Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Η ΕΖΑ κατακεραυνώνει, σε μια άκρως επιθετική καμπάνια, Heineken και Carlsberg


Ομολογώ ότι επισκεπτόμενος το site της Ελληνικής Ζυθοποιίας Αταλάντης (ΕΖΑ) έμεινα έκπληκτος καθώς δεν είχα δει ποτέ κάτι ανάλογο. Η ελληνική ζυθοποιία, σε μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα κίνηση, λάνσαρε μια άκρως επιθετική διαφημιστική εκστρατεία (η ανάρτηση έμεινε στον αέρα για δύο μέρες) όπου έβαλλε εναντίον των δύο μεγάλων πολυεθνικών παικτών του κλάδου, της ολλανδικής Heineken και της δανέζικης Carlsberg, που ελέγχουν την αγορά με μερίδιο που φθάνει το 80%.

Με τίτλο «Διεκδικούμε χώρο για την Ελλάδα», η εταιρεία από την Αταλάντη, ούσα η μεγαλύτερη –και με αυξητικούς ρυθμούς ανάπτυξης- ελληνική ζυθοποιία, επιχείρησε να ευαισθητοποιήσει το καταναλωτικό κοινό υπέρ των (πραγματικών) ελληνικών επωνυμιών στον χώρο της μπίρας, διατεινόμενη πως οι δυο πολυεθνικές εφαρμόζουν εδώ και χρόνια αθέμιτες πρακτικές που καταπνίγουν τον ανταγωνισμό.

Τεκμηριώνοντας τα περί αθέμιτων πρακτικών, η ΕΖΑ δεν παραλείπει να κάνει αναφορά στο πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία, θυγατρική της Heineken, για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, καθώς και στη δικαστική διαμάχη που είχε με την Ολυμπιακή Ζυθοποιία, θυγατρική της Carlsberg, την οποία κέρδισε πρόσφατα (Φεβρουάριο του 2018).

Χρησιμοποιώντας τον όρο «Ευ ζυθοποιείν», η ελληνική εταιρεία αναφέρθηκε στην ανάγκη του δίκαιου ανταγωνισμού στην παραγωγή και διάθεση μπίρας, απαιτώντας «ίδιους κανόνες για όλους», συνθήκη που είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων του κλάδου, αλλά και της οικονομίας εν γένει (τόνωση εξαγωγών και φθηνότερες τιμές για το καταναλωτικό κοινό, που θα έχει πληθώρα επιλογών).

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και για το θέμα της ελληνικότητας επισείοντας την προσοχή των καταναλωτών σε μπίρες που «φαίνονται ελληνικές, αλλά δεν είναι», κατονομάζοντας τις Άλφα, Amstel και Μύθος. Συγκεκριμένα, σημείωνε ότι «ελληνικό προϊόν είναι αυτό που παράγεται στην Ελλάδα από ελληνικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις, τα κέρδη των οποίων διανέμονται στην Ελλάδα» και έκλεινε προτρέποντας το καταναλωτικό κοινό να επιλέξει τις μπίρες ΕΖΑ, που ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους.

Η εν λόγω καμπάνια, μάλιστα, περιελάμβανε και βίντεο στα οποία οι πρωταγωνιστές έκπληκτοι ανακαλύπτουν ότι τα σήματα μπίρας που θεωρούσαν ως ελληνικά, στην πραγματικότητα ανήκουν σε ξένους πολυεθνικούς ομίλους.

Η κίνηση της ΕΖΑ προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στην αγορά, καθώς θεωρείται ιδιαίτερα επιθετική επικοινωνιακά (η συγκριτική διαφήμιση, ως γνωστόν, απαγορεύεται στη χώρα μας), χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες επωνυμίες ανταγωνιστών της. Όπως αναμενόταν, οι δύο μεγάλοι παίκτες του κλάδου, αντέδρασαν και απείλησαν να κινηθούν νομικά εναντίον της ΕΖΑ, η οποία αναγκάστηκε να αποσύρει την καμπάνια. 
Ωστόσο, ο ακήρυχτος πόλεμος στην αγορά της μπίρας καλά κρατεί…

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Καφές από την Jack Daniel's



Θα πίνατε καφέ Jack Daniels; Αν ναι, τότε τα νέα είναι καλά για όλους εσάς που είστε λάτρεις του διάσημου ουίσκυ.


Πριν από ένα χρόνο η Jack Daniels, που αποφάσισε να εμπλουτίσει την προϊοντική της γκάμα (και το brand Jack Daniels) λάνσαρε πειραματικά ένα νέο προϊόν, τον καφέ Jack Daniels Tennessee Whiskey Coffee, σε συνεργασία με την World of Coffee.


Πρόκειται για έναν premium καφέ 100% Arabica, με γεύση από το γνωστό ουίσκι που παράγεται στο παλιό αποστακτήριο του Λίντσμπουργκ, στο Τενεσί, όπου είναι και η έδρα της εταιρείας.


Σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρείας, οι κόκκοι είναι εμποτισμένοι με το αυθεντικό ουίσκι jack Daniels Old No. 7 για μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο η διαδικασία ψησίματος απομακρύνει κάθε ίχνος αλκοόλ, αφήνοντας μόνο μια βαθιά, απαλή γεύση κανέλας.


Σε πρώτη φάση ο καφές, που συσκευάζεται σε αλουμινένιο κουτί των 250 γραμμαρίων και σε σακουλάκι των 42,5 γραμμαρίων. είναι διαθέσιμος μόνο online αλλά και στο κατάστημα της Jack Daniels στο Λίντσμπουργκ. Αναμένεται, αν οι πωλήσεις κριθούν ικανοποιητικές, να  κυκλοφορήσει ευρέως στις ΗΠΑ, αν και κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής, ένα και πλέον χρόνο μετά την εισαγωγή του.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Πόσα πλήρωσε η Corona για να μπει στην ταινία The Fast and Furious


Σε αντίθεση με την Heineken η οποία φέρεται να πλήρωσε 45 εκατομμύρια δολάρια για να είναι η "επίσημη" μπίρα του James Bond, η Corona έτυχε σαφώς καλύτερης μεταχείρισης από τους παραγωγούς των άκρως επιτυχημένων ταινιών The fast and the furious, καθώς δεν πλήρωσε ούτε ένα δολάριο για να «πρωταγωνιστήσει» στην ταινία (κοινώς, δεν επρόκειτο για «τοποθέτηση προϊόντος»  - product placement).

Οι παραγωγοί της εν λόγω ταινίας (που βγήκε για πρώτη φορά στις οθόνες το 2001) απλώς επέλεξαν την Corona επειδή, όπως δήλωσαν, ταίριαζε καλύτερα στην πλοκή του έργου. Η Corona περιορίστηκε στο να στείλει μερικά καφάσια μπίρες για τις ανάγκες της ταινίας και να επιτρέψει στον σκηνοθέτη να χρησιμοποιήσει το όνομα Corona.

Υπολογίστηκε ότι η έκθεση του φιλοθεάμονος κοινού στην εν λόγω μπίρα, με τον πρωταγωνιστή μάλιστα να λέει σε κάποια στιγμή «You can have any brew you want... as long as it's a Corona» (Μπορείς να έχεις όποια μπίρα θέλεις, αρκεί να είναι Corona), ισοδυναμούσε με δωρεάν διαφήμιση αξίας 15 εκατομμυρίων δολαρίων...

Δεν θα μάθουμε ποτέ αν η Corona διείδε την επιτυχία που θα είχε η ταινία (η οποία αισίως έφθασε τα οκτώ sequel, αν και στην αρχή κανείς δεν πίστευε ότι θα είχε εισπρακτική επιτυχία), ή απλώς δεν είδε για ποιο λόγο να αρνηθεί να συμμετέχει σε μια ταινία. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι επρόκειτο για μια άκρως επικερδή κίνηση.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Η ιστορία της Johnson & Johnson


Ο Τζόζεφ Λίστερ, διακεκριµένος Άγγλος χειρουργός, είχε παρατηρήσει ότι µέσα στα χειρουργεία υπήρχαν αιωρούµενα βακτήρια, τα οποία ήταν πηγή µόλυνσης για τους ασθενείς. Tα αποκαλούσε «αόρατους δολοφόνους», όµως κανείς από τους συναδέλφους του δεν ενδιαφερόταν για τα ευρήµατά του. Εκείνη την εποχή η ιατρική επιστήµη αναγνώριζε ότι απαιτείτο περισσότερη φροντίδα για τις πληγές, όµως µάλλον βάδιζε προς λανθασµένη κατεύθυνση.
Αυτός που δεν αµφισβήτησε τη θεωρία της αντισηψίας ήταν ένας φαρµακοποιός, ο Ρόµπερτ Τζόνσον, ο οποίος εντυπωσιάστηκε όταν άκουσε τον χειρουργό σε µία οµιλία του το 1876. Τέσσερα χρόνια αργότερα, αποφάσισε να εφαρµόσει στην πράξη αυτά που πρέσβευε ο Λίστερ (ήδη ένας άλλος γιατρός, ο Τζόζεφ Λάουρενς, που είχε ακούσει την οµιλία του, είχε παρασκευάσει το Listerine, υγρό για τη στοµατική υγιεινή). Εθεσε ως στόχο να φτιάξει χειρουργικά ρούχα, τα οποία θα ήταν έτοιµα και αποστειρωµένα (τυλιγµένα και σφραγισµένα σε ατοµικά κουτιά) για άµεση χρήση, χωρίς το φόβο της µόλυνσης.
Πριν από τις ανακαλύψεις του Λίστερ, το ποσοστό θνησιµότητας σε όσους είχαν εγχειριστεί έφθανε το 90%, όµως κανείς δεν µπορούσε να αντιληφθεί ότι οι ίδιοι οι χειρούργοι µόλυναν τους ασθενείς καθώς χειρουργούσαν χωρίς γάντια, µε ρούχα του δρόμου και µε μη αποστειρωμένα εργαλεία. Σαν να µην έφθαναν αυτά, οι χειρουργικές επεµβάσεις ήταν ανοιχτές για το κοινό.
Ο Ρόµπερτ Τζόνσον έπεισε τους δύο αδερφούς του, Τζέιµς και Έντουαρντ, να παραιτηθούν από την φαρµακευτική εταιρεία στην οποία ήταν συνιδρυτές και µε 1.000 δολάρια να ιδρύσουν τη δική τους. Έτσι, λοιπόν, το 1886 ιδρύθηκε στον τέταρτο όροφο ενός παλιού εργοστασίου η Johnson & Johnson, η οποία προµήθευε τα χειρουργεία µε έµπλαστρα και γάζες και που ουσιαστικά θα έσωζε αµέτρητες ζωές από βέβαιο θάνατο.
Αναγνωρίζοντας τη δύναμη των δημοσίων σχέσεων, πριν ακόμη επινοηθεί ως όρος, τα τρία αδέρφια δηµοσιεύουν ένα εγχειρίδιο, καθώς και πληθώρα βιβλίων και περιοδικών, µε όλες τις νέες µεθόδους αντισηπτικής προστασίας των τραυµάτων, ώστε να ενηµερώνονται οι γιατροί για τις εξελίξεις των χειρουργικών διαδικασιών. Το βιβλίο αυτό, στις τελευταίες σελίδες του οποίου προβάλλονταν διακριτικά τα προϊόντα της J&J, έγινε σύντοµα το «ευαγγέλιο» των ανθρώπων του κλάδου.
Η ιδέα για τη δηµιουργία του πρώτου προϊόντος της J&J που άφησε εποχή, ήρθε το 1888 από έναν χειρουργό που παραπονέθηκε στον Τζόνσον για τα αναρίθμητα ατυχήµατα που συνέβαιναν στο συνεχώς επεκτεινόµενο σιδηροδροµικό δίκτυο αλλά και στην αδυναµία των γιατρών να είναι κοντά για να βοηθήσουν. Η εταιρεία των τριών αδερφών ανταποκρίθηκε πάραυτα φτιάχνοντας το «κουτί πρώτων βοηθειών», που ονοµάστηκε έτσι από τον Φρεντ Κίλµερ, διακεκριµένο επιστήµονα, αφού είχε ως σκοπό να αποτρέψει την εξάπλωση του τραύµατος και όχι να το θεραπεύσει. Τα πρώτα «κουτιά» σχεδιάστηκαν για να βοηθήσουν τους υπαλλήλους στους σιδηρόδρομους, όμως σύντομα η χρήση τους θα εξαπλωνόταν παντού.
Ο Κίλµερ ήταν υπεύθυνος για ένα ακόµη προϊόν που έγραψε ιστορία. Όταν το 1890 ένας γιατρός έγραψε στην J&J για έναν ασθενή που είχε ερεθισµένη επιδερµίδα από τη χρήση των εµπλάστρων της, ο Kίλµερ του έστειλε λίγη σκόνη ταλκ για να τη εφαρμόσει στην ευαίσθητη περιοχή. Το πείραµα πέτυχε και η εταιρεία άρχισε να χρησιµοποιεί την ταλκ και για άλλες χρήσεις, όπως για τους ερεθισµούς από πάνες. Κάπως έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε και η πρώτη πούδρα (baby powder), που σηματοδότησε την είσοδο της εταιρείας στην βρεφική αγορά.
Όµως η ανάπτυξη της επιχείρησης δημιούργησε προβλήµατα στις σχέσεις των ιδρυτών. Το 1897, χρονιά κατά την οποία παρουσιάζονται τα πρώτα προϊόντα υγιεινής για τις γυναίκες αλλά και το οδοντικό νήμα, ο Έντουαρντ Τζόνσον, µη αντέχοντας άλλο τον απολυταρχικό έλεγχο που ασκούσε ο µεγαλύτερος αδερφός, αποχώρησε φιλικά πουλώντας το µερίδιό του. Σύντοµα, ίδρυσε τη δική του επιχείρηση, η οποία αργότερα θα πρωταγωνιστούσε στον χώρο των παιδικών τροφών.
Η J&J παγίωσε τη φήµη της ως η κορυφαία εταιρεία που προστάτευε τη δηµόσια υγεία, µε την αντίδρασή της σε τρία καταστρεπτικά γεγονότα µεταξύ 1898 και 1906. Πρώτα, προµήθευσε µε φάρµακα και φορεία τον αµερικάνικο στρατό στον πόλεµο µε τους Ισπανούς. Αργότερα, στον καταστρεπτικό τυφώνα του 1900, αντικατέστησε δωρεάν όλα τα κατεστραµµένα προϊόντα της που είχαν οι φαρµακοποιοί. Τέλος, στο µεγάλο σεισµό του Σαν Φρανσίσκο το 1906, λίγες μόλις ώρες μετά τη φυσική καταστροφή, ακύρωσε όλες τις παραγγελίες κάτω των 100 δολαρίων και έγινε ο µεγαλύτερος δωρητής προµηθειών και χρημάτων στην κατεστραµµένη πόλη. Οι κινήσεις αυτές είχαν θετικό αντίκτυπο στην εταιρεία που είδε τις πωλήσεις να τριπλασιάζονται µέσα σε µια οκταετία.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ρόμπερτ Τζόνσον εξέδωσε το 1943 το «Johnson & Johnson Credo», μία ανατρεπτική προσέγγιση για τα δεδομένα της εποχής, όπου πρότεινε την τοποθέτηση των πελατών στην κορυφή και την ικανοποίηση των μετόχων στο τέλος. Ήταν από τους πρώτους που εξέφρασε την ανάγκη για την ανάληψη μιας σειράς υπεύθυνων εταιρικών δράσεων προς τους πελάτες, τους υπαλλήλους και την κοινωνία.
Προσανατολισμένη στην καινοτομία, η J&J παρουσίασε το 1921 τα BAND-AID, εφεύρεση ενός υπαλλήλου της εταιρείας που αυτοσχεδίασε για να αντιμετωπίσει τους συχνούς μικροτραυματισμούς της σύζύγου του κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος. Ηταν οι πρώτες γάζες για μικρές πληγές, τις οποίες οι καταναλωτές μπορούσαν να εφαρμόσουν από μόνοι τους.
Αναμφίβολα, ένα από τα πιο γνωστά προϊόντα της αμερικάνικης εταιρείας υπήρξε το παιδικό σαµπουάν Johnson’s Baby Shampoo, που βγήκε στην αγορά το 1954. Όταν παρατηρήθηκε σηµαντική µείωση των γεννήσεων και έχοντας πληροφορίες ότι το προϊόν χρησιµοποιείται και από ενήλικες, τότε η J&J έβγαλε µια διαφηµιστική καµπάνια όπου απαθανάτιζε όλα τα µέλη της οικογένειας να λούζονται µε το εν λόγω σαµπουάν. Η διαφήµιση ήταν τόσο πετυχηµένη, που σύντοµα η J&J έγινε ο ηγέτης του κλάδου. Σήμερα, η περίπτωση του Johnsons Baby Shampoo διδάσκεται σε όλα τα σεμινάρια διοίκησης επιχειρήσεων ως ένα επιτυχημένο παράδειγμα αλλαγής της εικόνας ενός προϊόντος.
Στις μέρες μας η Johnson & Johnson, που κάποτε ξεκίνησε µε 14 υπαλλήλους, είναι ένας πολυεθνικός κολοσσός µε τζίρο άνω των 65 δισ. δολαρίων. Για την ιστορία, το όνοµα της εταιρείας υποδηλώνει δύο άτοµα, οπότε ποιος ήταν ο τρίτος που κατά κάποιο τρόπο «ρίχτηκε» στη µοιρασιά; Ήταν ο πρόεδρός της, ο Ρόµπερτ Τζόνσον, ο οποίος «µπήκε» στην εταιρεία λίγο µετά την επίσηµη ίδρυσή της από τα δύο του αδέρφια.



Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Πουλάει ακόμη το Mamma mia...


Μπορεί να έχουν περάσει 10 ολόκληρα χρόνια από τότε που βγήκε στις αίθουσες το άκρως επιτυχημένο, αν κρίνουμε από τις εισπράξεις, μιούζικαλ Mamma mia, που γυρίστηκε στην Σκόπελο και την Σκιάθο, ωστόσο τα δύο αυτά νησιά, που «πνίγηκαν» τα κατοπινά χρόνια από τουρίστες (γνωστούς και ως film tourists) εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να εξαργυρώνουν τη δημοφιλία τους που προέκυψε από την εν λόγω ταινία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 2010 στη Σκόπελο, που παρουσιάζεται πλέον στις διεθνείς εκθέσεις ως «Skopelos, the island of Mamma Mia!». παντρεύονταν μόνο Έλληνες, κυρίως ντόπιοι. Τα τελευταία, όμως, χρόνια το νησί δέχεται αιτήματα από όλο τον κόσμο για την τέλεση γάμων στα μέρη όπου έγιναν τα γυρίσματα, ενώ εξακολουθεί και υπάρχει ενδιαφέρον από ξένους για αγορά ακινήτων.
Μόνο το 2017 έγιναν στο νησί 70 γάμοι (ένας γάμος κάθε πέντε περίπου μέρες), με τον αριθμό των  καλεσμένων να κυμαίνεται από 40 μέχρι 180 άτομα, αρκετοί από τους οποίους επιστρέφουν την επόμενη χρονιά για διακοπές.

Λίγη ιστορία…
Φυσικά, το Mamma mia δεν ήταν η πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Ελλάδα. Προηγήθηκαν κινηματογραφικές ταινίες που έγραψαν ιστορία όπως: «Αλέξης Ζορμπάς», «Το παιδί και το δελφίνι», «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», «Lara Croft: Tomb Raider», «Απέραντο γαλάζιο». Οι ταινίες αυτές ανέδειξαν σε ένα παγκόσμιο κοινό τα σχετικά άσημα μέχρι τότε θέλγητρα της χώρας μας, με αποτέλεσμα να προσελκυστούν εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες.  
Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι μετά την προβολή των ταινιών «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και «Lara Croft» αυξήθηκε ο τουρισμός στην Κεφαλονιά κατά 14% και στη Σαντορίνη κατά 12%.

Ο κινηματογράφος ως μέσο προβολής…
Ο κινηματογράφος δικαίως θεωρείται ως ένα από τα πιο ισχυρά προωθητικά εργαλεία μιας χώρας - σύμφωνα με μια έρευνα, μια μεγάλη ξένη παραγωγή μπορεί από μόνη της να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 39 εκατ. Σε αντίθεση με μια συμβατική διαφημιστική εκστρατεία, που συνήθως βρίθει ελαττωμάτων (π.χ. σχετικά υψηλό κόστος, βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, συχνά περνά απαρατήρητο το μήνυμα), ο κινηματογράφος μπορεί να βάλει, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, μία άγνωστη περιοχή στον τουριστικό χάρτη.
Η προσέλκυση κινηματογραφικών ταινιών παρουσιάζει πληθώρα πλεονεκτημάτων. Το μήνυμα που περνάει δεν χαρακτηρίζεται από ανταγωνισμό (δεν υπάρχουν άλλα διαφημιστικά μηνύματα που μπορεί να αποσπάσουν την προσοχή των δεκτών) και αφομοιώνεται πιο εύκολα από το κοινό καθώς είναι μέρος της πλοκής και δεν είναι ένα απλό διαφημιστικό μήνυμα του τύπου «κλείσε τώρα».
Συν τοις άλλοις, πέρα από τη διαχρονικότητά του (το μήνυμα παραμένει ισχυρό για χρόνια), συνήθως προσελκύει το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου, ιδιαίτερα όταν πρωταγωνιστούν τρανταχτά ονόματα, ο οποίος προσφέρει, επίσης, ευκαιρίες για δωρεάν δημοσιότητα.

Δημιουργία νέων θέσεων εργασίας…
Στον τομέα της απασχόλησης, τώρα, μία μεγάλη ξένη παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει  διαχρονικά θέσεις εργασίας, καθώς ήδη από τη διάρκεια των γυρισμάτων η τοπική οικονομία θα ωφεληθεί τα μάλα, αφού θα δημιουργηθούν ανάγκες για κομπάρσους,  άτομα που θα απασχολούνται σε καταλύματα, εστιατόρια, καταστήματα με παραδοσιακά προϊόντα κ.λπ.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως είδαμε, ακόμη και σήμερα η βιομηχανία του γαμήλιου τουρισμού στη Σκόπελο καλά κρατεί, με αποτέλεσμα τουρίστες να καταφθάνουν όλο το χρόνο στο νησί για να παντρευτούν, δίνοντας δουλειά σε ανθρώπους διαφόρων ειδικοτήτων (wedding planners, μεσίτες, φωτογράφους, ζαχαροπλάστες κ.λπ.).

Τι κάνουμε στραβά…
Αν και σχεδόν κανείς στην χώρα μας δεν αμφισβητεί τις ευεργετικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει μία κινηματογραφική ταινία όχι μόνο για την τοπική-περιφερειακή οικονομία αλλά και στην ενδυνάμωση του brand ενός προορισμού, εντούτοις κάτι κάνουμε, δεκαετίες τώρα, λάθος, καθώς ακόμη και ταινίες με έντονο ελληνικό ενδιαφέρον (π.χ. από την αρχαία Ελλάδα) γυρίστηκαν σε άλλες χώρες – ακόμη και το sequel του Mamma mia γυρίστηκε πριν λίγους μήνες στην Κροατία.
Δυστυχώς η χώρα μας δεν διαθέτει ακόμη Film Comission Office, που θα έκανε τη ζωή των άμεσα εμπλεκόμενων σε μια κινηματογραφική παραγωγή πιο εύκολη. Την ίδια στιγμή, όταν οι άλλες χώρες προσφέρουν γη και ύδωρ (εκπτώσεις και επιστροφές φόρων - στην Κροατία παρέχεται, για επενδύσεις που υπερβαίνουν το ένα εκατομμύριο ευρώ, η δυνατότητα επιστροφής του 20% των εξόδων παραγωγής), εμείς εξακολουθούμε να σφυρίζουμε αδιάφορα…

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

"Ελβιέλες και Σπορτέξ". Τα αθλητικά που φόρεσαν γενιές Ελλήνων...


Όσοι έχουν περάσει ήδη το κατώφλι των 40 χρόνων, πιθανότατα να είχαν ακούσει από τους γονείς τους τη φράση «πάλιωσαν οι ελβιέλες σου, να πάμε στο Λαμπρόπουλο να πάρουμε καινούργιες για το σχολείο».

Έτος 1968. Ήταν τα παπούτσια που φορούσαν τα παιδιά στη γυμναστική, τις παρελάσεις και τις γυμναστικές επιδείξεις αλλά σύντομα έγιναν σύμβολο των άγριων νιάτων του ’50, ένα στιλ που λάνσαρε με επιτυχία ο James Dean, με λευκό μπλουζάκι, τζιν και αθλητικό. Οι ελβιέλες γεννήθηκαν στην Καλλιθέα, στην οδό Καλυψούς το 1928 από την ΕΛ.ΒΙ.ΕΛΑ, την Ελληνική Βιομηχανία Ελαστικού, με ιδρυτές τους μικρασιάτες πρόσφυγες, Νικόλαο Μαυροφίδη και Νικόλαο Αγνιάδη.

Εκείνη την εποχή αυτά ήταν τα μόνα αθλητικά παπούτσια που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε άλλη εταιρεία που να κατασκευάζει τέτοιου είδους παπούτσια με λαστιχένια σόλα, οπότε το αρτικόλεξο της βιομηχανίας ταυτίστηκε στο μυαλό και την καθημερινότητα των Ελλήνων με τα πάνινα αθλητικά παπούτσια, τα οποία έβγαιναν μόνο σε λευκό χρώμα.
Ο αγγλικός όρος «sneakers», τον οποίο χρησιμοποιούμε για τα αθλητικά, δεν είχε μπει ακόμη στο λεξιλόγιό μας, παρότι εισήχθη στα λήμματα των αγγλόφωνων λεξικών γύρω στα 1870. Περιγράφει τα παπούτσια με λαστιχένια σόλα που δημιουργεί έναν χαμηλής έντασης ήχο και δίνει την ευκαιρία σε αυτόν που τα φοράει να περπατάει αθόρυβα, να κινείται ύπουλα δηλαδή όπως ακριβώς μεταφράζεται η λέξη «sneak», απ΄ όπου προκύπτει ο όρος.

Η ΕΛ.ΒΙ.ΕΛΑ έμεινε ανενεργή σε όλη τη διάρκεια της κατοχής και άνθισε στη δεκαετία 1950-1960, όταν έφτασε να απασχολεί περίπου 300 εργαζόμενους. Ο ιδρυτής της, ωστόσο, Νικόλαος Μαυροφίδης, είχε πεθάνει από το 1944, οπότε το μερίδιό του κληροδοτήθηκε στους γιους του Αιμίλιο και Στέφανο Μαυροφίδη. Ο Αγνιάδης είχε αποχωρήσει επίσης, λόγω ηλικίας. Δυστυχώς, η εταιρεία σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία της στα μέσα του 1961, καθώς υπέστη γενική κατάσχεση λόγω χρεών σε τράπεζες και ιδιώτες πιστωτές.
Η ονομασία της εταιρείας όμως, μετά το κλείσιμό της πωλήθηκε από τους πιστωτές στη μεγάλη υποδηματοποιία «Αλυσίδα», με έδρα στη Θεσσαλονίκη και η εταιρεία μετονομάστηκε σε «Αλυσίδα-ΕΛΒΙΕΛΑ». Κάποιοι θυμούνται ακόμη, το μεγάλο μαγαζί της εταιρείας στη συμβολή Εγνατίας και Αριστοτέλους, απέναντι από το άγαλμα του Βενιζέλου.
Για πολλά χρόνια επίσης, η Αλυσίδα- Ελβιέλα ήταν προμηθευτής τού Ελληνικού Στρατού. Όσοι υπηρέτησαν τη θητεία τους, ίσως θυμούνται τα μπλε πάνινα με άσπρη σόλα παπούτσια που χορηγούσαν στους νεοσύλλεκτους για τη γυμναστική.

Ωστόσο, οι 30άρηδες μεγάλωσαν με άλλον όρο για να χαρακτηρίσουν τα αθλητικά παπούτσια, και αυτός δεν ήταν άλλος από τα «Sportex». Αυτό συνέβη γιατί στα μέσα του 1970 ιδρύθηκε από τον Νίκο Κατράντζο, αθλητή του Άρη Θεσσαλονίκης και γνωστό από τα καταστήματα KAΤΡΑΝΤΖΟΣΠΟΡ, η «Sportex», αντιπροσωπεία γαλλικής εταιρείας αθλητικών υποδημάτων, η οποία άρχισε να τα εισάγει σε μεγάλες ποσότητες στη χώρα μας.

Το ατού τους ήταν πως τόσο εκείνα που εισήγαγε η αντιπροσωπεία της Sportex, όσο και εκείνα που παρήγαγε η Ζίτα Ελλάς έβγαιναν σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και όχι μόνο σε άσπρο και μπλε,  όπως οι ελβιέλες, ως εκ τούτου είχαν πολύ μεγαλύτερη ζήτηση. Όμως, τα παπούτσια με τη λαστιχένια σόλα εξακολουθούσαν να αποκαλούνται ελβιέλες μέχρι τις αρχές του 1983, όταν εισήχθησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα τα θρυλικά All Star, κατασκευασμένα από την αμερικανική εταιρεία Converse.

Πηγή: noupou.gr

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Πώς μπορεί ένα εστιατόριο να χειριστεί την αναμονή των πελατών του


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για μια επισιτιστική επιχείρηση η αναμονή των πελατών της μπορεί να αποτελέσει μία από τις πιο συνηθισμένες πηγές δυσαρέσκειας (ας είμαστε ειλικρινείς, στους περισσότερους από εμάς δεν μας αρέσει να στεκόμαστε σε ουρές αναμονής). Ιδιαίτερα σε ημέρες ή ώρες αιχμής ελλοχεύει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί κλίμα εκνευρισμού ανάμεσα στους πελάτες.
   Η εικόνα μάλιστα μιας μπλοκαρισμένης από πελάτες εισόδου ενός εστιατορίου ή ενός φούρνου-ζαχαροπλαστείου (πολλά τέτοια καταστήματα πλέον έχουν εντάξει και τον καφέ στην προϊοντική τους γκάμα) όπου τις πρωινές ώρες συνωστίζονται επισκέπτες για να προμηθευτούν τον καφέ τους, λειτουργεί για κάποιους, καθώς υποδηλώνει αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης των πελατών, αν μη τι άλλο απωθητικά.
  Δυστυχώς πολλοί ιδιοκτήτες εστιατορίων και καφετεριών πέφτουν σε αυτή την παγίδα καθώς, προσπαθώντας να συμπιέσουν το εργατικό κόστος, είτε δεν διαθέτουν τα εργατικά χέρια που απαιτούνται για να βγάλουν τη δουλειά είτε προσλαμβάνουν ανειδίκευτους, χωρίς την απαραίτητη εμπειρία, χαρακτηριστικά ή δεξιότητες. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση πολύ γνωστής καφετέριας στο Ψυχικό, η οποία Κυριακή μεσημέρι είχε δύο μόλις σερβιτόρες για 25 τραπέζια. «Το αφεντικό δεν ήθελε να προσλάβει και άλλο άτομο. Είμαστε μόνες μας», ήταν η ειλικρινής απάντηση της σερβιτόρας στην ευγενική παρατήρηση ενός πελάτη.
  Ο σωστός επαγγελματίας οφείλει να σεβαστεί το χρόνο των πελατών του και να προσπαθήσει αφενός να ελαχιστοποιήσει την αναμονή τους για να κάτσουν στο τραπέζι, να παραγγείλουν ή να πληρώσουν και αφετέρου να τον διαχειριστεί αποτελεσματικά. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι, πέρα από το προφανές (δηλ. την πρόσληψη επαρκούς και καταρτισμένου προσωπικού, καθώς και την ύπαρξη ενημερωμένου συστήματος κρατήσεων), για να το επιτύχει:
Ø Ενημερώστε τους για το χρόνο αναμονής. Προσπαθήστε να είστε ειλικρινείς. Αν τους πείτε ότι θα περιμένουν 10 λεπτά, αυτοί θα δυσανασχετήσουν αν δεν τηρήσετε την υπόσχεσή σας.
Ø  Επενδύστε στην τεχνολογία. Υπάρχουν εφαρμογές που στέλνουν σε πραγματικό χρόνο στα smartphones των χρηστών τους χρόνους αναμονής. Στο εξωτερικό ο χρήστης ενός smartphone μπορεί να κάνει κράτηση, μπαίνοντας στη λίστα αναμονής, από όπου και αν βρίσκεται.
Ø Διαμορφώστε έναν όμορφο και ζεστό χώρο αναμονής-υποδοχής. Προσθέστε καρέκλες, σκαμπό ή πάγκους, εναποθέστε περιοδικά, εφημερίδες, free press, ακόμη και μια οθόνη plasma ή, ακόμη καλύτερα, δώστε τους να μελετήσουν το μενού.
Ø  Εξαλείψτε παράγοντες που συνηγορούν στο αργό service. Διαμορφώστε το χώρο στη σάλα ώστε να υπάρχουν ανοιχτά περάσματα, διάδρομοι και χωρίσματα. Έτσι, προσωπικό και πελάτες θα μπορούν να κινούνται με ευκολία. Επίσης, προμηθευτείτε τα κατάλληλα -για το ύφος του μαγαζιού- τραπέζια (μικρά ή μεγάλα), για να μην χάνετε χρόνο ενώνοντας ή χωρίζοντάς τα.
Ø  Κεράστε τους ένα ποτήρι κρασί, λικέρ, καφέ, αναψυκτικό ή μίνι-γλυκό. Συναναστραφείτε μαζί τους για λίγο, ώστε να κάνετε την αναμονή τους λιγότερο επώδυνη. Πρόκειται για χειρονομία που θα εκτιμηθεί δεόντως.
Ø  Συρρικνώστε τον κατάλογο. Καταργήστε ή τουλάχιστον τροποποιήστε τα πιάτα που χρειάζονται πολύ χρόνο. Με αυτό τον τρόπο θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες προετοιμασίας των γευμάτων.
Ø  Παραδώστε άμεσα το λογαριασμό. Επιμορφώστε το προσωπικό σας ώστε να κατανοήσει τη σημασία της άμεσης παράδοσης του λογαριασμού, προκειμένου να επιταχυνθεί η ανακύκλωση των τραπεζιών.

Πηγή:απόσπασμα από το βιβλίο Πρακτικές μάρκετινγκ στην εστίαση (εκδ. ΙΩΝ)

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Μετά από 87 χρόνια η καπνοβιομηχανία Παπαστράτος γυρίζει σελίδα


Γυρίζει σελίδα η ιστορική καπνοβιομηχανία Παπαστράτος, η οποία διέκοψε, μετά από 87 χρόνια. την παραγωγή συμβατικών τσιγάρων για να στραφεί, ανταποκρινόμενη στα κελεύσματα των καιρών, στην παραγωγή ράβδων καπνού, heets, για το νέο καινοτόμο καπνικό προϊόν της, το  Iqos. Με αφορμή λοιπόν αυτή την νέα εποχή που ανατέλλει για την Παπαστράτος, ας ανατρέξουμε στην άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία της, όπως αυτή παρουσιάζεται στο βιβλίο Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν πλέον είχαν κυριαρχήσει τα ξένα σήματα στην ελληνική αγορά, το τέλος της δυναστείας της οικογένειας Παπαστράτου ήταν πια πολύ κοντά. Μόνο ο Αναστάσιος Παπαστράτος είχε μείνει για να κρατήσει το όνομα ψηλά, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει στις δελεαστικές προτάσεις της Philip Morris. Με το θάνατό του όμως, στις 9 Ιουλίου του 1998, θα άνοιγε η κεκρόπορτα ώστε η ιστορική επιχείρηση να περάσει σε ξένα χέρια.
   Η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Παπαστράτου είναι ταυτισμένη με τον καπνό και το τσιγάρο. Πρωτεργάτης της προσπάθειας αυτής ήταν ο Ευάγγελος Παπαστράτος, το νεαρότερο από τα τέσσερα αγόρια –και ένα κορίτσι- ενός παντοπώλη από το Αγρίνιο. Ο νεαρός δεν θα κατάφερνε ποτέ να σπουδάσει και θα έμπαινε στη βιοπάλη από νωρίς. Εξάλλου, τα οικονομικά της οικογένειας, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα τους και την ‘’καταλήστευση’’ της περιουσίας του από τους συγχωριανούς του, ήταν εξαιρετικά περιορισμένα.
   Αν και η μητέρα του τον προόριζε για παπά, ο Ευάγγελος είχε άλλα σχέδια. Σε μια περιοχή φημισμένη για τον καπνό της, η πρώτη του επαφή με τα καπνόφυλλα και τα τσιγάρα δεν θα αργούσε όχι μόνο να έρθει, αλλά να ορίσει και σε μεγάλο βαθμό τη μοίρα όλης της οικογένειας Παπαστράτου.
 Η επαγγελματική του σταδιοδρομία ξεκινάει το 1896, σε ηλικία 12 ετών, όταν θα απασχοληθεί ως μαθητευόμενος σε εμπορικό κατάστημα της περιοχής. Η αυγή του νέου αιώνα τον βρίσκει να εργάζεται σε μια καπνεμπορική εταιρεία, από την οποία αποχωρεί το 1906 και με 3.000 δανεικές δραχμές μπαίνει συνεταίρος σε μια νεοσύστατη εταιρεία με παρεμφερές αντικείμενο. Ξεκινάει μάλιστα και το κάπνισμα, προκειμένου να πείσει τους πελάτες του για την ποιότητα των καπνών που εμπορευόταν.
   Το 1913 πείθει τον αδερφό του Σωτήρη να παρατήσει την στρατιωτική καριέρα και να ιδρύσουν από κοινού μια εταιρεία εμπορίας καπνού, προάγγελο ουσιαστικά της μεγάλης καπνοβιομηχανίας. Τα δύο αδέρφια ταξιδεύουν στο εξωτερικό όπου δημιουργούν στέρεες βάσεις συνεργασίας με μεγάλους καπνεμπορικούς οίκους, προβάλλοντας την ποιότητα των καπνών του Αγρινίου. Χάρη σε μια μεγάλη παρτίδα καπνού που αγοράστηκε φθηνά και πουλήθηκε σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές, τα κέρδη αυξάνονται κατακόρυφα, προσελκύοντας στην επιχείρηση τα υπόλοιπα δύο αδέρφια, Επαμεινώνδα και Ιωάννη.
   Τίποτα δεν φαίνεται ικανό να ανακόψει την ορμή των τεσσάρων αδερφών, ούτε καν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή η Μικρασιατική Καταστροφή, όταν κάηκαν 300.000 κιλά καπνά καλής ποιότητας που βρίσκονταν στο υποκατάστημα στη Σμύρνη. Μεγάλες καπναποθήκες δημιουργούνται σε διάφορα σημεία της χώρας, ενώ γραφεία ιδρύονται και στο εξωτερικό, όπου διοχετεύεται το 10%, περίπου 3.400 τόνοι, των συνολικών εξαγωγών καπνού.
   Όταν κάποια στιγμή οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν, τα αδέρφια έκριναν πως είχε φθάσει η ώρα για να δημιουργήσουν μια βιομηχανία σιγαρέτων στην Ελλάδα. Πράγματι, το 1930 συστήνεται η ‘’Παπαστράτος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Σιγαρέτων’’, ενώ ένα χρόνο μετά γίνονται τα εγκαίνια του υπερσύγχρονου εργοστασίου -το οποίο χαρακτηρίζεται από τις εφημερίδες της εποχής ως εφάμιλλο ή και καλύτερο των ευρωπαϊκών- από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
   Σύντομα η επιχείρηση γιγαντώνεται, φθάνοντας να απασχολεί έως 100.000 άτομα. Είναι πλέον η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία και η πρώτη που υιοθετεί την χορήγηση προίκας στις κόρες των εργαζομένων της, καθώς και τη χορήγηση μπόνους στα στελέχη της.
  Τα τέσσερα αδέρφια, όμως, εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς το εξωτερικό, όπου κάνουν φιλότιμες προσπάθειες για να διαδώσουν τα καπνά τους. Πρώτιστα, στη Γερμανία, όπου αναγείρουν εργοστάσιο το 1933. Για κακή τους τύχη, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, το κλίμα έγινε ιδιαίτερα εχθρικό, με αποτέλεσμα το εργοστάσιο να κλείσει μετά από τέσσερα χρόνια, με ζημιά τόσο σημαντική που εκμηδένισε τα κέρδη μιας δεκαετίας. Την ίδια τύχη είχε και η επένδυση στην Αίγυπτο, όπου εξαγοράστηκε μια παλιά ελληνική καπνοβιομηχανία. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Ε. Παπαστράτος, «ύστερα από αγώνα 18 περίπου ετών, δαπανηρότατο, αναγκαστήκαμε και εμείς να σταματήσουμε τη λειτουργία του εργοστασίου μας του Καΐρου».
   Η συνέχεια, όμως, ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Το 1940, η οικογένεια γίνεται φτωχότερη, αφού αφήνει την τελευταία του πνοή στο εργοστάσιο, σε ηλικία 57 ετών, ο Σωτήρης Παπαστράτος. Ένα χρόνο μετά, οι Γερμανοί δεσμεύουν 1.500.000 κιλά καπνού που προορίζονταν για εξαγωγή. Ακολουθεί ο εμφύλιος διχασμός, οπότε το εργοστάσιο βομβαρδίζεται πρώτα από αγγλικά πλοία και μετά, όταν το κατέλαβαν οι Άγγλοι, από τον ΕΛΑΣ.
   Τη δεκαετία του ’50, ξεκινάει η ανάκαμψη της ‘’Παπαστράτος ΑΒΕΣ’’, η οποία κυριαρχεί στον ελληνικό χώρο με μια σειρά σημάτων που κυκλοφορεί, ενώ παράλληλα εξάγει μεγάλες ποσότητες καπνών. Πλέον ο Ευάγγελος Παπαστράτος έχει μείνει μόνος μετά το θάνατο του Επαμεινώνδα το 1953 και του Ιωάννη το 1958. Τουλάχιστον μέχρι το 1973, όταν απεβίωσε σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας στο τιμόνι τον Αναστάσιο Παπαστράτο.
   Ένα χρόνο μετά, η ιστορική εταιρεία έρχεται σε συμφωνία με την Philip Morris για την παραγωγή και διακίνηση του Marlboro στην Ελλάδα. Τα επόμενα χρόνια, ο αμερικάνικος κολοσσός προσπαθεί να εξαγοράσει ένα σημαντικό πακέτο μετοχών, όμως προσκρούει στη σθεναρή άρνηση της οικογένειας. Με το θάνατο όμως του Αναστάσιου Παπαστράτου κλείνει οριστικά ο κύκλος της οικογένειας στην εταιρεία. Πλέον ο έλεγχός της περνάει σε συγγενείς δευτέρου και τρίτου βαθμού με διαφορετικά ενδιαφέροντα και πλήρη άγνοια σχετικά με τα καπνά και τα τσιγάρα. Ήταν απλώς θέμα χρόνου να υποκύψει στον ασφυκτικό εναγκαλισμό και εν τέλει να εξαγοραστεί, το 2003, από τον πρώην στρατηγικό συνεταίρο της.


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Πώς μας έπεισαν να χρησιμοποιούμε αποσμητικό

Το πρώτο αποσμητικό, το Mum,  βγήκε στην αγορά το 1888, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Η κρεμώδη του υφή δεν ενθουσίασε τους καταναλωτές, που συχνά έβλεπαν τα ίχνη του στα ρούχα τους. Όλα αυτά μέχρι το 1912, όταν η αφόρητη ζέστη που διήρκεσε κατά τη διάρκεια μιας Εκθεσης στο Atlantic City αποδείχθηκε ο καλύτερος σύμμαχος για την Edna Murphey, η οποία προσπαθούσε επί δύο χρόνια να προωθήσει ένα υγρό αντιιδρωτικό για τις μασχάλες, το Odorono, που είχε εφεύρει ο χειρούργος πατέρας της, για να διατηρεί στεγνά τα χέρια του κατά τη διάρκεια των επεμβάσεων.

Η Murphey ίδρυσε μια εταιρεία για να προωθήσει το προϊόν της, ωστόσο τόσο η ομάδα των πωλητών της όσο και η προσέγγιση των φαρμακοποιών δεν απέφερε σημαντικά αποτελέσματα. Η επικρατούσα αντίληψη ήταν ότι τα αποσμητικά ήταν αχρείαστα αλλά και ανθυγιεινά. Το καταναλωτικό κοινό απλώς έπλενε συχνά τη συγκεκριμένη περιοχή, έβαζε άρωμα ή ακόμα και κομμάτια ύφασμα για να αποτρέψει τη μεταφορά του ιδρώτα στο κανονικό ρούχο.

Ευτυχώς για την Murphey η Εκθεση διήρκησε όλο το καλοκαίρι, με τους συμμετέχοντες να υποφέρουν από τη ζέστη και, εν τέλει, να δείχνουν ενδιαφέρον για το προϊόν της. μολονότι το Odorono προστάτευε την μασχάλη από τον ιδρώτα για τρεις μέρες, εντούτοις η χρήση ενός υλικού, του χλωριούχου αργιλίου, θα προκαλούσε διάφορες δερματικές παθήσεις και ερεθισμούς.

Παρόλα αυτά, οι πωλήσεις κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, αναγκάζοντας την Murphey να προσλάβει μια διαφημιστική εταιρεία. Η διαφημιστική καμπάνια που επικεντρώθηκε στο να πείσει το κοινό ότι είναι άκρως υγιεινό και ασφαλές να προσπαθήσει να περιορίσει τον ιδρώτα, αν και αρχικά απέδωσε, εντούτοις μετά από λίγα χρόνια οι πωλήσεις παρέμειναν στάσιμες.

Χρειαζόταν μία ρηξικέλευθη προσέγγιση, που θα πείσει το γυναικείο κοινό, που γνώριζε το Odorono (με το 1/3 να το έχει δοκιμάσει κατά το παρελθόν, ενώ 2/3 πίστευαν ότι δεν το είχαν ανάγκη) ότι η χρήση αποσμητικού είναι απολύτως ωφέλιμη.
Τότε, η διαφημιστική εταιρεία κατέληξε σε μια διαφήμιση που θα τόνιζε την ντροπή που θα αισθανόταν μια γυναίκα αν οι μασχάλες της μύριζαν. Ηταν η πρώτη φορά, εν έτει 1919, που ο ιδρώτας θα εμφανιζόταν ως κοινωνικό πρόβλημα, που θα πυροδοτούσε αρνητικά σχόλια πίσω από την πλάτη της δύσμοιρης γυναίκας.

Η διαφήμιση που απεικόνιζε ένα ζευγάρι σε ρομαντικό περιβάλλον, τόνιζε ότι «αν η γυναίκα θέλει να κρατήσει έναν άνδρα, θα πρέπει να μην μυρίζει». Αν και μια μερίδα γυναικών αισθάνθηκε προσβεβλημένη από την εν λόγω διαφήμιση, εντούτοις το κόλπο πέτυχε, με τις πωλήσεις του Odorono να διπλασιάζονται, φθάνοντας τα 417.000 δολάρια, μέχρι το 1920 – τα επόμενα χρόνια θα έκαναν την εμφάνισή τους αμέτρητοι ανταγωνιστές που θα επένδυαν, (που αλλού;), στην ανασφάλεια της γυναίκας.

Τώρα όμως έμενε ένα ακόμη κάστρο για να πέσει. Αφού λοιπόν οι γυναίκες πια είχαν παραδοθεί στη γοητεία του αποσμητικού, προκειμένου να είναι και να αισθάνονται ελκυστικές, είχε έρθει η σειρά του υπολοίπου 50% της αγοράς, των ανδρών, μιας δύσκολης ωστόσο αγοράς που θεωρούσε ότι οι μυρωδιές αποτελούσαν ένδειξη ανδρισμού.

Το πρώτο ανδρικό αποσμητικό βγήκε στην αγορά το 1935. Οι πρώτες διαφημίσεις προέτρεπαν τις γυναίκες να αγοράσουν δύο αποσμητικά, δίνοντας το ένα στο έτερον ήμισυ προκειμένου να μην μυρίζει. Αργότερα η στρατηγική άλλαξε, με τις διαφημίσεις να καταχωρούνται σε ανδρικά περιοδικά, απευθυνόμενες έτσι απευθείας στο αντρικό κοινό.

Όπως και στην περίπτωση των γυναικών έτσι και με τους άνδρες οι διαφημιστές χτύπησαν στις ανασφάλειες του άνδρα. Ωστόσο, απαιτείτο διαφορετική προσέγγιση ώστε να μην ταυτιστούν με τα είδη καλλωπισμού που ήδη χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες.

Την εποχή του Κραχ του ’29 οι άνδρες ανησυχούσαν μήπως χάσουν τη δουλειά τους, οπότε οι διαφημίσεις εστίασαν στην ντροπή που θα ένιωθαν ενόσω ιδρωμένοι στο γραφείο και πόσο αντιεπαγγελματικό ήταν αυτό. Τότε άλλαξαν και οι ρόλοι των ανδρών, οι οποίοι, έχοντας χάσει τη δουλειά τους ως αγρότες ή ασκώντας χειρωνακτική εργασία, είχαν απολέσει την αρρενωπότητα τους, κάτι που θα κέρδιζαν πίσω χρησιμοποιώντας, όπως τόνιζε το σχετικό διαφημιστικό, αποσμητικό.
Μετά τις γυναίκες και οι άνδρες υπέκυψαν στο αποσμητικό, με ανταγωνιστικές μάρκες να ξεπηδούν σαν τα μανιτάρια και με την αγορά να χτυπάει κόκκινο και να ενσωματώνει τα κατοπινά χρόνια καινοτομίες όπως  sticks, roll-ons (βασισμένα στα στυλό με μπίλια), sprays και aerosols.