον πέταξε πάνω στο γραφείο του. Ως εκ θαύματος, ο υπολογιστής δούλεψε ξανά.

Αυτή ήταν και η λύση που οι υπάλληλοι στο τμήμα εξυπηρέτησης πρότειναν στους πελάτες που είχαν τέτοιο πρόβλημα. Επακριβώς τους έλεγαν: «Ανασηκώστε τον υπολογιστή δύο ίντσες (περίπου 7 πόντους) και αφήστε τον να πέσει. Αυτό θα επαναφέρει τα κυκλώματά του»…

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Πώς ένα αεροδρόμιο περιόρισε το χρόνο αναμονής των επιβατών κατά την παραλαβή των αποσκευών

Πριν από χρόνια, οι υπεύθυνοι του αεροδρομίου του Χιούστον έγιναν αποδέκτες πληθώρας παραπόνων σχετικά με τους χρόνους αναμονής των επιβατών κατά την παραλαβή των αποσκευών τους. 
Με την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού εδάφους που χειριζόταν τις αποσκευές, το πρόβλημα μετριάστηκε καθώς ο χρόνος αναμονής έπεσε στα οκτώ λεπτά (ένα λεπτό για περπάτημα και επτά λεπτά αναμονής στο χώρο των αποσκευών). 
Παρ’ όλα αυτά, τα παράπονα δεν μειώθηκαν δραστικά. Τότε, οι υπεύθυνοι ακολούθησαν μία πιο ρηξικέλευθη προσέγγιση: μετακίνησαν τις πύλες εισόδου των επιβατών όσο πιο μακριά γινόταν από το κεντρικό terminal ενώ την ίδια στιγμή διοχέτευσαν τις αποσκευές στο πιο απόμακρο carousel.
Ως εκ τούτου, οι επιβάτες είχαν πλέον να καλύψουν εξαπλάσια απόσταση για να φθάσουν στον ιμάντα αποσκευών, με αποτέλεσμα ο καθαρός χρόνος αναμονής να συρρικνωθεί ριζικά.
Το πείραμα πέτυχε, καθώς τα παράπονα σχεδόν εκμηδενίστηκαν…

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Επεσε η αυλαία για τους "Λουκουμάδες Αιγαίον"

«Σχεδόν αιώνας πέρασε! Το ''Αιγαίον" κλείνει εδώ έναν κύκλο! Αισιοδοξούμε να γλυκάνουμε και πάλι τους πελάτες μας σε νέες συνθήκες στο προσεχές μέλλον». Με αυτή τη λιτή ανακοίνωση, που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του καταστήματος, το «Αιγαίον» επέλεξε να ρίξει τίτλους τέλους.

Το ιστορικό ζαχαροπλαστείο της Πανεπιστημίου, που αποθεώθηκε κυρίως για τους λουκουμάδες του –μέχρι και η βρετανική Telegraph υποκλίθηκε σημειώνοντας ότι είναι ένα από τα 10 πιάτα που θα πρέπει να δοκιμάσει ο τουρίστας στην Ελλάδα-, ρίχνει αυλαία μετά από 91 χρόνια λειτουργίας.

Το «Αιγαίον» άνοιξε τις πόρτες του το 1926 από τον χιώτη Γεώργιο Φύλλα και στεγαζόταν στο νεοκλασικό κτίριο κατασκευής του 1890 στην οδό Πανεπιστημίου 46 και Χαριλάου Τρικούπη στο κέντρο της Αθήνας.

Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του λειτουργούσε  ως καφενείο με την ίδια επωνυμία, προσελκύοντας κυρίως Χιώτες. Λίγα όμως χρόνια μετά εισάγει στον τιμοκατάλογό του και τους λουκουμάδες, βασισμένους πάνω στην χιώτικη συνταγή. 

Πολλοί επώνυμοι (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί), πέρασαν το κατώφλι του «Αιγαίον» για να απολαύσουν τους τραγανούς και ζουμερούς του λουκουμάδες και να πιουν τον καφέ τους.

Το «Αιγαίον» σιγά σιγά ξεκινά να εμπλουτίζει τον κατάλογό του και να προσθέτει και νέες γλυκές γεύσεις, με τους λουκουμάδες όμως να κερδίζουν την προτίμηση των επισκεπτών του καταστήματος.
Τον ιδρυτή του καταστήματος Γεώργιο Φύλλα, διαδέχονται το 1973 τα παιδιά του. Μπαινοβγαίνοντας στο κατάστημα από μικροί, οι Μιχάλης και Ευγένιος, αμφότεροι με ανώτατες σπουδές, παίρνουν την διοίκηση στα χέρια τους, το ανακαινίζουν, το επεκτείνουν και το οργανώνουν σε βελτιωμένα πρότυπα.

Την επιχείρηση ανέλαβε τα τελευταία χρόνια ο γιος του Μιχάλη Φύλλα, Γιώργος, επενδύοντας στη διατήρηση, την εξέλιξη ή διαφορετικά, στην φίρμα της οικογενειακής επιχείρησης, πάντα με σεβασμό στο όνομα, τη φήμη, το ίδιο το προϊόν και κατ’ επέκταση στην παράδοση και στην ιστορία.

Ωστόσο, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η οικογενειακή επιχείρηση δέχεται το ένα πλήγμα μετά το άλλο: η οικονομική κρίση, η υψηλή φορολογία, η υποβάθμιση-απαξίωση του κέντρου και το γεγονός ότι η Πανεπιστημίου ερήμωσε από καταστήματα τα τελευταία χρόνια (η τοποθεσία άλλοτε αποτελούσε το βαρύ χαρτί της εταιρείας, πλέον αποτελούσε βαρίδι) και η αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, όλα μαζί διόγκωσαν τα χρέη και έσπρωξαν την ιστορική εταιρεία στο κόκκινο.


Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Οταν η κακή δημοσιότητα είναι... καλή

"Bad press is good marketing" (η κακή δημοσιότητα είναι καλό μάρκετινγκ), συνηθίζουν να λένε οι Αμερικάνοι, κάτι που επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση των παραδοσιακών μαύρων ταξί της Μεγάλης Βρετανίας.

Το 2014, λοιπόν, οι οδηγοί των μαύρων ταξί διαδήλωσαν στο κεντρικό Λονδίνο, διαμαρτυρόμενοι για την ''επέλαση'' της Uber, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό κομφούζιο.

Τι πέτυχαν, ακριβώς; Αντί να πλήξουν την Uber, καταγράφηκε αύξηση 850% στα downloads της εφαρμογής της, σπρώχνοντας πιο κοντά στον γκρεμό μία παράδοση που κρατάει σχεδόν έναν αιώνα.

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Τα Lidl αφαίρεσαν τον σταυρό...

Ανευ σταυρού απεικονίζονται οι δημοφιλείς γαλάζιοι και λευκοί τρούλοι των εκκλησιών της Σαντορίνης στις συσκευασίες ελληνικής μάρκας τροφίμων που πωλείται στο Βέλγιο από τα Lidl.
Το θέμα ανέδειξε το τηλεοπτικό δίκτυο RTL, μετά την καταγγελία Βέλγου πελάτη της γερμανικής αλυσίδας, που διαμαρτυρήθηκε για την εικαστική παρέμβαση σε μία από τις πιο γνώριμες και πολυταξιδευμένες φωτογραφίες της Ελλάδας.
Ο εν λόγω καταναλωτής δήλωσε σοκαρισμένος από το γεγονός ότι τα καταστήματα πωλούν ελληνικά προϊόντα και σβήνουν μέρος του ελληνικού τοπίου και πολιτισμού. Σύμφωνα με το κανάλι, που ήρθε σε επικοινωνία με τα Lidl, ο λόγος γι’ αυτή την παρέμβαση είναι η αποφυγή χρήσης θρησκευτικών συμβόλων επειδή επιθυμεί να αποφύγει να ταυτιστεί με θρησκευτικές πεποιθήσεις, σεβόμενη, όπως ισχυρίστηκε, τη διαφορετικότητα.
Μετά τις διαστάσεις που πήρε το θέμα, η γερμανική εταιρεία ζήτησε συγγνώμη εάν η επίμαχη πράξη προκάλεσε το κοινό αίσθημα, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν στις προθέσεις της να σοκάρει.


Κοκαΐνη. Το "θαυματουργό φάρμακο" του 19ου αιώνα...

Η κοκαΐνη ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής τον 19ο αιώνα. Τα χρόνια εκείνα η κοκαΐνη ήταν νόμιμη και θεωρούνταν εξαιρετικά ωφέλιμη για τον οργανισμό. Γύρω στο 1860 είχε κυκλοφορήσει η έρευνα ενός κομπογιαννίτη ιταλού γιατρού, του Πάολο Μαντεγάτζα, ο οποίος υποστήριζε ότι η κοκαΐνη ήταν ένα θαυματουργό φάρμακο.
Και φυσικά την εποχή εκείνη δεν ήταν η Coca-Cola το μοναδικό προϊόν που διέθετε (μέχρι το 1903), όπως υποδηλώνει και το όνομά της, κοκαΐνη. Οι εταιρείες φυσικά δεν άργησαν να "αγκαλιάσουν" την κόκα (συγνώμη, κοκαΐνη) και να ισχυρίζονται, χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση, ότι κάνει θαύματα
Ηταν ένα φάρμακο που διατίθεντο σε σκόνη ή σε υγρή μορφή για ενδοφλέβια χρήση (με δώρο τη σύριγγα) και μπορούσε να θεραπεύσει κυριολεκτικά οτιδήποτε. Κάπως έτσι λοιπόν άρχισαν

να κυκλοφορούν σκόνη κοκαΐνης, τσιγάρα κοκαΐνης, κρασί με κοκαΐνη (το αγαπημένο του Τόμας Εντισον) ταμπλέτες που ανακούφιζαν το φούσκωμα στο στομάχι, άσπριζαν τα δόντια, λείαιναν τη γλώσσα, τόνωναν τον οργανισμό, καταπολεμούσαν την πιτυρίδα, τον πονόλαιμο, το άγχος, τις αϋπνίες κ.ά.

Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν πλέον έγινε αντιληπτό ότι επρόκειτο για ένα «φάρμακο» που μπορεί να αποβεί άκρως εθιστικό και να δημιουργήσει περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα από όσα, υποτίθεται ότι, έλυνε. 

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Ξενοδοχείο απειλούσε με πρόστιμο 500 δολαρίων όσους ανέβαζαν αρνητική κριτική...

Η ιστορία είναι λίγο παλιά, από το 2014, είναι ωστόσο ενδεικτική της απύθμενης ανθρώπινης βλακείας.
Είναι κοινώς αποδεκτό ότι πολλοί επαγγελματίες απεχθάνονται τις αρνητικές κριτικές. Τις μισούν, δεν τις θέλουν. Κάνουν ότι μπορούν για να μην έρθουν αντιμέτωποι με αυτές. Μέχρι πού μπορούν να φθάσουν; Να επιβάλλουν πρόστιμο σε όποιον τολμήσει να ανεβάσει επικριτικά σχόλια.
Αυτό ακριβώς έπραξε το Union Street Guest House, στη Νέα Υόρκη, που φιλοξενεί γαμήλιες τελετές, όταν ανήρτησε στην ιστοσελίδα του τη νέα του πολιτική: το ξενοδοχείο θα επιβάλλει πρόστιμο για κάθε αρνητική κριτική που θα ανεβαίνει οπουδήποτε στο διαδίκτυο από μέλη του γαμήλιου γκρουπ.
«Το ξενοδοχείο μπορεί να αρέσει στους νεόνυμφους, ωστόσο οι φίλοι τους ίσως αδυνατούν να κατανοήσουν την ιστορικότητα του κτιρίου, της διακόσμησης και των χώρων που αποπνέουν μία αίσθηση vintage», συνεχίζει η ανάρτηση.
Το νέο διαδόθηκε εν ριπή οφθαλμού με εκατοντάδες χρήστες να διαμαρτύρονται στο Yelp, site που φιλοξενεί κριτικές, για την εταιρική πολιτική, αλλά και ανεβάζοντας ψεύτικα σχόλια για τη δήθεν διαμονή τους στο ξενοδοχείο.
Μέσα σε μία μόλις μέρα είχαν γραφτεί 3.000 κριτικές. Το ξενοδοχείο, που έσπευσε να σβήσει όσες μπορούσε (με την αιτιολογία ότι ήταν ψευδείς), κατέβασε κακήν κακώς από την ιστοσελίδα τη νέα του εταιρική πολιτική, παραδεχόμενο το λάθος του και δηλώνοντας ότι ήταν απλώς μία πλάκα και ότι ουδέποτε απαιτήθηκε από κάποιον να πληρώσει.

Όπως και να έχει, κάποιοι προτιμούν να «τιμωρούν» όσους ανεβάζουν αρνητική κριτική, όταν θα έπρεπε να αξιοποιήσουν αυτά τα σχόλια για να βελτιωθούν και να παρέχουν καλύτερες υπηρεσίες στους πελάτες τους.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Σαντορίνη. Ο δημοφιλής τουριστικός προορισμός δείχνει να φθάνει στα όριά του

«Ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη. Καθώς πέφτει το σούρουπο, αρχίζει η φασαρία».
Με μια χαρακτηριστική εικόνα από το νησί ξεκινάει το δημοσίευμα του Guardian για τη Σαντορίνη, που όμως στη συνέχεια κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: 
«Σαν να πρόκειται για χορογραφία ενός καλοδουλεμένου τελετουργικού, ορδές τουριστών κατεβαίνουν στην Οία, τον εκπληκτικό οικισμό που βρίσκεται σκαρφαλωμένος στο βόρειο άκρο του νησιού. Περπατώντας από το κεντρικό σοκάκι του χωριού με τα καταστήματα που πωλούν πολυτελή ενδύματα Ελλήνων σχεδιαστών και παπούτσια Jimmy Choo, προσπαθούν να φθάσουν στο στόχο τους: Να εξασφαλίσουν την καλύτερη θέση για να δουν το φημισμένο ηλιοβασίλεμα.
Το ηλιοβασίλεμα είναι συνδεδεμένο με το μύθο της Σαντορίνης, του πιο δημοφιλή προορισμού της Ευρώπης. Για τα εστιατόρια και τα μπαρ που βρίσκονται στο χείλος του βράχου, η επιτυχία τους βρίσκεται στο ότι οι πελάτες τους είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ακριβά για το φαγητό και τα κοκτέιλ τους με φόντο το θρυλικό ηλιοβασίλεμα.
Μια βίλα κρεμασμένη στο βράχο με θέα την ηφαιστειακή καλντέρα μπορεί να κοστίσει 5.000 ευρώ τη βραδιά.
Και καθώς όλο και περισσότεροι θέλουν να έχουν φόντο το θεαματικό σκηνικό της Σαντορίνης για το γάμο τους, την πρόταση γάμου στην καλή τους ή την ανανέωση των όρκων τους, η ζήτηση θα αυξάνεται. Είναι ένας διαφορετικός κόσμος σε σχέση με αυτόν που υπάρχει στη νότια πλευρά του νησιού, με τα μαγαζιά που πωλούν ό,τι πάρεις αντί 1 ευρώ.
Φέτος, δύο εκατ. τουρίστες ότι θα επισκεφθούν τη Σαντορίνη. Σχεδόν κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας, με εξαίρεση την «παιδική χαρά» της Μυκόνου, δεν έχει τέτοια επιτυχία. Σε μια χώρα ταπεινωμένη από την κρίση, όπου το 23% των πολιτών της είναι άνεργοι και συχνά αδυνατούν να πληρώσουν τους βασικούς λογαριασμούς τους, ο τουρισμός στη Σαντορίνη είναι ένα επίτευγμα που άλλες γωνιές της χώρας μπορούν μόνο να ονειρεύονται.
Οι μισοί από τους επισκέπτες της Σαντορίνης καταφθάνουν με πτήσεις τσάρτερ και πτήσεις απευθείας από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Περισσότεροι από 850.000 θα φθάσουν στο ελληνικό νησί με κρουαζιερόπλοια.
Για πρώτη φορά φέτος, 141 ξενοδοχεία θα παραμείνουν ανοιχτά και τον χειμώνα (από  μόλις 35 το 2013), παρατείνοντας την τουριστική σεζόν και διασφαλίζοντας ότι οι ντόπιοι θα επωφεληθούν από τα συνεχώς αυξανόμενα κέρδη. Η εικόνα απέχει από εκείνη του 1950, όταν μετά από έναν καταστροφικό σεισμό οι κάτοικοι του νησιού μετανάστευσαν. Ουσιαστικά, τότε, η εμπορική ελίτ του νησιού μετακόμισε στην Αθήνα. Το ηλεκτρικό έφθασε στο νησί μόλις το 1974.
Αλλά, όπως και στην περίπτωση της Βενετίας αλλά και πολλών ισπανικών πόλεων, η επιτυχία έχει και το τίμημά της. Οπως και η κρίση χρέους έτσι και η τουριστική έκρηξη έχει ενισχύσει τις κοινωνικοοικονομικές εντάσεις και δημιούργησε ένα ανυπόφορο βάρος στις ήδη επιβαρυμένες υποδομές του νησιού. Το νησί έχει αρχίσει και φθάνει στα όριά του. Οι ντόπιοι είναι αναστατωμένοι.
Όπως δηλώνει ο δήμαρχος του νησιού: "Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι πάνω από 25.000. Εχουμε περίπου 150 γεννήσεις τον χρόνο, ίσως το υψηλότερο ποσοστό στην Ελλάδα. Δεν έχουμε αρκετές παιδικές χαρές ή την αντίστοιχη υποδομή για να εξυπηρετήσουμε και να διατηρήσουμε την ταχεία ανάπτυξη".
Ο ίδιος δεν κρύβει τις ανησυχίες του. Η Σαντορίνη μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του. Η περιβαλλοντική καταστροφή είναι προ των πυλών. "Το 11% του νησιού έχει τσιμεντωθεί", λέει αναφερόμενος σε πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Υπάρχουν περισσότερα από 1.000 κρεβάτια ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο -περισσότερα από ό,τι σε τουριστικά νησιά όπως η Κως και η Ρόδος- και σε μια έκταση 76 τετραγωνικών χιλιομέτρων υπάρχουν περισσότερα από 700 εστιατόρια, καφετέριες, μπαρ και φούρνοι, τα περισσότερα εκ των οποίων στα Φηρά.
"Εχουμε φθάσει στο σημείο κορεσμού. Η πίεση είναι πολύ μεγάλη", λέει αναστενάζοντας. "Στη Σαντορίνη υπάρχουν πλέον τα προβλήματα μιας μεγαλούπολης. Η κατανάλωση νερού αυξήθηκε κατά 46%. Χρειαζόμαστε απελπισμένα να αυξήσουμε τον εφοδιασμό νερού, αλλά αυτό απαιτεί μελέτες, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν τεχνικούς, κάτι το οποίο δεν μπορούμε να αντέξουμε", συμπληρώνει.
Σε μια πρωτοφανή κίνηση, ο δήμαρχος έβαλε όριο στον αριθμό των επιβατών κρουαζιερόπλοιων που αποβιβάζονται καθημερινά στο νησί: 8.000 άτομα ημερησίως. Πέρυσι, 636 κρουαζιερόπλοια έδεσαν στον πιο δημοφιλή προορισμό κρουαζιέρας στη χώρα. Υπήρξαν ημέρες κατά τις οποίες οι επιβάτες έφτασαν τους 18.000.
Για τους κατοίκους, ιδιαίτερα τους παλιότερους, η σημερινή εικόνα της Σαντορίνης, με τα μποτιλιαρίσματά της και την άναρχη τσιμεντοποίηση, δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα της Σαντορίνης του '70. 
Τους ανησυχεί επίσης το ολοένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στους έχοντες και στους μη έχοντες. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που αποσπώνται στο νησί για να εργαστούν στα σχολεία και στο νοσοκομείο δύσκολα μπορούν να αντέξουν τα υψηλά ενοίκια και τις συνεχώς αυξανόμενες τιμές σε όλα τα είδη. "Έχουμε καθηγητές που εργάζονται στα σχολεία το πρωί και ως σερβιτόροι το βράδυ", λέει.
Η δημοτική Αρχή παρέχει οικονομική στήριξη στους απόρους. "Υπάρχουν άνθρωποι που δεν εργάζονται στον τουρισμό και έχουν λίγα χρήματα", λέει η Πόπη Δρόσου έξω από την πόρτα μαγαζιού που πουλά πράγματα αντί 1 ευρώ. "Ξέρω οικογένειες με τρία παιδιά που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με 600 ευρώ τον μήνα".
Η Μαρία Βάλαρη, υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ, επιμένει ότι χωρίς τη βοήθεια της εκκλησίας και της τοπικής κοινότητας κάποιοι δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν. "Υπάρχουν περιπτώσεις ηλικιωμένων που δεν έχουν καμία σύνταξη, κανένα εισόδημα", λέει. "Εχουν πληγεί από την κρίση, πλήττονται από τις περικοπές, τους φόρους. Ολοι προσπαθούμε να τους βοηθήσουμε".
"Η φήμη του νησιού είναι αιτία για χαρά, αλλά με τρομάζει κιόλας", παραδέχεται ο Μανώλης Καραμολέγκος, επικεφαλής της Ένωσης Ξενοδόχων της Σαντορίνης. "Ανησυχώ για το αύριο, για το πού θα οδηγήσει όλο αυτό. Ο τουρισμός αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνική  συνοχή. Παντού οι άνθρωποι χτίζουν ή νοικιάζουν τα σπίτια τους".
Η Σαντορίνη πια έχει φθάσει στο σημείο μηδέν. Πρέπει επιτέλους να κοιτάξει με υπευθυνότητα το αύριο, το πού θέλει να είναι σε 10 χρόνια. Αυτό που απέφευγε χρόνια να κάνει, πρέπει να γίνει τώρα. Αν δεν γίνει, αν δεν μπουν όρια και στόχοι, το νησί κινδυνεύει σε μερικά χρόνια να χάσει ότι παραδοσιακό στοιχείο του έχει απομείνει και να περάσει οριστικά στην ακροτελεύτια φάση ενός προορισμού, αυτή της παρακμής, Τότε νομοτελειακά και οι ίδιοι οι τουρίστες, που σήμερα περιδιαβαίνουν στα σοκάκια της, θα της γυρίσουν την πλάτη…

Πηγή: προσαρμογή σε άρθρο του www.iefimerida.gr